Ετήσια ΈκθεσηΙΝΕ ΓΣΕΕ 2009 : Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση

Εισαγωγή – Περίληψη

Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση απειλεί σε διεθνές επίπεδο την πραγματική οικονομία (ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα, εισόδημα, απασχόληση, κλπ.) και προκλήθηκε από την ανεξέλεγκτη και υψηλού επιπέδου χορήγηση δανείων και «τοξικών» τοποθετήσεων υψηλού κινδύνου, από μέρους των τραπεζών, προκειμένου να δημιουργήσουν προϋποθέσεις υψηλής, εντατικής και αδιαφανούς κερδοφορίας και κερδοσκοπίας. Επιπλέον, η κρίση αυτή αποτελεί έκφραση αποτυχίας ου νεοφιλελεύθερου μοντέλου οργάνωσης της οικονομίας και διαχείρισης των πόρων, όπως αυτή, τηρουμένων των αναλογιών, του τέλους του 19ου αιώνα και του 1929. Πράγματι αποτελεί έκφραση αποτυχίας, με την έννοια ότι αυτό διακηρύσσει και εφαρμόζει την πλήρη απελευθέρωση των αγορών χρήματος, αγοράς εργασίας και αγαθών-υπηρεσιών, την κυριαρχία της αγοράς στην διαχείριση των πόρων με την περιθωριοποίηση των δημόσιων πολιτικών και της αναδιανομής του εισοδήματος, χωρίς ρυθμίσεις, ελέγχους, εποπτεία και συντονισμό, με την επικράτηση «χαλαρών οικονομικών και κανονιστικών πολιτικών που επέτρεψαν στην παγκόσμια οικονομία να υπερβεί τα όρια ταχύτητάς της». Έτσι, σημαντικά τραπεζικά ιδρύματα στις ΗΠΑ, Αγγλία και σε άλλες χώρες, απώλεσαν την ρευστότητά τους, με αποτέλεσμα οι κυβερνήσεις των χωρών, δεδομένου της κρίσης αξιοπιστίας που επικρατεί στην διατραπεζική αγορά, να προσπαθούν με τεράστιο κόστος των φορολογουμένων τους να αποτρέψουν την χρηματοοικονομική τους καθίζηση. Ταυτόχρονα, οι μέχρι και σήμερα αποφάσεις στις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση των «ενέσεων ρευστότητας», των «εθνικοποιήσεων» και των μειώσεων των επιτοκίων, αδυνατούν να εμποδίσουν την μετάβαση της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην πραγματική οικονομία και να δημιουργήσουν συνθήκες ανάσχεσης της οικονομικής κρίσης και αποτροπής της εμβάθυνσης της διεθνούς οικονομικής ύφεσης.Ειδικότερα, οι αποφάσεις αυτές, που λαμβάνονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και υλοποιούνται σε εθνικό επίπεδο, εμπεριέχουν την αδυναμία της μη εφαρμογής των αποφάσεων σε Ομοσπονδιακό επίπεδο, όπως στις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα, ενώ παρουσιάζουν κάποια στοιχεία συντονισμού να μην παρουσιάζουν άμεση, αποτελεσματική και εκτελεστική δυναμική. Αξίζει να σημειωθεί ότι αντίστοιχες αποφάσεις στην κρίση του 1929, η οποία εξελίχθηκε σε κραχ, δεν είχαν σ’ αυτή την ένταση ληφθεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το 2008 και το 2009, η λήψη και υλοποίηση αυτών αποφάσεων, θα μπορέσουν να αποτρέψουν την μετάβαση της κρίσης από τη χρηματοπιστωτική σφαίρα στους αρμούς της πραγματικής οικονομίας.

Ο βασικότερος λόγος της αναποτελεσματικότητας των μέτρων ενίσχυσης της ρευστότητας είναι η προσήλωση προς τους πιστωτές και η περιφρόνηση προς τους δανειολήπτες (Κ. Βεργόπουλος,2008), με αποτέλεσμα το 2009 και το 2010 να γίνουμε μάρτυρες χρεοκοπιών, διακοπής της λειτουργίας επιχειρήσεων, μαζικών απολύσεων και σημαντικής αύξησης της ανεργίας. Ειδικότερα στην Ελλάδα, παρά τις αντίστοιχες δυσμενείς εξελίξεις για τους μισθωτούς, τους συνταξιούχους και τους ανέργους, η οικονομική πολιτική ακολουθώντας την «παγίδα ρευστότητας» με το πρόγραμμα στήριξης των Τραπεζών, οδηγεί την ελληνική οικονομία κατά το 2009 και το 2010, (το 85% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι τα δύσκολα της οικονομικής κρίσης δεν έχουν περάσει και προβλέπει περαιτέρω επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών κατά το επόμενο 12μηνο ΙΟΒΕ, Ιούλιος 2009), σε συνθήκες επιδείνωσης της οικονομικής κρίσης καθώς και σε κατάσταση ύφεσης, με συνέπειες στην απασχόληση, την ανεργία, τα εισοδήματα, το δημόσιο χρέος και τα δημόσια ελλείμματα. Είναι ενδιαφέρον να τονιστεί ότι μεγάλο τμήμα των νοικοκυριών δαπανά περισσότερο από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος για την εξυπηρέτηση τραπεζικών δανείων, τα οποία δυσκολεύεται να αποπληρώσει εξαιτίας της μείωσης των εισοδημάτων του. Παράλληλα το Ελληνικό Δημόσιο έχει προσφύγει σε δανεισμό κατά το πρώτο εξάμηνο του 2009 σε ποσοστό της τάξεως του 20% του ΑΕΠ (Ιούλιος 2009). Έτσι ο καθαρός δανεισμός του Δημοσίου από τις αρχές του έτους 2009 έχει διαμορφωθεί στα επίπεδα των 53 δισ. ευρώ (εκτιμάται ότι κατά το 2009 θα υπερβεί τα 60 δισ. ευρώ) και υπερβαίνει κατά 12 δισ. ευρώ την πρόβλεψη του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2009 και κατά 10 δισ. ευρώ την πρόβλεψη του αναθεωρημένου (Ιανουάριος 2009) προγράμματος σταθερότητας της ελληνικής οικονομίας. Έτσι, ο καθαρός δανεισμός του Δημοσίου έχει ήδη καλύψει το 130% περίπου του ετήσιου στόχου όταν στις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο δημόσιος δανεισμός δεν υπερβαίνει το 70% του ετήσιου προϋπολογισμού. Ταυτόχρονα, οι συνθήκες του δημόσιου δανεισμού, διαμορφώνουν επιπλέον επίπεδα του ετήσιου κόστους καταβολής των τόκων (1,2 δισ. ευρώ λόγω της διαφοράς των ελληνικών με τα γερμανικά επιτόκια και 700 εκατ. ευρώ λόγω της διαφοράς των ελληνικών με τα ιταλικά επιτόκια). Αυτό σημαίνει, ότι η στρατηγική ανάσχεσης της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα προϋποθέτει μέτρα ενίσχυσης της ζήτησης, φροντίδας των ανειοληπτών (νοικοκυριά), αποκατάστασης της δημοσιονομικής ισορροπίας όχι με επιπλέον φορολογικές επιβαρύνσεις αλλά με αναδιανομή του εισοδήματος, ενδυνάμωσης των προϋποθέσεων ανάπτυξης και στήριξης της επενδυτικής δραστηριότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, προκειμένου η ελληνική οικονομία να αντιμετωπίσει τις προαναφερόμενες σοβαρές αρνητικές συνέπειες κατά το 2009 και τις σοβαρότερες κατά το 2010.

Ολόκληρη η έκθεση εδώ σε μορφή pdf