Από τους Αλβανούς «δεμένους στο παλούκι» στο ανεξέλεγκτο δουλεμπόριο εργατών γης ασιατικής καταγωγής

Με τρεις ανθρώπους συζήτησα στη βραδινή έξοδο… μικράς διαρκείας. Σε διαφορετικά σημεία και με διαφορετική… γεωγραφική προέλευση. Και οι τρεις είχαν την αγωνία τι θα γίνει με τους εργάτες για το μάζεμα της ελιάς | Αναδημοσίευση από το facebook του Ηλία Μπιτσάνη

Είναι Σεπτέμβρης, ο κόσμος έχει αρχίσει το ψάξιμο από τώρα και είναι σε αδιέξοδο γιατί δεν βρίσκει τίποτε. Δυστυχώς ήρθε η ώρα να πληρωθούν οι κοντόφθαλμες πολιτικές και οι βάρβαρες συμπεριφορές που ήθελαν τους Αλβανούς «δεμένους στο παλούκι» που θα έρχονταν κάθε χρόνο για λίγα μεροκάματα στις ελιές. Περνώντας τα σύνορα μέσα από τα ποτάμια, τις ρεματιές και τα βουνά ή πληρώνοντας ένα… ξεγερεμένο ποσό για «τουριστική βίζα» για να μπουν νόμιμα. Με τους «ωφελούμενους» να μην τους νοικιάζουν όχι αποθήκη αλλά ούτε ξελότζα. Με «τραστ» για να ρίξουν τα μεροκάματα όσο γινόταν

Στα ελαιοπερίβολα της Βούλας (και της αδερφής της) εδώ και 20+ χρόνια. από την εποχή που ζούσε ο πεθερός μου, το γενικό πρόσταγμα έχει ο Αντρέας (από την Αλβανία), ο οποίος σε συνεννόηση φρόντιζε όλες τις αναγκαίες εργασίες και τα έχει «κούκλα» όπως λέμε. Κάθε χρόνο προσπαθούσε και έφερνε συγγενείς και φίλους για να φτειάξει το συνεργείο του. «Ρίζωσε» εδώ, έκανε οικογένεια, η μεγάλη κόρη του σπουδάζει στη Σχολή Γεωπονίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και η μικρή πέτυχε φέτος στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθήνας με υψηλή βαθμολογία. Νοικοκύρης άνθρωπος, τα έφερνε βόλτα «μετακαλώντας» το Ζάχο και συγγενείς του που έφθαναν με κάθε τρόπο για λίγα μεροκάματα. Φροντίδα σε κτήματα, μισιακά, κυνήγι του μεροκάματου (που το έχει όλο το χρόνο), χρειαζόταν χέρια για δύο συνεργεία προκειμένου να τελειώσει εγκαίρως τη συλλογή. Τα συνεργεία ακολουθούσαν το ρυθμό του, ο Ζάχος ήταν «φαινόμενο» εργατικότητας και δύναμης.

Την ώρα του φαγητού ή στα διαλείμματα του καφέ, οι συζητήσεις περιστρέφονταν στις σχέσεις των χωρών μας και στα εμπόδια που έμπαιναν για να αναπτυχθούν και να δουλέψουν στην Ελλάδα. «Πρωταγωνιστές» ο Ζάχος και ο Χρήστος (μπατζανάκης μου), προσωπικώς «αγόραζα» από τη συζήτηση για να καταλάβω πως σκέφτονται οι μετανάστες με… προθεσμία. Πριν από λίγα χρόνια άρχισαν τα δύσκολα, ο Ζάχος έβγαζε τα προς το ζην στα αμπέλια της Βόρειας Ελλάδας και στον κρόκο (μέσα έξω στην Αλβανία και συνεχής εργασία), οι άλλοι αραίωσαν γιατί δεν άντεχαν το «παράνομο» πέρασμα, το κόστος της «τουριστικής βίζας» και τα ελάχιστα μεροκάματα με τις συνεχείς βροχές όταν… όλοι ήθελαν να τους μαζέψουν τις ελιές.

Γυρνάγαμε τα βράδια από τα χτήματα και ντρεπόμασταν για την αθλιότητα: Αλβανοί σε ερείπια που έσταζαν από παντού, ζεστό νερό σε ντενεκέδες πάνω στην πυροστιά με τα ξύλα, κονσέρβες για φαγητό, χιλιόμετρα με τα πόδια για να φθάσουν κάπου να απαγκιάσουν μέσα στην υγρασία του κάμπου. Τα συνεργεία του Αντρέα δεν έφταναν, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν μπορούσαμε να πιέζουμε γιατί όλοι ήθελαν να μαζέψουν τις ελιές και ο Αντρέας είχε υποχρεώσεις. Βρέθηκε η λύση με καλό συγγενή που έχοντας μεγάλη κτηματική περιουσία, έφερνε δικό του συνεργείο για μήνες. «Αφεντικό» ο Πέτρος, τα κατάφερνε με το κλάδεμα, καλή η τριάδα που τον πλαισίωνε. Δούλευε και οικοδομή, αναζητούσε και ένα μεροκάματο στην πόλη για να μείνει.

Όλα αυτά «τούμπαραν» τα τελευταία χρόνια βοηθούσης της πανδημίας. Πριν δύο χρόνια ο Αντρέας «χουχουλιόταν» που… έκανε κορίτσια. Και όταν τον ρώτησα μου απάντησε αφοπλιστικά: Αν είχα αγόρια θα είχαν τώρα έτοιμο συνεργείο. Ελλάδα από τα παλιά, θα έλεγε με ευκολία κάποιος. Αλλά πλέον στο χωριό δεν μένουν ούτε αγόρια, ούτε κορίτσια. Πέρυσι κάναμε την συνεννόηση και μου έκανε εξαιρετική εντύπωση το γεγονός ότι συμφωνήσαμε το μεροκάματο αλλά ο ίδιος ζήτησε «χωρίς φαγητό». Μαγειρεύαμε ολόκληρες δεκαετίες, από γενιά σε γενιά για τους εργάτες. Πήραμε την παράδοση και την επεκτείναμε σε ποσότητα, ποιότητα και… παροχές (καφές, γλυκά, φρούτα). Την ώρα που άλλοι έλεγαν ότι τους «κακομαθαίνουμε».

Και ήρθε η ώρα να το ζητήσουν οι ίδιοι για να «κερδίσουν» 5 ευρώ, τρώγοντας ελάχιστα «ιδίοις αναλώμασι». Ο ουρανός είχε από χρόνια αρχίσει να βαραίνει με σύννεφα, την τελευταία τριετία πύκνωσαν, ο φόβος φέτος είναι η «καταιγίδα». Οι Αλβανοί επιλέγουν Ιταλία (πάνε από Σεπτέμβρη για τα αμπέλια και φθάνουν Φλεβάρη με τις ελιές) ή Γερμανία (βρίσκουν τρόπους να φθάσουν) με μεροκάματο σε ύψη δυσθεώρητα για τα ελληνικά δεδομένα και για πολύ μεγαλύτερη διάρκεια. Οι («γυφτο»)Βούλγαροι (που αναπλήρωσαν «ανεπαρκώς» τις «απώλειες» κάποιοι στιγμή) ως ευρωπαίοι πολίτες ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο. Και φθάσαμε στο ανεξέλεγκτο δουλεμπόριο εργατών γης ασιατικής καταγωγής, με διακινητές στους οποίους πληρώνεις το «συμφωνηθέν τίμημα», ζητάς να σου αλλάξουν κάποιον που «δεν δουλεύει» και διαβιούν ως «ζόμπι» δουλεύοντας, χωρίς να μιλάνε και να καταλαβαίνουν πολλές φορές τι γίνεται γύρω τους, ζώντας σε καλύβες, «ζωντανοί νεκροί» που θα τους έχουμε ξεχάσει την επαύριο του λιομαζώματος. Φωτεινή εξαίρεση οι άνθρωποι που τους εξασφαλίζουν στοιχειώδεις όρους ζωής, αλλά δεν φτάνει να κρύψει τις πομπές μιας Πολιτείας και μιας κοινωνίας σε βαθύτατη ανθρωπιστική κρίση, σε απελπισία για την ίδια της τη ζωή…

Υστερόγραφο: Δεν θα κρίνω τους δημοτικούς παράγοντες των «φωτογραφιών», τους πολιτικούς των άνευ νοήματος προτάσεων, την αντιμεταναστευτική στάση πολιτικών σχηματισμών και την αντίστοιχη του «ανθρωπιστικού ρεαλισμού». Γιατί ο θυμός είναι κακός σύμβουλος. Φυσικά ο θυμός για τη μεταχείριση των ανθρώπων και όχι το μάζεμα της ελιάς…

Print Friendly, PDF & Email