1.7 C
Athens
Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου, 2023

Συνταγματικότητα μείωσης αποδοχών υπαλλήλων ΔΕΥΑ με μνημονιακούς νόμους

Πρόσφατα

Περικοπή μηνιαίων αποδοχών και επιδομάτων εορτών και αδείας υπαλλήλων ΙΔΑΧ με βάση τους μνημονιακούς νόμους 3833/2010, 3845/2010, 4042/2011 και 4093/2012. Οι ΔΕΥΑ υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο αυτών και ειδικότερα συγκαταλέγονται στα ΝΠΙΔ των άρθρων 1 § 5 & 2 § 2 ν. 3833/2010, 3 §§ 4 & 6 ν. 3845/2010, 31 §§ 1α, 3 & 4 ν. 4024/2011, καθώς και στην περίπτωση 12 της υποπαρ. Γ1 της § Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, αφού είναι επιχειρήσεις ΟΤΑ ειδικού σκοπού, έχουν κοινωφελή χαρακτήρα, παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες (ύδρευση-αποχέτευση) και πληρούν το κριτήριο που τάσσεται διαζευκτικά και από τους τέσσερις νόμους, ήτοι ανήκουν σε συγκεκριμένο ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής τους και ως εκ τούτου, η γενομένη, κατ’ εφαρμογή τους, μείωση των αποδοχών του προσωπικού τους είναι νόμιμη. Περαιτέρω οι ως άνω διατάξεις των ν. 3833/2010, 3845/2010, 4024/2011 και 4093/2012 δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 1 ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. (ΑΠ Β2′ Πολιτικό Τμήμα 738/2020)

Όμως

Οι ΔΕΥΑ δεν υπάγονται στην κατηγορία των ΟΤΑ ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από τον οποίο αντιθέτως ρητά εξαιρούνται. Συνακόλουθα οι εργαζόμενοι σ` αυτές, όπως εν προκειμένω, δεν υπόκεινται στις μειώσεις αποδοχών των ν. 3833/2010 και 3845/2010 αλλά μόνο σ’ εκείνες του ν. 4024/2011 που ισχύουν από την 1-11-2011 και εφεξής, προβλέπουν δε άμεση περικοπή έως και του 25% των αποδοχών τους και κατανομή της τυχόν επιπλέον μείωσης σε ισόποσες μεταξύ τους δόσεις την 1-11-2012 και την 1-11-2013. (ΑΠ B1′ Πολιτικό Τμήμα 848/2020)

Πηγή: dimosnet


Αριθμός 738/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη – Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο – Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)ΧΧΧ του ΧΧΧ, κατοίκου ΧΧΧ, 2)ΧΧΧ του ΧΧΧ, κατοίκου ΧΧΧ, 3)ΧΧΧ του ΧΧΧ, κατοίκου ΧΧΧ, και 4)ΧΧΧ του ΧΧΧ, κατοίκου ΧΧΧ οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ΧΧΧ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης του Δήμου ΧΧΧ, που εδρεύει στο ΧΧΧ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ΧΧΧ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/8/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ΧΧΧ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 138/2017 του Μονομελούς Εφετείου ΧΧΧ. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/7/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 9-7-2018 και με αριθ. κατάθεσης 19/2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ’ αριθ. 138/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ΧΧΧ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 26-8-2014 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι συνδέονται με την εναγομένη -αναιρεσίβλητη ΔΕΥΑ Δήμου ΧΧΧ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι το εναγόμενο επικαλούμενο τους μνημονιακούς νόμους 3833/2010, 3845/2010, 4042/2011 και 4093/2012, προέβη σε περικοπή των μηνιαίων αποδοχών τους και των επιδομάτων εορτών και αδείας και ότι με βάση τις περικοπές αυτές υπολόγισε τις αποδοχές τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (Ιανουάριος 2010/Ιούλιος 2014), παρά το ότι οι ίδιοι δεν υπάγονταν στο ρυθμιστικό πεδίο των νόμων αυτών, άλλως οι διατάξεις αυτές αντίκεινται στις συνταγματικές επιταγές της συλλογικής αυτονομίας και της αναλογικότητας, καθώς και στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ προστασία, καθιστάμενες έτσι μη εφαρμοστέες. Ζήτησαν δε για την ανωτέρω αιτία, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει για οφειλόμενες διαφορές αποδοχών τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Το Μονομελές Πρωτοδικείο ΧΧΧ με την 35/2016 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και επί της αποφάσεως αυτής, ασκηθείσης της από 1-7-2016 εφέσεως των εναγόντων, εξεδόθη η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση 138/2017 του Μονομελούς Εφετείου ΧΧΧ, που απέρριψε την έφεση κατ’ ουσίαν, κρίνοντας ότι οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των εν λόγω μνημονιακών νόμων και περαιτέρω, περί της συμβατότητας των νόμων αυτών με το Σύνταγμα και το Ενωσιακό δίκαιο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το άρθρο 1 § 1 ν. 1069/1980 “Περί κινήτρων δια την ίδρυση Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως” προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με τη μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησής τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: α) η δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης, αποτελούσα κατά τα προαναφερθέντα αυτοτελές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, διοικείται από ίδιο διοικητικό συμβούλιο, του οποίου τα μέλη, ο Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος ορίζονται κατά τας περί συγκροτήσεως της Επιτροπής Δημοτικών Επιχειρήσεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος διατάξεις (άρθρο 3 § 1), β) καθορίζεται με οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας, που συντάσσεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης και εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού της, το οποίο συνδέεται με την επιχείρηση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανάλογα προς τις ανάγκες της επιχείρησης, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων αυτού κατά ομάδες ειδικοτήτων και ανάλογα με τη βαθμίδα εκπαίδευσης, οι αποδοχές, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης και απόλυσης και το αρμόδιο προς τούτο όργανο (άρθρο 7 §§ 1 & 2), γ) η επιχείρηση έχει ιδία περιουσία και δικούς της πόρους (άρθρα 8 & 10), δ) η οικονομική διαχείριση της επιχείρησης ενεργείται με βάση δικό της προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, έχει δε η επιχείρηση δική της αυτοτελή ταμειακή υπηρεσία και διατάκτης αυτής είναι ο γενικός διευθυντής σε σύμπραξη με τον προϊστάμενο των οικονομικών υπηρεσιών της επιχείρησης (άρθρο 17 § 1), ε) τα σχετικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις γενικής παραδοχής λογιστικές και οργανωτικές αρχές, ρυθμίζονται κάθε φορά με κανονισμούς που συντάσσονται και ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης και ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο (άρθρο 21 & 1). Εξ άλλου στο δέκατο μέρος του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006, το οποίο φέρει τον τίτλο “Επιχειρήσεις Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης”, ορίζονται τα εξής: “1. Οι δήμοι και οι κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., σύμφωνα με τις παρακάτω ειδικότερες ρυθμίσεις… 4. Επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. που συνιστώνται βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, οι οποίες διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους, αποτελούν αντίστοιχες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού. 5. Οι επιχειρήσεις των προηγούμενων παραγράφων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου…” (άρθρο 252 §§ 1, 4 & 5). “1. Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις διοικούνται από διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από επτά (7) έως έντεκα (11) μέλη, τα οποία ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο. Από τα μέλη αυτά τουλάχιστον τρεις (3) είναι αιρετοί εκπρόσωποι του Δήμου ή της Κοινότητας, ένας (1) είναι εκπρόσωπος των εργαζομένων στην επιχείρηση, αν αυτή απασχολεί περισσότερους από είκοσι (20) εργαζόμενους, υποδεικνυόμενος από τη γενική συνέλευση αυτών, και ένας (1) είναι εκπρόσωπος κοινωνικού φορέα της περιοχής. Τα υπόλοιπα μέλη είναι δημότες ή κάτοικοι του Δήμου ή της Κοινότητας που έχουν πείρα ή γνώσεις σχετικές με το αντικείμενο της επιχείρησης. Στην περίπτωση των αιρετών μελών τουλάχιστον ένα μέλος εξ αυτών προέρχεται από τη μειοψηφία. 2. Η θητεία του διοικητικού συμβουλίου ακολουθεί τη θητεία του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, εκτός αν στην πράξη σύστασης της επιχείρησης προβλέπεται μικρότερη θητεία. Σε κάθε περίπτωση η θητεία του λήγει το αργότερο τρεις (3) μήνες μετά την εγκατάσταση του νέου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. 3. Μέλη του διοικητικού συμβουλίου είναι δυνατόν να αντικατασταθούν κατά τη διάρκεια της θητείας τους, με αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που τα όρισε, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του. Για την αντικατάσταση του εκπροσώπου των εργαζομένων και του κοινωνικού φορέα της περιοχής απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του οργάνου που τους πρότεινε. 4. Το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο ορίζει από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο του. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης προσλαμβάνεται διευθυντής μετά από σχετική προκήρυξη. Στον κανονισμό προσωπικού καθορίζονται τα προσόντα που πρέπει να έχει ο διευθυντής της επιχείρησης…” (άρθρο 255 §§ 1, 2, 3, 4). “Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης εγκρίνονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, αν αυτές αφορούν: α) Την ψήφιση του προϋπολογισμού, του ισολογισμού και της έκθεσης πεπραγμένων. β) Την αγορά ή εκποίηση ακινήτων ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματο δικαίωμα. γ) Τη διάθεση των καθαρών κερδών ή τη διενέργεια επενδύσεων. δ) Την αύξηση του κεφαλαίου της επιχείρησης. ε) Τη συγχώνευση ή τη λύση της επιχείρησης. στ) Τη σύναψη δανείων και ζ) Την έγκριση των κανονισμών του επομένου άρθρου” (άρθρο 256 § 1). “Το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης συντάσσει υποχρεωτικά τους ακόλουθους κανονισμούς: α. Εσωτερικό κανονισμό υπηρεσιών, με τον οποίο καθορίζονται η οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών της επιχείρησης, οι θέσεις του προσωπικού κατά ειδικότητα, καθώς και το ανώτατο όριο αυτού. β. Κανονισμό προσωπικού, ο οποίος καθορίζει την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού, τα προσόντα πρόσληψης, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, καθώς και τις πειθαρχικές του ευθύνες. γ. Κανονισμό οικονομικής διαχείρισης. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης μπορεί να συντάσσονται και άλλοι κανονισμοί, οι οποίοι κρίνονται απαραίτητοι για τη λειτουργία αυτής” (άρθρο 257 § 1). “Η κοινωφελής επιχείρηση είναι δυνατόν να χρηματοδοτείται από τον οικείο δήμο για τις δραστηριότητές της, μετά από σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του” (άρθρο 259 § 1 εδ. α’, όπως η § 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 § 14 ν. 4071/2012). “1. Η διαχείριση των κοινωφελών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση. 2… 3. Η έγκριση του προϋπολογισμού της επιχειρήσεως από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός μηνός από την ψήφιση του προϋπολογισμού του οικείου Ο.Τ.Α. 4… 5. Ο Δήμος ή η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έχει αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων” (άρθρο 260 §§ 1, 3 & 5).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 § 5 ν. 3833/2010 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 90 § 5 ν. 3842/2010): “Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση, σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%). Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα. Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας”. Κατά το άρθρο 2 § 1 του ίδιου νόμου: “Οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους ή μισθωτούς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθορίζονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003. Στο ανωτέρω όριο δεν συνυπολογίζεται το επίδομα για υπηρεσία στην αλλοδαπή, όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις”, κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 90 § 5 ν. 3842/2010): “Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη διοικητικών συμβουλίων, καθώς και στο πάσης φύσεως προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005…”. Στη συνέχεια με το άρθρο τρίτο §§ 4, 5 & 6 ν. 3845/2010 έλαβε χώρα περαιτέρω μείωση των αποδοχών των λειτουργών, υπαλλήλων και μισθωτών που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα ορίσθηκαν τα εξής: “Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, ή διαιτητική απόφαση, ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%). Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους” (§ 4). “Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και εκτελεστικά μέλη διοικητικών συμβουλίων των Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005” (§ 5). Και “Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ. β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους” (§ 6). Περαιτέρω, με το ν. 4024/2011 “Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο -βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015”, εκτός άλλων, προβλέφθηκε μισθολόγιο για τους απασχολούμενους στο με στενή έννοια δημόσιο τομέα, στο δε άρθρο 29 § 2 αυτού, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 § 3 της ΠΝΠ 16/16-12-2011 (ΦΕΚ Α’ 262), ορίζεται ότι: “Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: α)… β)… Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής: α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου. 3… 4. Τα θέματα του Κεφαλαίου αυτού δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων”. Στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο “Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα” ορίζονται τα ακόλουθα: “1. α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους… εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους… 3. Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο… 4. Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα… Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31-12-2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%” (το τελευταίο εδάφιο της § 4 προστέθηκε με την § 4 του άρθρου 1 της από 31-12-2011 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α 268)… 7. Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζόμενους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29… 9. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν τα ανώτατα κατά περίπτωση όρια που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους”. Και με το άρθρο 32 § 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι “Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1-11-2011”. Τέλος, με το ν. 4093/2012 “Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 -Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016”, στο άρθρο πρώτο § Γ υποπαρ. Γ.1 “μισθολογικές διατάξεις του δημόσιου τομέα” ορίστηκαν τα εξής: “1. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ. και Ο.Τ.Α. καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1-1-2013… 12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011, που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α’ του ν. 3429/2005, όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010… Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4042/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2”. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των νόμων 3833/2010, 3845/2010, 4024/2011 και 4093/2012 και ενόψει του διέποντος αυτές νομοθετικού πλαισίου (ν. 1069/1980 & 3463/2006) προκύπτει ότι οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο αυτών και ειδικότερα συγκαταλέγονται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου των άρθρων 1 § 5 & 2 § 2 ν. 3833/2010, 3 §§ 4 & 6 ν. 3845/2010, 31 §§ 1α, 3 & 4 ν. 4024/2011, καθώς και στην περίπτωση 12 της υποπαρ. Γ1 της § Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, αφού είναι επιχειρήσεις ΟΤΑ ειδικού σκοπού, έχουν κοινωφελή χαρακτήρα, παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες (ύδρευση-αποχέτευση) και πληρούν το κριτήριο που τάσσεται διαζευκτικά και από τους τέσσερις νόμους, ήτοι ανήκουν σε συγκεκριμένο ΟΤΑ (εν προκειμ. Δήμο ΧΧΧ), κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής τους και ως εκ τούτου, η γενομένη, κατ’ εφαρμογή τους, μείωση των αποδοχών του προσωπικού τους είναι νόμιμη (ΑΠ 1097/2018, βλ. και ΑΠ 829, 830/2018 οι οποίες κρίνουν αντίθ. επί των ν. 3833 & 3845/2010 και ομοίως ως προς τους λοιπούς).

Περαιτέρω οι ως άνω διατάξεις των ν. 3833/2010, 3845/2010, 4024/2011 και 4093/2012 δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις των άρθρων 5, 22, 25 και 106 § 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ούτε στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Και αυτό διότι, αυτή καθ’ εαυτή η υπαγωγή του προσωπικού των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης στο μισθολόγιο των άνω νόμων και ο κανονισμός των αποδοχών τους, που αποτελεί κύριο αντικείμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (άρθρο 2 ν. 1876/1990), με τυπικό νόμο, αιτιολογείται επαρκώς στο πλαίσιο της προσπάθειας που καταβάλλεται από την Ελληνική Κυβέρνηση στην παρούσα δημοσιονομική συγκυρία για την εξοικονόμηση των δαπανών και τον εξορθολογισμό της υφιστάμενης προβληματικής κατάστασης, η οποία είχε διαμορφωθεί με βάση το ισχύον, παρωχημένο και σε κάποιες περιπτώσεις αυθαίρετο σύστημα οικονομικών απολαβών, τόσο στο στενό, όσο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 4024/2011).

Συνεπώς, η υπαγωγή του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών – που έχουν κοινωφελή χαρακτήρα και ανήκουν στους ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημοσίου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησης του – στις ρυθμίσεις των πιο πάνω νόμων, με συνέπεια την ανάλογη μείωση των αποδοχών τους, εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό δημόσιας ωφέλειας και βρίσκει αιτιολογικό έρεισμα στην έκτακτη και πρωτοφανή δημοσιονομική κρίση που αντιμετώπισε η Χώρα μας (συνεπεία της οποίας μάλιστα μεγάλο ποσοστό των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα – είτε μισθωτών είτε αυτοαπασχολούμενων – κατέστησαν άνεργοι σε αντίθεση με τους απασχολούμενους στο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα). Σε κάθε περίπτωση, η έλλειψη αμιγώς προσωρινού χαρακτήρα των μέτρων αυτών (έστω κι αν η παρέμβαση του νομοθέτη υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, ο οποίος συμπίπτει με τη λήξη του εγκριθέντος με το Ν. 4093/2012 Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής) είναι δικαιολογημένη, διότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν όχι μόνο να αντιμετωπίσει την οξεία δημοσιονομική κρίση, αλλά κυρίως να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά, κατά τρόπο μόνιμο, η λήψη δε των μέτρων αυτών δικαιολογείται στο πλαίσιο υιοθέτησης ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο στόχευε στην αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης χρηματοδότησης της χώρας, αλλά και στην βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Επιπλέον, ούτε η επί τω χείρω μεταβολή των συμφωνηθέντων με τον εργοδότη όρων εργασίας του ως άνω προσωπικού πλήττει την προστατευόμενη από το άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος συμβατική ελευθερία αμφότερων των μερών της εργασιακής σχέσης, ούτε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών ορισμένου ύψους, αφού δεν κωλύεται καταρχήν ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση του Κράτους, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα εισάγοντας νέες ρυθμίσεις. Ως εκ τούτου, οι ως άνω διατάξεις των νόμων 3833/2010, 3845/2010, 4024/2011 και 4093/2012 δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις των άρθρων 4 § 5 και 25 § 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ούτε στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αφού δεν άγουν σε υπέρμετρη απώλεια των αποδοχών τους σε σχέση με αυτή που βάσει των ίδιων διατάξεων υπέστη το προσωπικό ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ ούτε ανατρέπουν ριζικά τα δεδομένα της οικονομικής τους κατάστασης, στα οποία είχαν καλοπίστως αποβλέψει (ΑΠ 1097/2018). Επομένως, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς και ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναίρεσης για πλημμέλειες εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το μέρος που με το λόγο αυτό (στοιχ. ΙΙΙ Γ) οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι έλαβε χώρα δεύτερη εφαρμογή του ν. 4024/2011 (άρθρ. 29) λόγω της εκ νέου ένταξής τους στο ενιαίο μισθολόγιο με το ν. 4093/2012, ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ’ άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν τέθηκε προς κρίση με την αγωγή (με την οποία επίμαχο κατέστη το ζήτημα της υπαγωγής ή όχι των ΔΕΥΑ στους άνω μνημονιακούς νόμους), ούτε προτάθηκε πρωτόδικα και δεν μεταβιβάστηκε με λόγο εφέσεως στο Εφετείο.

Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-7-2018 και με αριθ. κατάθεσης 19/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 138/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ΧΧΧ.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Αριθμός 848/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Γ. του Δ., 2) Μ. Κ. του Δ., 3)Α. Κ. του Θ., 4) Π. Κ. του Σ., 5) Ι. Κ. του Β., 6) Π. Κ. του Π., 7) Θ. Κ. του Γ., 8) Α. Μ. του Β., 9) Γ. Μ. του Σ., 10) Π. Π. του Δ., 11) Ν. Σ. του Δ. και 12) Ι. Σ. του Κ., κατοίκων …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου …………., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία “ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΔΗΜΟΥ ………….” και το διακριτικό τίτλο “………….”, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου …………., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο …………..

Εκδόθηκαν η 121/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 124/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ………….. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-2-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με το άρθρο 1 § 1 του ν. 1069/1980 ” Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως” (Α’ 191) προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με τη μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησής τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα. Οι επιχειρήσεις αυτές ύδρευσης και αποχέτευσης, διαθέτουν πλήρη νομική, διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, έναντι και αυτού του αντίστοιχου Δήμου, καθόσον ειδικότερα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: α) η δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης, αποτελούσα, κατά τα προαναφερθέντα, αυτοτελές ΝΠΙΔ, διοικείται από ίδιο Διοικητικό Συμβούλιο (άρθρο 3 παρ.1), β) με Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας, που συντάσσεται με απόφαση του ΔΣ της επιχείρησης και εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, καθορίζεται η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού της, το οποίο συνδέεται με την επιχείρηση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανάλογα προς τις ανάγκες της επιχείρησης, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων αυτού κατά ομάδες ειδικοτήτων και ανάλογα με τη βαθμίδα εκπαίδευσης, οι αποδοχές, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης και απόλυσης και το αρμόδιο προς τούτο όργανο (άρθρο 7 παρ. 1 και 2), γ) η επιχείρηση έχει ιδία περιουσία και δικούς της πόρους (άρθρα 8 και 10), δ) η οικονομική διαχείριση της επιχείρησης ενεργείται με βάση δικό της προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, έχει δε η επιχείρηση δική της, αυτοτελή, ταμειακή υπηρεσία και διατάκτης αυτής είναι ο Γενικός Διευθυντής σε σύμπραξη με τον προϊστάμενο των οικονομικών υπηρεσιών της επιχείρησης (άρθρο 17 παρ. 1), ε) τα σχετικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις γενικής παραδοχής λογιστικές και οργανωτικές αρχές, ρυθμίζονται κάθε φορά με κανονισμούς που συντάσσονται και ψηφίζονται από το ΔΣ της επιχείρησης και ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο (άρθρο 21 παρ.1). Περαιτέρω, ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006, Α’ 114), στο άρθρο 252 και υπό τον τίτλο “Επιχειρήσεις Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης” , ορίζει ότι : ” 1) Οι Δήμοι …μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις ΟΤΑ, σύμφωνα με τις παρακάτω ρυθμίσεις …4. Επιχειρήσεις ΟΤΑ που συνιστώνται βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, οι οποίες διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους, αποτελούν αντίστοιχες επιχειρήσεις ΟΤΑ ειδικού σκοπού. 5. Οι επιχειρήσεις των προηγουμένων παραγράφων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου….” , στο άρθρο 255 παρ. 1 ότι ” Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις διοικούνται από διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από επτά (7) έως έντεκα (11) μέλη, τα οποία ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο…” , στο άρθρο 256 ορίζει ότι ” Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης εγκρίνονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, αν αυτές αφορούν: α. Την ψήφιση του προϋπολογισμού, του ισολογισμού και της έκθεσης πεπραγμένων, β. Την αγορά ή εκποίηση ακινήτων, γ. τη διάθεση καθαρών κερδών ή τη διενέργεια επενδύσεων, δ. Την αύξηση του κεφαλαίου της επιχείρησης, ε. Τη συγχώνευση ή λύση της επιχείρησης, στ. Τη σύναψη δανείων…, ενώ στο άρθρο 257 παρ.1 αυτού ορίζεται ότι ” Το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης συντάσσει υποχρεωτικά τους ακόλουθους κανονισμούς: α. Εσωτερικό Κανονισμό Υπηρεσιών, με τον οποίο καθορίζονται η οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των επιχειρήσεων, οι θέσεις του προσωπικού κατά ειδικότητα, καθώς και το ανώτατο όριο αυτού, β. Κανονισμό Προσωπικού, γ. Κανονισμό Οικονομικής Διαχείρισης. Περαιτέρω, στο άρθρο 259 παρ. 1 του ΔΚΚ ορίζεται ότι ” Η δημοτική επιχείρηση είναι δυνατόν να χρηματοδοτείται από τον οικείο δήμο για τις δραστηριότητές της, μετά από σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του…” και, τέλος, στο άρθρο 260 παρ. 1, 3 και 5 αντίστοιχα ότι ” Η Διαχείριση των κοινοτικών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητος από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική Διαχείριση”,”Η έγκριση του προϋπολογισμού της επιχείρησης από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός μηνός από την ψήφιση του προϋπολογισμού του οικείου ΟΤΑ” και ” Ο δήμος ή η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις είχε αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων…” . Εξάλλου, οι Δ.Ε.Υ.Α. τόσο κατά το ευρωπαϊκό όσο και κατά το εθνικό δίκαιο δεν ανήκουν στο Κράτος ή στο Δήμο, δεν επιχορηγούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό και σε κάθε περίπτωση δεν συγκαταλέγονται στους φορείς της “Γενικής Κυβέρνησης”. Ειδικότερα, με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (Α’ 141) προστέθηκε άρθρο 1Β στο ν. 2362/1995 (Α’ 247) περί Δημοσίου Λογιστικού, με το οποίο, ορίσθηκαν τα εξής: “1. Δημόσιος τομέας: περιλαμβάνει τη Γενική Κυβέρνηση και τις δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3, καθώς και τους δημόσιους οργανισμούς, κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (Α’ 314). 2. Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πρώτου και δεύτερου βαθμού (ΟΤΑ) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ). 3. Κεντρική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Διοίκηση και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται κυρίως από την Kεντρική Διοίκηση, εκτός ΟΤΑ και ΟΚΑ. 4. Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος: περιλαμβάνει την προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και τις Ανεξάρτητες Αρχές…”. Εξάλλου, με το άρθρο 50 παρ. 1εδ. α’ του ν. 3943/2011 (Α’ 66) προστέθηκε στην παράγραφο 2 του άρθρου 1Β του άνω νόμου 2362/1995 τελευταίο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο ” Αναλυτικά τα νομικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην Κεντρική Κυβέρνηση, τους ΟΤΑ και τους ΟΚΑ προσδιορίζονται από το Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής” . Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι φορείς που περιλαμβάνονται στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης καθορίζονται κατ’ αρχήν από το νόμο. Για την κατάταξη, όμως, ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης απαιτείται προηγούμενη κρίση σχετικά με τη συνδρομή των τασσόμενων στις οικείες διατάξεις κριτηρίων. Δηλαδή, προκειμένου να υπαχθεί ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης, εξετάζεται αν το εν λόγω πρόσωπο ελέγχεται και χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από την Κεντρική Διοίκηση ( ΑΠ113/2017,Ολ ΣΤΕ 3404/2014, ΣΤΕ 2497/2013).

Συνεπώς, οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, που αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, διαθέτοντας ίδια διοίκηση, ανεξάρτητη ταμειακή υπηρεσία και ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, με βάση τον οποίο γίνεται η οικονομική διαχείρισή τους, ίδια περιουσία και δικούς τους πόρους, ανεξάρτητη και αυτοτελή εσωτερική οργάνωση και λειτουργία με βάση κανονισμούς που συντάσσονται από τα όργανα διοίκησης αυτών, δεν υπάγονται στην κατηγορία των ΟΤΑ, ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από τον οποίο αντιθέτως ρητά εξαιρούνται (ΑΠ 830/2018,2063/2014, 15/2013), ούτε ελέγχονται από την Κεντρική Διοίκηση, κατά την έννοια των σχετικών ορισμών του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εθνικών και Περιφερειακών Λογαριασμών της Κοινότητας, στους οποίους παραπέμπουν και οι διατάξεις του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει κανένα από τα δύο σωρευτικά τιθέμενα στις οικείες διατάξεις κριτήρια για την κατάταξή τους από την ΕΛΣΤΑΤ στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης και την ένταξή τους στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης.

2.Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 5 ν. 3833/2010 (ΦΕΚ Α 40): “Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση, σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α), μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%). Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα. Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας”. Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου: “Οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές ή “σύνταξη” που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους ή μισθωτούς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθορίζονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του ν. 3205/2003.

Στο ανωτέρω όριο δεν συνυπολογίζεται το επίδομα για υπηρεσία στην αλλοδαπή, όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις”, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 90 παρ. 5 ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α 58): “Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη διοικητικών συμβουλίων, καθώς και στο πάσης φύσεως προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο κράτος σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό “σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ” ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005…”. Στη συνέχεια, με το άρθρο τρίτο παρ. 4 και 5 ν. 3845/2010, έλαβε χώρα περαιτέρω μείωση των αποδοχών των λειτουργών, υπαλλήλων και μισθωτών που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα ορίσθηκαν τα εξής: “Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, ή διαιτητική απόφαση, ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%). Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους” (παρ. 4) και “Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και εκτελεστικά μέλη διοικητικών συμβουλίων των Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005” (παρ. 5). Εξ άλλου ο ν. 4024/2011 “Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015” (ΦΕΚ Α 226), ορίζει στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού που φέρει τον τίτλο “Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α` και Β` βαθμού και άλλων φορέων του Δημόσιου Τομέα και συναφείς διατάξεις”, τα εξής: “Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ)… (άρθρο 4 παρ. 1). “Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου… εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17” (άρθρο 4 παρ. 2). “1. Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης-Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ)- κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, ως εξής: Βαθμός Α, Βαθμός Β, Βαθμός Γ, Βαθμός Δ, Βαθμός Ε, Βαθμός ΣΤ. 2…. 3. Εισαγωγικός βαθμός για όλες τις κατηγορίες εκπαίδευσης προσωπικού είναι ο Βαθμός ΣΤ… και καταληκτικός ο Βαθμός Α για την ΠΕ και ΤΕ κατηγορία, ο Βαθμός Β για την ΔΕ κατηγορία και ο Βαθμός Γ για την ΥΕ κατηγορία” (άρθρο 6). Στο άρθρο 12 του ίδιου νόμου καθορίζεται το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4 και στο άρθρο 14 καθορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου. Περαιτέρω στο άρθρο 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ. 3 της ΠΝΠ 16/16-12-2011 (ΦΕΚ Α 262), ορίζεται ότι: “Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: α)… Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής: α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου. 3… 4. Τα θέματα του Κεφαλαίου αυτού δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων”. Στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο “Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα” ορίζονται τα ακόλουθα: “1. α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους. εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους… β) Το ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβής προσωπικού εφαρμόζεται και στις δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και ανώνυμες εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β` του ν. 3429/2005, καθώς και στις θυγατρικές τους, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις… 2… 3. Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ` εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο… 4. Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα… Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31-12-2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%” (το τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 προστέθηκε με την παρ.4 του άρθρου 1 της από 31-12- 2011 Π.Ν.Π. (ΦΕΚ Α 268). 5… 6… 7. Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζόμενους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29. 8… 9. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν τα ανώτατα κατά περίπτωση όρια που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους”. Τέλος, στο άρθρο 32 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι “Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1-11-2011”. Με βάση τα ανωτέρω και ενόψει του διέποντος το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία “Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Δήμου ……………………..” νομοθετικού πλαισίου, για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω, προκύπτει αφενός μεν ότι το εναγόμενο δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από τον οποίο αντιθέτως ρητά εξαιρείται και συνακόλουθα οι αποδοχές των εργαζομένων σ` αυτό δεν υπόκεινται στις μειώσεις των ν. 3833/2010 και 3845/2010, αφετέρου δε ότι ανεξαρτήτως της μη τακτικής επιχορήγησής του από το δημοτικό προϋπολογισμό, που δεν τάσσεται από το νόμο σωρευτικά με τις λοιπές προϋποθέσεις, το εναγόμενο συγκαταλέγεται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του άρθρου 31 υποπαράγραφος 1α ν. 4024/2011 και επομένως οι εργαζόμενοι σ` αυτό υπάγονται στις μειώσεις του τελευταίου αυτού νόμου, αφού: α) επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενο στην παροχή ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών, β) τα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου ορίζονται από το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου …………………….. και γ) τελεί υπό την εποπτεία του τελευταίου και του γενικού γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης. Ως εκ τούτου, υπό το καθεστώς του νόμου αυτού, οι αποδοχές του προσωπικού του εναγομένου εξαιρέθηκαν μεν της εφαρμογής του μισθολογίου που καθιερώθηκε για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όμως από την 1-11-2011 υπήχθησαν σε διπλό περιορισμό ανωτάτου ορίου, με κριτήρια αφενός την κατηγορία εκπαίδευσης, σε συνάρτηση με τις αποδοχές που προέβλεπε για κάθε κατηγορία το μισθολόγιο, αφετέρου το μέσο μισθολογικό κόστος, το οποίο δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των 1.900 ευρώ το μήνα, ούτε, όπως εσπευσμένα και με σκοπό την αποτροπή υπέρμετρων μειώσεων (βλ. την εισηγητική έκθεση του ν. 4047/2012) ορίσθηκε με την από 31-12-2011 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, αντιστοίχως προς τα εξ αρχής ισχύοντα για τις εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο) εταιρείες του Δημοσίου, για τις οποίες προνοεί η υποπαράγραφος 1β του ίδιου ως άνω άρθρου – το 65% του μέσου κατά κεφαλή κόστους της 31-12-2009. Προβλέφθηκε δε, κατ` αναλογία των σχετικώς οριζομένων στο άρθρο 29 για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, σύγκριση των νέων αποδοχών των μισθωτών της με εκείνες που ελάμβαναν κατά τον προηγούμενο της θέσης σε ισχύ του προαναφερόμενου περιορισμού μήνα, δηλαδή τον Οκτώβριο του έτους 2011 και συντρεχούσης περίπτωσης, άμεση περικοπή έως και του 25% αυτών, με την τυχόν επιπλέον μείωση που συνεπαγόταν ο περιορισμός να κατανέμεται σε ισόποσες μεταξύ τους περικοπές την 1-11-2012 και την 1-11-2013 (Α.Π. 829/2018,113/2017). Περαιτέρω, στο άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι “κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο [μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων και] αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου”. Ο λόγος αυτός, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013) 3. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 6-2-2014 και με αριθμό κατάθεσης 18/2014 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσελήφθησαν κατά τους αναφερόμενους χρόνους και έκτοτε απασχολούνταν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης) με τις αναφερόμενες ειδικότητες, καθώς και ότι το εναγόμενο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (έτη 2010 , 2011,2012), επικαλούμενο τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 5 ν. 3833/2010 και 3 παρ. 4 ν. 3845/2010, προέβη σε περικοπή των μηνιαίων αποδοχών τους και των επιδομάτων εορτών και αδείας, παρά το ότι οι ίδιοι δεν υπάγονταν στις διατάξεις των νόμων αυτών. Ζήτησαν δε κυρίως για την ανωτέρω αιτία, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει για οφειλόμενες διαφορές αποδοχών τα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά τη δεύτερη επικουρική βάση της (από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) και τη δέχθηκε ως νόμιμη και κατ` ουσίαν βάσιμη κατά την κύρια βάση της. Μετά από έφεση του εναγομένου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: “Η εκκαλούσα-εναγομένη επιχείρηση συστήθηκε κατά τις διατάξεις του ν. 1069/1980… με το π.δ.175/1993. Η λειτουργία της ρυθμίζεται από το άρθρο 255 ν.3463/2006,το διοικητικό της συμβούλιο ορίζεται από το δημοτικό συμβούλιο και η θητεία της ακολουθεί τη θητεία του δημοτικού συμβουλίου ..Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εκκαλούσα-εναγόμενη, νπιδ, ελέγχεται πλήρως και διοικείται από οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, ήτοι το Δήμο …………. και κατέληξε ότι αυτή, εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο των διατάξεων των ν. 3833/2010 και 3845/2010…”. Κατόπιν αυτών, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο …………. δέχθηκε την έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία κατά τα προεκτεθέντα είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά την κύρια βάση της), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε κατά την κύρια βάση της ως μη νόμιμη. Έτσι που έκρινε όμως υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα παραβίασε τις παρατεθείσες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, από τις οποίες σαφώς προκύπτει ότι οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από τον οποίο αντιθέτως ρητά εξαιρούνται και συνακόλουθα οι εργαζόμενοι σ` αυτές δεν υπόκεινται στις μειώσεις αποδοχών των ν. 3833/2010 και 3845/2010 αλλά μόνο σ` εκείνες του ν. 4024/2011 που ισχύουν από την 1-11-2011 και εφεξής, προβλέπουν δε άμεση περικοπή έως και του 25% των αποδοχών τους και κατανομή της τυχόν επιπλέον μείωσης σε ισόποσες μεταξύ τους δόσεις την 1-11-2012 και την 1-11-2013.

Συνεπώς,ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

4.Με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).Η έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αποβαίνει περιτή. Τέλος,πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 124/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου …………..

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Και

Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Παρόμοια Άρθρα

Παρατάξεις