Γερμανία: 30 χρόνια ανακύκλωση συσκευασιών. Μεγάλη πρόκληση οι πλαστικές συσκευασίες προϊόντων από σουπερμάρκετ

Ο εφιάλτης της ανακύκλωσης έχει όνομα και λέγεται πλαστικές συσκευασίες τροφίμων. Τις βρίσκουμε κατά εκατοντάδες αν όχι κατά χιλιάδες στα σουπερμάρκετ. Περιέχουν συνήθως τρόφιμα όπως τυρί ή αλλαντικά σε φέτες. Οι συσκευασίες τροφίμων ήταν και παραμένουν η μεγάλη πρόκληση για την ανακύκλωση και στη Γερμανία, όπου πριν από 30 χρόνια, στις 12 Ιουνίου του 1991, εισήχθησαν για πρώτη φορά συγκεκριμένοι κανόνες για την ανακύκλωση συσκευασιών: από κονσέρβες, συσκευασίες φρέσκου γάλακτος και χυμών μέχρι κάθε λογής πλαστικά. Από τότε προστέθηκε μπροστά στα σπίτια των Γερμανών ένα ειδικός κίτρινος κάδοςυ, στον οποίο τοποθετούνταν τα προς ανακύκλωση απορρίμματα σε κίτρινο σάκο σκουπιδιών. Ο νόμος περί συσκευασιών υποχρέωνε για πρώτη φορά κατασκευαστές και εμπόρους να καταβάλλουν αντίτιμο για την αποκομιδή, τη διαλογή και την επεξεργασία των συσκευασιών.

Με τα συγκεντρωμένα ποσά πληρώνονταν εταιρίες του αποκαλούμενου Δυαδικού Συστήματος, όπως η εταιρία DSD από τη Κολωνία, οι οποίες με τη σειρά τους αναλάμβαναν τις δαπάνες για την αποκομιδή απορριμμάτων, τη διαλογή σκουπιδιών και την επεξεργασία.

Ο ειδικός σε ζητήματα απορριμμάτων Χένινγκ Βιλς από το Ινστιτούτο Βούπερταλ βλέπει θετικά το ξεκίνημα της ανακύκλωσης πριν από 30 χρόνια: «Η Γερμανία ήταν μια από τις πρώτες χώρες, οι οποίες απαίτησαν χρήματα από ιδιωτικές εταιρίες. Αποτέλεσμα; Η βιομηχανία τροφίμων μείωσε τις συσκευασίες προκειμένου να περιορίσει το κόστος παραγωγής.

Περίπου το 41,5% των συσκευασιών καταλήγει στην καύση

Ο Γιόαχιμ Κριστιάνι από το Ινστιτούτο cyclos-HTP κάνει λόγο για ένα «πρωτοποριακό πρόγραμμα». Τις τελευταίες δεκαετίες ωστόσο πολλά έχουν αλλάξει. Ο ειδικός θεωρεί ότι το πρόβλημα είναι οι συσκευασίες τροφίμων στα σουπερμάρκετ, οι οποίες έχουν πλέον υπερδιπλασιαστεί: «Τέτοιες συσκευασίες καθιστούν σχεδόν αδύνατη μια ανακύκλωση». Ενδεικτικό είναι ότι μόλις το 58,5% των πλαστικών ανακυκλώνονται. Το μεγαλύτερο μέρος από το υπόλοιπο 41,5% καταλήγει στους κλιβάνους καύσης. Όμως οι απαιτήσεις από τη βιομηχανία ανακύκλωσης αυξάνονται. Μέχρι το 2022 υποχρεούνται να ανακυκλώνουν το 63% των απορριμμάτων.

Εδώ και χρόνια για πολλούς γερμανούς πολίτες η κατάσταση είναι αποκαρδιωτική. Ενώ καταβάλλουν σημαντικές προσπάθειες για τη σωστή τοποθέτηση των απορριμμάτων στους ειδικούς κάδους και ξεπλένουν πλαστικές συσκευασίες, όπως των γιαουρτιών, διαπιστώνουν ότι μεγάλες ποσότητες απορριμμάτων δεν ανακυκλώνονται, αλλά καίγονται. Κατά την εκτίμηση του Άξελ Σβάιτσερ, επικεφαλής της εταιρίας ανακύκλωσης Alba, το πρόβλημα είναι ο αρχικός σχεδιασμός των πλαστικών συσκευασιών, οι οποίες, όπως λέει, «δεν είναι φτιαγμένες έτσι ώστε να ανακυκλώνονται». Ο μάνατζερ θεωρεί ότι βιομηχανία και εμπόριο θα πρέπει να έχουν ευθύνη για το σχεδιασμό και τη χρήση των συσκευασιών και όχι να καλούνται εκ των υστέρων να συμβάλλουν οικονομικά στη διαδικασία ανακύκλωσης.

Από τη πλευρά του ο Χένινγκ Βιλς από το Ινστιτούτο Βούπερταλ θεωρεί «μεγάλο λάθος ότι ο νόμος περί συσκευασιών δεν ζητά ρητά ανακυκλώσιμες συσκευασίες». Όπως τονίζει, γίνονται προσπάθειες από ορισμένες μεγάλες βιομηχανίες, οι οποίες ωστόσο είναι εθελοντικές και αποσπασματικές. Ο γερμανός ειδικός θεωρεί στον τομέα αυτό πρότυπο τη Γαλλία, η οποία επιβάλλει πρόστιμο σε όσες βιομηχανίες χρησιμοποιούν για τα προϊόντα τους μη ανακυκλώσιμες συσκευασίες.

Στόχος οι πραγματικά ανακυκλώσιμες συσκευασίες

Στη Γερμανία ωστόσο όποιες βιομηχανίες κάνουν χρήση μη ανακυκλώσιμων συσκευασιών πληρώνουν κάτι παραπάνω στη συμβαλλόμενη εταιρία ανακύκλωσης και το ζήτημα θεωρείται λήξαν. Διότι σε περίπτωση που τους ζητηθεί να πληρώσουν περισσότερα τότε απευθύνονται σε άλλη, φθηνότερη εταιρία ανακύκλωσης.

Ο Γιόαχιμ Κριστιάνι από το Ινστιτούτο cyclos-HTP θεωρεί ότι έχει έρθει επιτέλους η ώρα για τις βιομηχανίες τροφίμων να χρησιμοποιούν σχεδόν αποκλειστικά ανακυκλώσιμες συσκευασίες. Μόνο έτσι, εκτιμά ο γερμανός ειδικός, οι πλαστικές συσκευασίες θα αρχίσουν σιγά-σιγά να εξαφανίζονται από τα ράφια των καταστημάτων και να αντικαθίστανται από άλλες πιο φιλικές προς το περιβάλλον.


Πηγή: Deutche Welle