ΣΥΛΕΕΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ: Για την πανηγυρική αθώωση της γενικής γραμματέως Μαργαρίτας Κουτσανέλλου

Ανακοίνωση ΣΥΛΕΕΓΟ για την δίκη της Γ.Γ. του Συλλόγου

Η πανηγυρική αθώωση της Γ. Γραμματέως του Συλλόγου μας, Μαργαρίτας Κουτσανέλλου μας δυναμώνει και μας διδάσκει – Οι γελοίες κατηγορίες εναντίον της δεν μπόρεσαν να σταθούν ενώπιον της έδρας, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της πολιτικής αγωγής και του μάρτυρα κατηγορίας – Έκθετος ο Οργανισμός, οι Διοικήσεις του και οι πολιτικοί τους προστάτες, για την εμπάθεια και τη σκευωρία – Προβολές στο μέλλον για το τι θα επακολουθήσει;

Την Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου στο Α΄ Μονομελές Πλημμελειοδικείο όπου δικαζόταν η Γ. Γραμματέας του Συλλόγου είδαμε ένα εργαζόμενο του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ, τον κ. Γ. Καρέτσο, διορισμένο από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στη θέση του Προέδρου του Οργανισμού το 2015, σε αγαστή συνεργασία και συμπόρευση με το δικηγόρο που εκπροσωπούσε το σημερινό Πρόεδρο του Οργανισμού, κ. Σ. Χαρουτουνιάν, να έρχονται για να αντιδικήσουν ώστε τελικά να καταδικαστεί η συνδικαλίστρια Μαργαρίτα Κουτσανέλλου.

Ο Οργανισμός το 2021 – επί Διοίκησης Χαρουτουνιάν, Χατζηνικολάου – ενώ δήλωνε ότι δεν τον αφορά η υπόθεση, έστειλε δικηγόρο του Οργανισμού να παρασταθεί ως πολιτική αγωγή στη δίκη, σε μία κατηγορία/υπόθεση – φιάσκο, την οποία γνώριζε από την πρώτη στιγμή ότι ήταν τέτοια και αποδείχτηκε στη συνέχεια και στο δικαστήριο.  Ο κ. Γ. Καρέτσος το 2021 δεν ήταν τίποτα θεσμικό για τον Οργανισμό, εξαιτίας του οποίου να υποχρεώνεται να παραμείνει μάρτυρας κατηγορίας. Ήταν απλά ένα στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ! Παρόλα αυτά παρέμεινε μάρτυρας κατηγορίας, υποστηρίζοντας στην ουσία την πολιτική αγωγή από Χαρουτουνιάν, Χατζηνικολάου.

Ο πρόσφατα προσληφθείς δικηγόρος κ. Φ. Δημόπουλος, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια  για να του επιτραπεί να εκπροσωπήσει τον Οργανισμό ως πολιτική αγωγή, εναντίον της Γ. Γραμματέως του Συλλόγου.  Ενώ ο κ. Γ. Καρέτσος, Πρόεδρος του Οργανισμού επί ΣΥΡΙΖΑ, παρίστατο ως μάρτυρας κατηγορίας, στηρίζοντας την πολιτική αγωγή της σημερινής Διοίκησης του Οργανισμού.

Ήταν ξεκάθαρο και στον πιο άσχετο – ειδικά σε όσους παρακολούθησαν τη δίκη – ότι και οι δύο ήθελαν και επεδίωξαν, παρά τις ψευτοπροφάσεις τύπου «Να σε κάψω Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι», να συντρίψουν μία εργαζόμενη για τη συνδικαλιστική της δράση, μη διστάζοντας να τη φέρουν μπροστά στο ενδεχόμενο απόλυσης, ακόμα και απώλειας συνταξιοδοτικού δικαιώματος όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, ο συνήγορος υπεράσπισης στην ακροαματική διαδικασία.

Φυσικά, πρώην και νυν Διοικήσεις δεν έχουν στο στόχαστρο μόνο τη Γ. Γραμματέα, αλλά ολόκληρο το Σύλλογο, για τον ασυμβίβαστο και μαχητικό χαρακτήρα του. Αυτό που τους ενοχλεί είναι η συσπείρωση και η δυναμικότητα του Σωματείου, το οποίο έχει την εμπιστοσύνη και διατηρεί ισχυρά και ακλόνητα ερείσματα μεταξύ των εργαζόμενων, που το στηρίζουν μαζικά με όλους τους τρόπους. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να τρομοκρατήσουν κάθε εργαζόμενο που τολμά να φέρει αντίρρηση όταν οι διοικούντες επιδιώκουν να προσαρμόζουν την κοινή λογική στις απαιτήσεις τους και όχι τις απαιτήσεις τους στην κοινή λογική.

Ο Σύλλογος έδωσε τον δίκαιο αγώνα που έπρεπε για την αθώωση της Γ. Γραμματέως, Μαργαρίτας Κουτσανέλλου και με τη βοήθεια του ταξικού εργατικού κινήματος, αλλά και του δικηγόρου του Σωματείου κ. Παλαιολόγου. Ο αγώνας αυτός κατέγραψε μία καθόλου δεδομένη εκ των προτέρων νίκη, αν κρίνει κανείς από τις προθέσεις των αντίδικων που εμφανίστηκαν, αλλά και του τρόπου που χειρίζονται την υπόθεση εδώ και τέσσερα χρόνια στο εσωτερικό του Οργανισμού (και στο επίπεδο της πειθαρχικής δίωξης). Το αίσθημα ότι αποδόθηκε δικαιοσύνη φυσικά δεν ικανοποιήθηκε, καθώς ήταν ξεκάθαρο ότι σε καμία περίπτωση η έδρα δεν ήθελε να θίξει τις απαράδεκτες πράξεις και τις παραλείψεις του μηνυτή Οργανισμού. Αρκέστηκε να αθωώσει την κατηγορούμενη, αναγνωρίζοντας ότι κανένα έγκλημα δεν στοιχειοθετήθηκε με τις ενέργειές της εκείνο το βράδυ.

Οι αγώνες μας δεν θα σταματήσουν, γιατί αυτό επιβάλλει η ανάγκη. Όσο κι αν το επιθυμούν, οι διεκδικητές της κυβερνητικής εξουσίας, οι οποίοι – όπως φάνηκε και στη δίκη της γραμματέως του Συλλόγου -, όσο κι αν παριστάνουν τους αντιπάλους, ξέρουν να ενώνονται απέναντι στον κοινό εχθρό, που είναι οι εργαζόμενοι και τα εργατικά δικαιώματα. Δεν ξεχνάμε πώς αντιμετώπισαν τους εργαζόμενους οι Διοικήσεις του Οργανισμού και οι Υπουργοί επί ΣΥΡΙΖΑ, στον αγώνα για τον Κανονισμό Προσωπικού, για Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, για τα 176 ευρώ. Δεν ξεχνάμε τα «επιτεύγματα» και της σημερινής Διοίκησης επί νεοδημοκρατικής διακυβέρνησης.  Δεν ξεχνάμε ότι τους είδαμε μαζί πλάι-πλάι, στη δίκη της Παρασκευής και σε αγαστή συνεννόηση. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι όσο πιο πολύ συσπειρωνόμαστε, τόσο πιο πολλά θα καταφέρνουμε.

Ο πελατειακός συνδικαλισμός της συνδιαλλαγής και της εκδούλευσης δεν έχει πέραση και ούτε ατομικές λύσεις υπάρχουν. Σε ένα οργανισμό που υποχρηματοδοτείται και είναι υποστελεχωμένος, αργά ή γρήγορα είναι η βίτσα και το μαστίγιο που θα πάρουν θέση για να δουλεύουμε περισσότερο, χωρίς ούτε καν να μπορούμε να ζήσουμε με αυτά που πληρωνόμαστε για τη δουλειά μας. Οι οργανωμένοι και αποφασιστικοί αγώνες μας μόνο μπορούν να καλυτερέψουν τη ζωή μας και την εργασία μας.

Καλούμε όλους τους εργαζόμενους να συνειδητοποιήσουν ότι καμία προοπτική βελτίωσης της κατάστασής τους, δεν μπορούν να περιμένουν από τις πολιτικές δυνάμεις που συμμαχούν για να εξοντώσουν ένα συνδικαλιστή / μία συνδικαλίστρια, που αγωνίζεται για τις συλλογικές υποθέσεις, για τα εργατικά δικαιώματα και τις συνδικαλιστικές ελευθερίες, όπως στην περίπτωση της δίωξης στο δικό μας Οργανισμό. Τα σωματεία και οι συνδικαλισμένοι εργαζόμενοι είναι εχθροί του συστήματος και ο υπ’ αριθμόν ένα αντίπαλος στην φιλοεπιχειρηματική πολιτική τους. Θέλουν διάλυση των σωματείων, κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και επικράτηση των ατομικών συμβάσεων εργασίας. Όποιον αισθάνονται ότι τους δυσκολεύει σε αυτό το σχεδιασμό,  συμμαχούν και συνεννοούνται για να τον εξουδετερώσουν, χωρίς δεύτερη σκέψη. Εμείς, πρέπει να απαντήσουμε, υπερασπιζόμενοι αυτό ακριβώς που θέλουν να διαλύσουν και αυτό είναι η δύναμή μας:

ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΩΜΑΤΕΙΑΟΧΙ ΣΤΙΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΩΞΕΙΣ – ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΔΕΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΟΥΝΤΑΙ | ΚΑΤΩ Ο ΝΟΜΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΚΑΤΩ Η ΑΚΡΙΒΕΙΑ –  ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΜΙΣΘΟΥΣ ΜΑΣ


Το χρονικό της δίκης

Την Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου στο Α΄ Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθήνας δόθηκε μία πραγματική μάχη για την αθώωση της Γ. Γραμματέως του Συλλόγου μας, Μαργαρίτας Κουτσανέλλου. Όσο για τα περιστατικά μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, όσο και έξω απ’ αυτήν, υπήρξαν πολύ ενδιαφέροντα και διδακτικά.

Από νωρίς το πρωί, δεκάδες εργαζόμενοι-συνάδελφοι, συνδικαλιστές, συναγωνιστές και αλληλέγγυοι συγκεντρώθηκαν στα δικαστήρια της οδού Ευελπίδων για να δηλώσουν τη συμπαράστασή τους στη διωκόμενη, ανοίγοντας πανό διαμαρτυρίας για την προκλητική συνδικαλιστική δίωξη. Θυμίζουμε ότι η δίκη αφορούσε ποινική δίωξη της Γ. Γραμματέως του Συλλόγου από το 2018, με την κατηγορία της υπεξαγωγής εγγράφων (κλοπή εκλογικού υλικού σύμφωνα με τη μήνυση-έγκληση του Οργανισμού από το 2018). Μαζί με τη Μαργαρίτα βρίσκονταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, την Καλαμάτα, αλλά και πολλοί εργαζόμενοι.

Μέσα στην αίθουσα, όπως έγινε φανερό από την πρώτη στιγμή, θα δινόταν μία πραγματική δικαστική μάχη. Ο Οργανισμός εμφανίστηκε ως πολιτικός ενάγων και ήταν ξεκάθαρο ότι ο δικηγόρος που τον εκπροσωπούσε, κ. Φαίδων Δημόπουλος, (προσληφθείς επί Βορίδη) ήλθε για να αντιδικήσει πραγματικά. Από νωρίς το πρωί έσβηνε και έγραφε σημείωνε και υπογράμιζε στην «ογκώδη δικογραφία» των λίγων σελίδων τα σημεία που πίστευε ότι θα καταδίκαζαν την «εγκληματία»!!! Μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο υπάλληλος του Οργανισμού, Γεώργιος Καρέτσος – Ερευνητής, και Πρόεδρος ως γνωστόν του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ την περίοδο 2017-2018, όπου όπως όλοι θυμόμαστε βρισκόμασταν σε σοβαρές κινητοποιήσεις για τον Κανονισμό Προσωπικού.

Η αντιπαράθεση ξεκίνησε από την πρώτη στιγμή, όταν ο συνήγορος υπεράσπισης της Μαργαρίτας και δικηγόρος του Συλλόγου μας, κ. Παλαιολόγος Παλαιολόγος, αμφισβήτησε τη νομιμότητα των εξουσιοδοτήσεων που παρουσίασε ο δικηγόρος του Οργανισμού με το σκεπτικό ότι το αρμόδιο όργανο για την παροχή της απαιτούμενης εξουσιοδότησης παράστασης πολιτικής αγωγής δεν είναι ο Πρόεδρος του Οργανισμού, αλλά το Διοικητικό Συμβούλιο και απαιτείται ειδική προς τούτο απόφασή του. Ζήτησε για το λόγο αυτό την αποβολή της πολιτικής αγωγής. Ο κ. Φ. Δημόπουλος πρόβαλε έντονες αντιρρήσεις και υπήρξε αντιδικία. Η έδρα – Εισαγγελέας και Πρόεδρος – πριν αποφανθούν επί της ένστασης για αποβολή της πολιτικής αγωγής, διέκοψαν για μισή ώρα. Επιστρέφοντας, συμφώνησαν με το συνήγορο υπεράσπισης ότι οι εξουσιοδοτήσεις που προσκόμισε ο δικηγόρος του Οργανισμού πάσχουν και δεν τον δέχτηκαν ως ικανό να παραστεί και να συμμετέχει στη δίκη ως πολιτικός ενάγων. Παρά τις διαμαρτυρίες του, ο  κ. Δημόπουλος ετέθη εκτός διαδικασίας από την πρώτη στιγμή, παρόλα αυτά δεν αποχώρησε, αλλά παρέμεινε μέχρι το τέλος της δίκης, στηρίζοντας ηθικά τον μάρτυρα κατηγορίας κ. Γεώργιο Καρέτσο, με τον οποίο βρισκόταν σε διαρκή συνεννόηση. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο Σύλλογος είχε δυο φορές αιτηθεί με επίσημο έγγραφά του να συζητηθεί το θέμα στο Δ.Σ. του Οργανισμού για το αν θα παρασταθεί ως πολιτική αγωγή ή θα αποσύρει τις κατηγορίες αλλά ουδέποτε το θέμα ετέθη στην ημερήσια διάταξη ούτε και απαντήθηκαν τα επίσημα έγγραφα του ΣΥΛΕΕΓΟ που μετά από επίμονες ερωτήσεις του Προέδρου του Συλλόγου η διοίκηση ενημέρωσε ότι τέθηκαν στο αρχείο.

Κατά την κατάθεσή του ως μάρτυρας κατηγορίας ο κ. Καρέτσος επέμεινε στις κατηγορίες του περί αφαίρεσης υλικού, το οποίο πότε το παρουσίαζε ως εκλογικό και πότε το παρουσίαζε ως αποδεικτικό, παραδεχόμενος ταυτόχρονα ότι οι άδειοι ταχυδρομικοί φάκελοι δεν ήταν στοιχείο που επηρέαζε την έκδοση των αποτελεσμάτων, ότι οι φάκελοι αυτοί παραδόθηκαν στο Υπουργείο από τη Γ. Γραμματέα του Συλλόγου και κατόπιν τους παρέλαβε ο ίδιος μετά από λίγες ημέρες, μαζί με την αναφορά της.

Απαντώντας στις ερωτήσεις του κ. Παλαιολόγου αναγκάστηκε πολλές φορές να πει αντιφατικά πράγματα, να επικαλεστεί ότι δεν θυμάται, αλλά και να είναι ανακριβής για χαρακτηριστικά πράγματα όπως για παράδειγμα σε ποιο ακριβώς χώρο γινόντουσαν οι εκλογές της 16/4/2018. Ερωτήθηκε συγκεκριμένα, αν γίνονταν σε κάποιο γραφείο (κλειστό χώρο) ή στο διάδρομο και απάντησε ότι γινόντουσαν σε κλειστό χώρο – γραφείο. Όλοι όσοι βρισκόμαστε στην Κεντρική Υπηρεσία εκείνη την ημέρα, ας θυμηθούμε πού γίνονταν οι εκλογές και ας αξιολογήσουμε με τη σειρά μας το «μνημονικό» του πρώην Προέδρου.

Ιδιαίτερα ενοχλημένος έδειξε επίσης, στις ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης για τους λόγους που ζητήθηκαν την ίδια περίοδο οι παραιτήσεις σύσσωμου του Διοικητικού Συμβουλίου από τον Υπουργό Ευάγγελο Αποστόλου. Η έδρα του δικαστηρίου δεν επέτρεψε τη συνέχιση της συζήτησης επ’ αυτών των γεγονότων, τα οποία θεώρησε άσχετα με την υπόθεση. Ο κ. Παλαιολόγος εξηγούσε πως τα επικαλείται γιατί κατέτειναν στο ότι η ποινική δίωξη ήταν στην ουσία συνδικαλιστική και έγινε από την τότε Διοίκηση για λόγους αντεκδίκησης. Ανέφερε προς τούτο και την ταυτόχρονη εσπευσμένη απομάκρυνση της Μαργαρίτας από την οργανική θέση της στην Κεντρική Υπηρεσία, αλλά και την άμεση – εντός 24ωρου – επαναφορά της μετά τις σχετικές διαμαρτυρίες.

Η εξέταση του μάρτυρα ήταν εξαντλητική και ο ίδιος ήρθε συχνά σε δύσκολη θέση προσπαθώντας να δικαιολογήσει την παρουσία του και την ανάμειξη και των υπόλοιπων αναρμόδιων στην εκλογική διαδικασία (Διευθύνων Σύμβουλος και λοιποί, οι οποίοι καπέλωναν και γελοιοποιούσαν μία θεμελιώδη δημοκρατική διαδικασία). Ταυτόχρονα, παρά τις σοβαρές κατηγορίες που απεύθυνε εναντίον της Μαργαρίτας, προσπαθούσε να κρατήσει και μία στάση, την οποία η λαϊκή σοφία περιγράφει με την παροιμία «να σε κάψω Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι.»

Από τον μακρύ κατάλογο των μαρτύρων υπεράσπισης, η έδρα δεν δέχτηκε να ακούσει παραπάνω από δύο, και στην ουσία μόνο τον ένα, τον Πρόεδρο του Συλλόγου μας, Παναγιώτη Κάτσαρη, καθώς ήταν και ο μόνος αυτήκοος, στο συγκεκριμένο περιστατικό που εξεταζόταν με τους άδειους ταχυδρομικούς φακέλους. Εξηγούμε στο σημείο αυτό, ότι η Μαργαρίτα, από σωτήρια έμπνευση που είχε εκείνο το βράδυ, (αλλιώς δεν θα υπήρχε κανένας για να επιβεβαιώσει ότι όσα λέει είναι αλήθεια), στο επίμαχο χρονικό διάστημα βρισκόταν σε διαρκή τηλεφωνική επικοινωνία με τον Πρόεδρο του Συλλόγου, τον οποίο ενημέρωνε επακριβώς για το τι συνέβαινε στο διάδρομο του 7ου ορόφου της Κεντρικής Υπηρεσίας και άκουγε μάλιστα και ο ίδιος με τα αυτιά του πώς της απαντούσαν και τι της έλεγαν οι παριστάμενοι στα περιστατικά.

Ο Πρόεδρος του Συλλόγου συμμερίστηκε με όλες τις δυνάμεις του την άποψη ότι καμία ενέργεια της Μαργαρίτας δεν έβλαψε τις εκλογές, ούτε κάποια τέτοια πρόθεση υπήρχε γι’ αυτό ούτε από την ίδια, ούτε από το Σύλλογο. Το αντίθετο, με τις ενέργειες της, η Μαργαρίτα προστάτεψε το κύρος των εκλογών, κάτι για το οποίο δεν μπορεί να υπερηφανεύεται ο νομικός σύμβουλος του Οργανισμού, τη μνημειώδη γνωμοδότηση του οποίου δεν πρόκειται κανένας εργαζόμενος να ξεχάσει, καθώς είναι ο δικηγόρος που είπε ότι η απλή επιστολή και η συστημένη είναι το ίδιο πράγμα και καμία διαφορά δεν έχουν, δίνοντας έτσι το ελεύθερο να αναγνωριστούν οι 42 επιστολικές ψήφοι που απεστάλησαν με απλό ταχυδρομείο στη θυρίδα του Οργανισμού και μάλιστα ήταν γραμμένες με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα.

Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος για τον οποίο επέτρεψε και την καταστροφή τους. Και όχι μόνο αυτό, αλλά έκρινε πως είναι αρκετά ισχυρός ώστε να αλλάξει την υπουργική απόφαση και να δώσει εντολή να μονογράφεται ο φάκελος ψηφοφορίας όχι από την Πρόεδρο αλλά από τα δύο μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής. Ο Πρόεδρος, Π. Κάτσαρης τέλος, επικαλέστηκε και τα πρακτικά της 111ης Συνεδρίασης στις 26/4/2018, τα οποία προσκόμισε στην έδρα ο συνήγορος, στα οποία ο νομικός σύμβουλος παραδέχεται ότι «η κυρία Κουτσανέλλου ίσως να έχει και δίκιο».

Εν συνεχεία, κλήθηκε η Μαργαρίτα για να απολογηθεί. Η Γ. Γραμματέας του Συλλόγου, αν και δεν έκρυψε ότι ήταν συναισθηματικά φορτισμένη, επανήλθε γρήγορα και επικεντρώθηκε σε κάποια σημεία των λεγόμενων του μάρτυρα κατηγορίας (Καρέτσος), τα οποία της προκάλεσαν εντονότερο ενδιαφέρον είτε γιατί ήταν απολύτως αναντίστοιχα με την πραγματικότητα, είτε άνοιγαν ερωτηματικά και για ενδεχόμενες ενέργειες που δεν έχουν γίνει ακόμα γνωστές και έχουν σχέση με το τι ακριβώς έχει γίνει το επίμαχο υλικό, το οποίο στην πραγματικότητα έχει εξαφανιστεί έκτοτε και δεν παραδόθηκε ποτέ από τον Οργανισμό, ούτε στη δικαιοσύνη, ούτε στο πειθαρχικό συμβούλιο που το έχει ζητήσει και έχει παγώσει εξ’ αυτού του λόγου – απ’ όσο συζητείται – η διαδικασία εδώ και δύο χρόνια σχεδόν.

Αυτό που όμως φρόντισε κυρίως να αναδείξει είναι ότι το κίνητρο της να προβεί σε αυτή την ενέργεια, δεν ήταν σε καμία περίπτωση να βλάψει τις εκλογές ή τον Οργανισμό. Το αντίθετο, ο μόνος σκοπός της ήταν να διεξάγει άψογες εκλογές – και αυτό ήθελε και ο Σύλλογος – ώστε κανείς να μη μπορεί να προσάψει ότι εξαιτίας της αποχής, καταδολίευαν τις εκλογές.

Το γεγονός ότι με την παρότρυνση του νομικού συμβούλου θα πέρναγε ως αποδεκτή μία διοικητική διαδικασία, στην οποία η απλή επιστολή θα εξομοιωνόταν με την επί αποδείξει, θα σήμαινε στο εξής άλλη μία διασάλευση μίας βεβαιότητας στην εργασία μας, μία από τις πολλές με τις οποίες καλούνται καθημερινά οι εργαζόμενοι να έλθουν αντιμέτωποι και για πιο σοβαρά ζητήματα απ’ αυτό, επειδή κάποιους τους βολεύει ή έτσι θέλουν.

«Στείλτε με αν θέλετε στη φυλακή» είπε χαρακτηριστικά η Μαργαρίτα σε κάποιο σημείο της απολογίας της, αλλά από εδώ μέσα πρέπει επιτέλους να πάρουν μία απάντηση οι εργαζόμενοι:

Πόσο πιθανό είναι από αύριο να ισχυρίζεται κάποιος από θέση ισχύος μέσα στον Οργανισμό ότι αυτό που γνωρίζει ο εργαζόμενος ως βέβαιο – τόσο βέβαιο όσο ότι άλλο είναι η απλή επιστολή και άλλο η επί αποδείξει – να μην ισχύει ως τέτοιο και να ισχύει το αντίθετό του; Θα ζουν οι εργαζόμενοι με αυτό το ενδεχόμενο; Θα πρέπει να μάθουν οι εργαζόμενοι να δουλεύουν με αυτή την αμφιβολία;

Ο Οργανισμός για παράδειγμα αλληλογραφεί με εκατοντάδες παραγωγούς και επιχειρηματίες για να τους παραπέμψει σε επιτροπές παρατυπιών και παραβάσεων και μέσω αυτής της διαδικασίας καταλήγουν πιθανόν επιφορτισμένοι με πρόστιμα και διάφορες κυρώσεις. Πόσο εύκολο είναι για τον Οργανισμό να ισχυριστεί κάποια στιγμή ότι διεξήγαγε αυτή την αλληλογραφία επί αποδείξει, ενώ αυτό δεν συνέβη; Αν κρίνουμε από το νομικό σύμβουλο, δεν είναι δύσκολο.

Η Μαργαρίτα συνέχισε λέγοντας ότι εκείνο το βράδυ, όπως και κάθε φορά όπου παρευρίσκεται, ήταν σαν να ήταν μαζί της όλοι οι εργαζόμενοι τους οποίους εκπροσωπεί. Και στο πρόσωπο της – με τη στάση του νομικού συμβούλου και των υπόλοιπων – δέχονταν μία προσβολή όλοι οι εργαζόμενοι. Πρώτα απ’ όλα στη νοημοσύνη τους. Δεν ήταν διατεθειμένη να την αποδεχτεί αδιαμαρτύρητα. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στα περιστατικά, λέγοντας ότι δεν υπάρχει ίχνος ψεύδους και ανακρίβειας ως προς τα πραγματικά περιστατικά στην αναφορά που έχει καταθέσει από την πρώτη στιγμή στον Υπουργό, αλλά και σε ό, τι έχει καταθέσει στις διάφορες εξετάσεις που έχουν γίνει μέχρι τώρα. Δεν διέκοψε εκείνη τη διαδικασία εκείνο το βράδυ. Ήταν ο Πρόεδρος και ο Διευθύνων Σύμβουλος που πρότειναν να διακοπεί και να συνεχιστεί την επόμενη, λόγω κόπωσης και τα δύο μέλη συμφώνησαν. Η ίδια εσωτερικά, μια και δεν είχε ερωτηθεί, είχε σκεφτεί ότι θα έκανε ό,τι έκαναν και οι υπόλοιποι. Λυπάται που χρειάστηκε συνάδελφοι να επικαλεστούν πράγματα που δεν απηχούν τα πραγματικά περιστατικά επακριβώς, αλλά ξέρει πολύ καλά ότι το αδύναμο μέρος είναι πάντα ο εργαζόμενος και τι σημαίνει να ασκείται πίεση από τον εργοδότη. Γι’ αυτό δεν μπορεί παρά να δείχνει κατανόηση γι’ αυτή τους τη στάση. Όσο για την ίδια, αναγνωρίζει ότι στο φαίνεσθαι, σίγουρα η κίνησή της ξάφνιασε, τις συναδέλφους. Αυτό που έκανε στ’ αλήθεια ήταν ότι από μία διαδικασία που έβαινε στη λήξη της και από την οποία είχε ούτως ή άλλως αποξενωθεί με εντολή του νομικού συμβούλου (θυμίζουμε ότι ο νομικός σύμβουλος – ως άλλος υπουργός – της αφαίρεσε την αρμοδιότητα της υπουργικής απόφασης και την ανέθεσε στα άλλα δύο μέλη), αποχώρησε χωρίς να το ανακοινώσει προηγουμένως, πράγμα που προσκρούει στους κανόνες ευγένειας και είχαν λόγο να ενοχληθούν από αυτό οι συναδέλφισες.

Πάντως να θυμίσουμε στο σημείο αυτό ότι, όπως επισήμανε λίγο νωρίτερα ο συνήγορος υπεράσπισης, την αστυνομία την κάλεσε η Διοίκηση, η οποία διεύθυνε στην πραγματικότητα τις εκλογές και όχι η εφορευτική επιτροπή!

Τόσο η Εισαγγελέας, όσο και ο Πρόεδρος καθ’όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δεν αντέλεξαν, ούτε καθ’ υπαινιγμό, ούτε στο συνήγορο υπεράσπισης, ούτε στο μάρτυρα υπεράσπισης, ούτε στην κατηγορούμενη ότι δεν ήταν σωστή η κρίση της Μαργαρίτας, ως Προέδρου της Εφορευτικής Επιτροπής ως προς την επιστολική ψήφο ή στα άλλα σημεία της διαδικασίας. Η Εισαγγελέας το μόνο που ρώτησε τη Μαργαρίτα είναι εάν είχε άλλο τρόπο να ενεργήσει. Σε αυτό η Μαργαρίτα απάντησε με αιτιολόγηση πως όχι, και μόνο στο ζήτημα ότι σηκώθηκε κι έφυγε χωρίς να πει καληνύχτα, μπορεί κάποιος να της ζητά εξηγήσεις.

Μετά την απολογία, η συνεδρίαση διακόπηκε ξανά για περίπου είκοσι λεπτά. Όταν επέστρεψαν στην έδρα τους, η εισαγγελέας χωρίς να είναι απολύτως σαφής στην ανάλυση της ως προς τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφων, μίλησε για απόκρυψη, αναγνωρίζοντας όμως ότι ούτε αυτή υπήρξε, αφού τα έγγραφα παραδόθηκαν και μάλιστα αμέσως, είπε ότι η ενέργεια ήταν αντικανονική, αλλά δεν υπήρχε σκοπός βλάβης και ζήτησε την αθώωση της κατηγορούμενης, καθώς δεν πληρούνταν η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Ο συνήγορος της υπεράσπισης, σε αυτή τη φάση, απευθύνθηκε στον Πρόεδρο της έδρας με ισχυρή επιχειρηματολογία μη αναγνωρίζοντας ότι πληρούται ούτε καν αυτή η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, καθώς, εάν τελικώς επρόκειτο για έγγραφα, ο Οργανισμός εδίωξε την κατηγορούμενη επειδή διέσωσε τα έγγραφα, που αυτός κατέστρεψε. Ο συνήγορος υπεράσπισης ήταν απολύτως σαφής. Όπως και αν εκληφθούν οι επίμαχοι φάκελοι – είτε ως έγγραφα, είτε ως άχρηστο, άνευ αξίας υλικό – η κατηγορούμενη έπραξε τα ορθά και είναι αθώα και η Διοίκηση είναι αυτή που πρέπει να ελεγχθεί για τις πράξεις και τις προθέσεις της.

Ο Πρόεδρος κήρυξε την αθωότητα της κατηγορούμενης, μέσα σε κλίμα πανηγυρισμών του ακροατηρίου, το οποίο παρέμεινε στο πλευρό της Μαργαρίτας, μέχρι το τέλος της συνεδρίασης ακόμη και μετά τις 15:00.

Ας ειπωθεί στο σημείο αυτό ότι ακόμα και η γραμματέας της έδρας και ο αστυνομικός που συμμετείχαν στη διαδικασία, με νεύματά τους κάθε τόσο, καθόλη τη διάρκεια της δίκης, έδειχναν να συμμερίζονται τις σκέψεις του συνήγορου υπεράσπισης για τα περιστατικά και τη σημασία τους και να συμφωνούν ότι καμία θέση στο εδώλιο δεν είχε η κατηγορούμενη, αλλά το αντίθετο.

Όσοι παρακολούθησαν την ακροαματική διαδικασία αποχώρησαν ικανοποιημένοι για την αθωωτική απόφαση, αλλά ανικανοποίητοι ως προς το αν αποδόθηκε πραγματικά δικαιοσύνη, αφού όλοι κατάλαβαν ότι άλλοι έπρεπε να ελέγχονται για τις πράξεις και τις παραλείψεις τους και όχι η Γραμματέας του Συλλόγου.

Print Friendly, PDF & Email