18.7 C
Athens
Σάββατο, 13 Απριλίου, 2024

ΕΠΔΑ: Χαντράκια στους ιθαγενείς από Βερβεσό και κυβέρνηση ΝΔ με ερανιστικό νομοσχέδιο

Πρόσφατα

Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων Αθήνας | Ανακοίνωση για την από 14/03/2024 ανοιχτή επιστολή του προέδρου του ΔΣΑ και της Ολομέλειας των Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων

Χαντράκια στους ιθαγενείς

Ο πρόεδρος του ΔΣΑ Δημήτρης Βερβεσός, δημοσίευσε την από 14/03/2024 επιστολή για την ψήφιση του σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών για “τη διεύρυνση της δικηγορικής ύλης και την εκκαθάριση των αποζημιώσεων της Νομικής Βοήθειας”.

Με την επιστολή αυτή, ο πρόεδρος τους ΔΣΑ και της Oλομέλειας των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων πανηγυρίζει δηλώνοντας, ότι «αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές στιγμές για το δικηγορικό σώμα, καθόσον, πρωτίστως, επιβεβαιώνει το ρόλο του δικηγόρου ως αμίσθου δημόσιου λειτουργού, πέραν αυτού, ως νομικού παραστάτου και συμβούλου και αναβαθμίζει θεσμικά τη θέση του ως συλλειτουργού της Θέμιδας»(sic!). Ταυτόχρονα, ο πρόεδρος του ΔΣΑ μέμφεται όσους χαρακτηρίζουν τις παροχές αυτές ψίχουλα, ότι εμφορούνται από δογματισμό και πολιτικές σκοπιμότητες.

Το λεγόμενο «ερανιστικό» νομοσχέδιο ψηφίστηκε την προηγούμενη εβδομάδα από τη Βουλή με πρωτοβουλία του υπ. εσωτερικών. Είναι ο Ν.5095/2024, ΦΕΚ 40Α/15-03-2024: Μεταξύ πλήθους άλλων διατάξεων, που έχουν αυτοτελή αξία σχολιασμού, περιλαμβάνει και διατάξεις για «για τη διεύρυνση της δικηγορικής ύλης και την εκκαθάριση των αποζημιώσεων της Νομικής Βοήθειας». Αυτές είναι συνοπτικά: α) δυνατότητα έκδοσης κληρονομητηρίου από δικηγόρους, που θα επιλέγονται από κατάλογο. β) υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου σε περίπτωση αποδοχής/αποποίησης κ.ά. από κληρονόμο ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομιάς*. γ) δυνατότητα έκδοσης πράξης εγγραφής/εξάλειψης συναινετικής προσημείωσης από δικηγόρους, που θα επιλέγονται από κατάλογο. δ) κατάργηση ένορκων βεβαιώσεων στα ειρηνοδικεία και επέκταση της δυνατότητας λήψης ένορκων βεβαιώσεων από δικηγόρου και στη διοικητική δίκη. ε) υποχρεωτικός προέλεγχος εγγράφων για σύσταση/τροποποίηση σωματείων από δικηγόρο, που θα επιλέγεται από κατάλογο.

Οι διατάξεις αυτές σύμφωνα με τον διθύραμβο του προέδρου του ΔΣΑ αποτελούν, λοιπόν, μία από τις πιο σημαντικές στιγμές για το δικηγορικό σώμα. Στη πολιτική κληρονομιά του Προέδρου, θα γραφτεί με ανεξίτηλα χρυσά γράμματα η έκδοση κληρονομητηρίου από δικηγόρους. Όμως δυστυχώς, οι πανηγυρισμοί αυτοί είναι απολύτως αναντίστοιχοι με την κατάσταση στο δικηγορικό κόσμο. Αναντίστοιχοι για το ισοζύγιο μεταξύ των πληγμάτων που έχουμε δεχθεί (εμείς και η κοινωνία) και των βελτιώσεων που έχουμε δει.

Στην πραγματικότητα, το νομοσχέδιο αυτό μοιάζει με τις τούρτες γάμων, όπου έρχεται μπροστά σου ένα υπερθέαμα τεσσάρων ορόφων κρέμας, αλλά από μέσα είναι κούφιο πλαστικό.

Επί του νέου νόμου και των πανηγυρισμών του Προέδρου, επισημαίνουμε τα παρακάτω:

Οι διατάξεις που εισάγει έχουν πολύ μικρή σχέση με όποια αποσυμφόρηση των δικαστηρίων και την επιτάχυνση εκδίκασης υποθέσεων και έκδοσης αποφάσεων. Ο πρόεδρος, υιοθετώντας απόλυτα την επιχειρηματολογία του υπουργού, ισχυρίζεται ότι με αυτή τη μεταφορά αρμοδιοτήτων αποσυμφορείται η κατάσταση στα δικαστήρια και επιταχύνεται η απονομή δικαιοσύνης. Οι απαντήσεις στο γιατί αυτό δεν ισχύει, είναι προφανείς. Αν υποθέσουμε ότι αποσυμφορούνται τα δικαστήρια επειδή θα εκδίδονται κληρονομητήρια και από δικηγόρους, θα εγγράφονται/εξαλείφονται προσημειώσεις και από δικηγόρους και θα απαλλαγούν οι ειρηνοδίκες από τις ένορκες βεβαιώσεις, ή δεν έχουμε πατήσει ποτέ στα δικαστήρια ή απλώς καλύπτουμε τις σκοπιμότητες του υπουργού. Και φυσικά δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι ο Πρόεδρος του ΔΣΑ δεν είναι γνώστης της κατάστασης στα δικαστήρια. Η ύλη και ο φόρτος εργασίας από τον οποίο θα απαλλαγούν οι ειρηνοδίκες (μέχρι την αναβάθμισή τους σε Πρωτοδίκες, σύμφωνα με άλλο ν/σχ που ετοιμάζεται) με τις παραπάνω ρυθμίσεις είναι απειροελάχιστος σε σύγκριση με τον όγκο και το πλήθος των εκκρεμών υποθέσεων στην τακτική, τις ειδικές διαδικασίες και την προανάκριση. Πόσο μάλλον για τα Πρωτοδικεία. Όταν οι ανακοπές κατά της εκτέλεσης προσδιορίζονται 7 και 8 χρόνια μετά, υπερβαίνοντας κάθε όριο αρνησιδικίας, όταν οι δικάσιμοι τακτικών διαδικασιών προσδιορίζονται 3 χρόνια μετά την κατάθεση της αγωγής, όταν οι προκαταρκτικές διαδικασίες κρατάνε 2 ή 3 χρόνια, ποια επιτάχυνση μπορεί να επιφέρει η απαλλαγή από τα κληρονομητήρια;

Μια προοδευτική και σύγχρονη σκοπιά στη δημόσια διοίκηση και στο δικαιοδοτικό σύστημα θα όφειλε να μας οδηγεί στην απαλλαγή των πολιτών από σειρά «υποχρεώσεων» και όχι το αντίθετο. Τον 21ο αιώνα δεν υπάρχει κανείς απολύτως δικαιοπολιτικός λόγος να ελέγχεται η σύσταση και η τροποποίηση του καταστατικού ενός σωματείου από δικαστή. Το νομοθετικό αυτό κατάλοιπο της εποχής όπου οι δικαστές, ως φορείς κρατικής εξουσίας, ήλεγχαν τα (συνδικαλιστικά ιδίως) σωματεία μην τυχόν και συσπειρωθούν οι ρέμπελοι εργάτες, θα έπρεπε να είναι ξεπερασμένο από την έννομη τάξη. Εξ αντιδιαστολής, η ίδρυση και τροποποίηση κάθε είδους εμπορικών εταιρειών, όπως λ.χ. οι ΙΚΕ, (με ένα κλικ και σε μια ημέρα), που έχουν οικονομική δραστηριότητα και μπορεί να έχουν εταιρικό κεφάλαιο 1 ευρώ ή να συστήνονται μόνο και μόνο για να πάρουν κάποιο δημόσιο έργο, δεν ελέγχονται από κανένα δικαστή. Είναι δηλαδή απολύτως αναντίστοιχο να απαιτείται δικαστικός έλεγχος στις ενώσεις πολιτών χωρίς εμπορικό/κερδοσκοπικό σκοπό, αλλά στις μπίζνες να μην απαιτείται. Οι δικηγόροι λοιπόν, που εκτός από δικηγόροι είναι πολίτες, θα όφειλαν να υπερασπίζονται την άρση του δικαστικού ελέγχου στα σωματεία και τις ενώσεις προσώπων και τον αυστηρό έλεγχο στη σύσταση εμπορικών εταιρειών.

Σε τελική ανάλυση, ένα καλό καταστατικό, με επαρκείς προβλέψεις και ρήτρες, μόνο δικηγόρος μπορεί να το φτιάξει. Η άποψη που υπερασπίζεται ο πρόεδρος του ΔΣΑ και εισηγήθηκε η κυβέρνηση, προέρχεται από μία συντεχνιακή, κοντόφθαλμη οπτική γωνία, που λέει «ό,τι πάρουμε, καλό είναι», αρά και «αφού παίρνουμε τον προέλεγχο, (ούτε καν τον πλήρη έλεγχο), των σωματείων, προσφέρουμε στους συναδέλφους». Δηλαδή θα ήταν πιο τίμιο να λέγαμε ως δικηγόροι, να εκδίδουμε εμείς και όχι οι δικαστές τις συστατικές ή τροποποιητικές πράξεις των σωματείων (σύμφωνα με το νόμο φυσικά), κι όχι απλά να πανηγυρίζουμε για τον προέλεγχο.

Όταν καθιερωνόταν στην τακτική διαδικασία η αποκλειστικότητα των ενόρκων βεβαιώσεων ως αποδεικτικό μέσο εξέτασης μαρτύρων, ορθά ολόκληρο το σώμα είχε διαμαρτυρηθεί ότι με τον τρόπο αυτό η ζωντανή αποδεικτική διαδικασία του ακροατηρίου χάνει έναν σημαντικό πυλώνα της. Πράγματι η αποκλειστικά γραπτή τακτική διαδικασία, πέραν του ότι δεν έχει πετύχει τον τότε διακηρυγμένο σκοπό της, την επιτάχυνση της έκδοσης απόφασης, έχει προκαλέσει πλείστα δικονομικά προβλήματα. Τότε λοιπόν κινούσαμε από ορθή θέση αρχής, υπερασπιζόμενοι την ζωντανή διαδικασία της εξέτασης στο ακροατήριο. Μετά την περίοδο της πανδημίας, όταν επιτράπηκε, προσωρινά, η λήψη ένορκων βεβαιώσεων από δικηγόρους για τη διευκόλυνση των συμπολιτών μας, διαπιστώσαμε ότι έτσι αποκτούμε ένα επιπλέον (πολύ μικρό) έσοδο, οπότε η «θέση αρχής» υποχώρησε και πλέον ήταν «αίτημα του σώματος», η αποκλειστικότητα της λήψης ένορκων βεβαιώσεων από δικηγόρους.

Η διαδικασία της ένορκης βεβαίωσης ως αποδεικτικό μέσο (στον 21ο αιώνα) θα έπρεπε να είναι ξεπερασμένη και η εξέταση των μαρτύρων να είναι ευχερής για το δικαστικό ακροατήριο ζωντανά, με σκοπό την αναζήτηση της αλήθειας ή την τεκμηρίωση ενός ισχυρισμού. Αλλά, μπροστά σε αυτό το γενικό δικαιοπολιτικό στοίχημα, οι ηγεσίες των δικηγορικών συλλόγων πανηγυρίζουν για το ότι θα έχουμε πλέον πιο πολλές ένορκες βεβαιώσεις (!).

Η διάταξη του νέου νόμου (αρ. 11) σχετικά με την νέα δυνατότητα δήλωση αποδοχής κληρονομιάς από τον κληρονόμο ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου είναι εντελώς ακατανόητη. Αρχικά ο ίδιος ο τίτλος της είναι ασυμβιβαστος με το περιεχόμενο της διάταξης: «Αποδοχή κληρονομίας με πράξη δικηγόρου» λέει ο τίτλος, «υποχρέωση να παρίσταται μετά πληρεξουσίου δικηγόρου» λέει το άρθρο, αναφερόμενη στη δήλωση του κληρονόμου. Ακόμη κι αν παραβλέψουμε την προφανώς σκόπιμη αλίευση εντυπώσεων που προκαλεί ο βαρύγδουπη τίτλος «με πράξη δικηγόρου», είναι προφανές ότι πρόκειται για μία διάταξη η οποία μπορεί να δημιουργήσει πολύ περισσότερα προβλήματα από αυτά που υποτίθεται ότι λύνει. Στη διαβούλευση για το άρθρο αυτό, υπάρχει πλήθος παρατηρήσεων για την κακοτεχνία του άρθρου αυτού αλλά και ορθότατοι προβληματισμοί για την τήρηση των απαιτήσεων του νόμου (φορολογικών διατάξεων, περιουσιολογίου κ.ά.). Έπειτα, στην ουσία δεν πρόκειται για «πράξη δικηγόρου», αφού ο δικηγόρος δεν είναι δημόσιος λειτουργός (όπως ο συμβολαιογράφος ή ο γραμματέας του δικαστηρίου), αλλά για ένα είδος δικογράφου, μία δήλωση του κληρονόμου, την οποία θα έχει συντάξει δικηγόρος και θα υποβάλλει ο κληρονόμος μαζί με γραμμάτιο του δικηγόρου. Δεν πρόκειται για μεταφορά δικαστηριακής ύλης στο δικηγόρο, ούτε φυσικά θα αποσυμφορήσει τα δικαστήρια, αλλά είναι άνοιγμα μίας δυνατότητας να συντάσσει δικηγόρος ένα περιεχόμενο κειμένου (δήλωση αποδοχής ), το οποίο μέχρι σήμερα μπορούσε να πράξει (και να βεβαιώσει ως δημόσιος λειτουργός) μόνο ο συμβολαιογράφος.

Οι παραπάνω ρυθμίσεις πράγματι θα αποφέρουν κάποια (ελάχιστη) αύξηση στην εργασία κάποιων συναδέλφων. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι ελάχιστα θα αποσυμφορήσουν τη δικαστηριακή ύλη, μόνο στο επίπεδο των κληρονομητηρίων, των ενόρκων βεβαιώσεων ή/και των προσημειώσεων, εργασιών δηλαδή που καταναλώνουν ένα ελάχιστο μέρος της εργασίας των δικαστών (ειρηνοδικών).

Ο πανηγυρισμός δε ότι οι ρυθμίσεις αυτές για το δικηγόρο αναγνωρίζουν «έμπρακτα τον θεσμικό του ρόλο, αυξάνοντας το κύρος του και διευρύνοντας την επαγγελματική του δραστηριότητα», είναι μάλλον υπερβολικός. Στην ουσία μιλάμε για ελάχιστη αύξηση επαγγελματικής δραστηριότητας και ρυθμίσεις απολύτως άσχετες με οποιονδήποτε θεσμικό ρόλο ή κύρος. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ρυθμίσεις, που από θέση αρχής, αναπαράγουν διαδικασίες από τη μία πλευρά παρωχημένες ως δικαστηριακή ύλη, από την άλλη σχεδόν απολύτως γραφειοκρατικές. Τέλος, και κυρίως, οι ρυθμίσεις αυτές, είναι στην ουσία πρόφαση για να μην αντιμετωπιστεί το μείζον πρόβλημα του δικαστικού συστήματος, η υποστελέχωση και οι ανεπαρκείς υποδομές.

Το να πανηγυρίζουμε οι δικηγόροι για μέτρα που παραγνωρίζουν το μείζον πρόβλημα, αλλά μας διανέμουν ορισμένες ελάχιστες παροχές, μοιάζει να είναι κοντόφθαλμα συντεχνιακό. Εκεί που ο πρόεδρος του ΔΣΑ λέει ότι αυξάνεται το κύρος του δικηγόρου επειδή θα κόβει γραμμάτιο για δήλωση αποποίησης, ο πολίτης σκέφτεται -δίκαια ή άδικα- «άλλο ένα χαράτσι στο κεφάλι μου που το τσεπώνουν οι δικηγόροι».

Εξάλλου, ο θεσμικός ρόλος του δικηγόρου ως συλλειτουργού της δικαιοσύνης δεν εξυπηρετείται ούτε ενισχύεται όταν ο δικηγόρος βγάζει κληρονομητήρια. Ο ρόλος και το κύρος μας πραγματοποιείται όταν διαθέτουμε κατοχυρωμένα και εφαρμοστέα δικαιώματα, αυτοτελώς ή ως συνήγοροι, στη δίκη απέναντι στο δικαστή, στον εισαγγελέα, στον ανακριτικό υπάλληλο, στον αστυνομικό διευθυντή, τον λιμενικό, το ΜΑΤΑτζή, τον εφοριακό τον διοικητή του ΕΦΚΑ κ.ο.κ.. Το κύρος του δικηγόρου αυξάνεται όταν είναι συμμέτοχος στις λύσεις των κοινωνικών προβλημάτων, στην πάλη για πιο δίκαιη, πιο ελεύθερη κοινωνία, με καθαρότερες συναλλαγές. Όχι όταν αποκτά δικαίωμα να κόβει πιο πολλά γραμμάτια.

Εδώ και 15 περίπου χρόνια, από τις πρώτες μνημονιακές νομοθετήσεις, οι δικηγόροι έχουν βρεθεί στο στόχαστρο κάθε νομοθετήματος, υπό τα πιο απίθανα προσχήματα. Το ότι το δικηγορικό επάγγελμα περιλάμβανε χιλιάδες ελεύθερους επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενους εργαζόμενους, οι οποίοι μπορούσαν να εργαστούν αμέσως μετά το τέλος των σπουδών τους, είχαν προοπτική αυταπασχόλησης σχετικά σύντομα, μπορούσαν να ζήσουν με αξιοπρέπεια από την αυταπασχόλησή τους, ήταν ένα μείζον πρόβλημα για τη μνημονιακή οικονομική πολιτική αυτής της δεκαπενταετίας. Φυσικά, στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής εντάσσονταν γενικά πολλοί κλάδοι ελεύθερων επαγγελματιών και όχι αποκλειστικά οι δικηγόροι. Έτσι, σε επίπεδο νομοθέτησης, λήφθηκαν μέτρα που, όσον αφορούν στους δικηγόρους, αφενός αύξησαν το κόστος πρόσβασης στη δικαιοσύνη, κατήργησαν τους κοινωνικούς πόρους ενίσχυσης του ασφαλιστικού συστήματος, αναδιάρθρωσαν το σύστημα εισφορών ώστε να γίνει αβάστακτο, το ίδιο και το φορολογικό, έχουν διαμορφώσει συνθήκες εξόδου από το επάγγελμα χιλιάδων, ιδίως νέων, συναδέλφων, έχουν ενισχύσει τη συγκέντρωση μεγάλου όγκου ύλης στις μεγάλες δικηγορικές εταιρείες, έχουν εν γένει διαμορφώσει πολύ δύσκολες συνθήκες για να επιβιώσει οικονομικά κάποιος αυταπασχολούμενος.

Στο επίπεδο αυτό, ο δικηγορικός κλάδος, όχι μόνο αυτός φυσικά, έχει υποστεί τεράστια πλήγματα. Και μόνο το πιο πρόσφατο παράδειγμα, της τροποποίησης του Ποινικού Δίκαιου δείχνει πόσο λίγο κύρος αποδίδει η εκτελεστική εξουσία στα θεσμικά όργανα των δικηγόρων, που ούτε καν τα κάλεσε για να διατυπώσουν άποψη για τα νομοσχέδια, ούτε καν δέχθηκε ένα ελάχιστο μέρος των παρατηρήσεών τους. Είναι λοιπόν σφάλμα στο επίπεδο των σημαντικών πραγμάτων να τυγχάνουμε ως κλάδος απορριπτέοι ως συνομιλητές, αλλά να πανηγυρίζουμε όταν είναι να πάρουμε ένορκες βεβαιώσεις. Συνιστά αντιστροφή της πραγματικότητας.

Μετά από τρεις και πλέον μήνες αποχής από τα ποινικά ακροατήρια, μετά από δεκάδες συνελεύσεις όλων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας-πλην του μεγαλύτερου, στον οποίο ο ίδιος προεδρεύει, ο Δημήτρης Βερβεσός με την επιστολή του αυτή υπερασπίζεται τον εαυτό του και την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, κανέναν άλλο. Οι φράσεις δε της επιστολής του όπως «εμείς θα συνεχίσουμε να κοιτάμε τους δικηγόρους στα μάτια, πορευόμενοι προς το μέλλον και αφήνοντας πίσω τις λογικές του παρελθόντος, με τις οποίες ο δικηγορικός κλάδος έχει πάρει διαζύγιο τα τελευταία χρόνια», προκαλούν θυμηδία.

Εν τέλει, μέσα από αυτούς τους πανηγυρισμούς, προκύπτει και το όραμα και η ορίζουσα της πολιτικής της τρέχουσας ηγεσίας του Δ.Σ.Α. Μπορεί ο κόσμος γύρω μας να καίγεται, αλλά εμείς θεωρούμε επίτευγμα ορισμένες ελάχιστες παροχές. Για να είμαστε δίκαιοι, τίποτε δεν έχει χαριστεί. Ακόμα και αυτά που ρυθμίστηκαν, ρυθμίστηκαν μετά από πίεση. Αλλά το να επιχαίρουμε γι’ αυτά σαν είναι το απαύγασμα μιας ολόκληρης πολιτικής-συνδικαλιστικής προσπάθειας, είναι σα να κοιτάμε το δέντρο και όχι το δάσος.

Οι δικηγορικοί Σύλλογοι οφείλουν να έχουν ενιαία πανελλαδικά πολιτική στρατηγική και πλάνο για την ενίσχυση των συναδέλφων αλλά και την οικονομική τους ανεξαρτησία και πρόοδο. Δεν είναι δυνατόν το πλάνο αυτό να εξαντλείται σε μικροπαροχές, όταν και όποτε θέλει η κάθε κυβέρνηση για να εξυπηρετήσει παράλληλα τον βασικό σκοπό της να μειώσει τα κρατικά έξοδα (ακόμη κι αν αυτά είναι κρίσιμα για την ορθή απονομή δικαιοσύνης).

Τα πραγματικά και βασικά αιτήματα του κλάδου ήταν και παραμένουν, τόσο για κάθε συνάδελφο ξεχωριστά, όσο και τον ίδιο το ΔΣΑ που είναι ο σύλλογός μας, του οποίου ο βασικός πόρος είναι τα γραμμάτιά μας και οι εισφορές μας:

-Η κατάργηση του ΦΠΑ για την πρόσβαση των πολιτών στα δικαστήρια.

-Η απαλλαγή του ΦΠΑ στους δικηγόρους με εισόδημα έως 25.000 ευρώ

-Επαναφορά του αφορολόγητου σε ένα εύλογο ποσό π.χ 15.000 ευρώ και της κλιμακωτής φορολόγησης με δραστική μείωση των συντελεστών για τα χαμηλά εισοδήματα και αύξηση για τα πολύ υψηλά.

-Κατάργηση της φορολόγησης με τεκμήρια (το νέο φορολογικό τίθεται σε εφαρμογή φέτος).

-Κατάργηση του προκλητικού διαχωρισμού των δαπανών σε εκπτιπτόμενες και μη. Το εισόδημα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε κάθε περίπτωση (συμπεριλαμβανομένου του υπολογισμού φόρου) πρέπει να είναι το πραγματικά διαθέσιμο.

-Κατάργηση των δικαστικών ενσήμων στις αγωγές μικρού αντικειμένου.

-Δίκαιη ανακλιμάκωση των ποσών αναφοράς και γραμματίων προείσπραξης, τόσο στα γραμμάτια που είναι δίκαιο να μειωθούν όσο και με επιβολή γραμματίων στις μεγάλου αντικειμένου δίκες (και άνω των 1.500.000 ευρώ).

-Επαναφορά της παράστασης δικηγόρου στις αγοραπωλησίες ακινήτων με δίκαιη κλιμάκωση γραμματίων.

-Υποχρεωτική παράσταση (και γραμμάτιο) δικηγόρου και στις ιδιωτικές συμβάσεις μεγάλου οικονομικού αντικειμένου. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει υποχρέωση έκδοσης γραμματίων λ.χ. σε δίκες χαμηλότατης αξίας του αντικειμένου της διαφοράς ή για μία εξάλειψη προσημείωσης, και να μην υπάρχει σε συμβάσεις αξίας εκατοντάδων χιλιάδων και εκατομμυρίων ευρώ, για την σύνταξη και ολοκλήρωση των οποίων καταβάλλουν δεκάδες ώρες εργασίας δεκάδες συνάδελφοι, ιδίως στις μεγάλες δικηγορικές εταιρείες.

-Λήψη μέτρων για την καταπολέμηση της καθυστέρησης στην εκδίκαση των υποθέσεων με πρόσληψη του απαιτούμενου αριθμού δικαστών και τον συστηματικό έλεγχο περιπτώσεων αυθαιρεσίας της δικαστικής εξουσίας.

-Μαζικές επενδύσεις στα δικαστικά κτίρια και τις προσφερόμενες υπηρεσίες (καθαρισμός, κοκ).

-Κατοχύρωση πραγματικού και υψηλού επιπέδου συστήματος νομικής οήθειας (legal aid). Άμεση πληρωμή της αμοιβής νομικής βοήθειας με την κατάθεση των σχετικών δικαιολογητικών.

ΕΠΔΑ, 29-03-2024

Παρόμοια Άρθρα

Παρατάξεις