Η ιδεολογική επίθεση στην «παράδοση ανταρσίας» | Προδημοσίευση από το βιβλίο «1821»

Των Γιώργου Λιερού, Σωτήρη Λυκουργιώτη και Σωτήρη Λαπιέρη | Παρουσίαση: Τετάρτη 15 Ιούνη, 7μμ., στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων (αίθουσα «Αντώνης Τρίτσης»)

Η συμπλήρωση δυο αιώνων από το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης πυροδότησε πολυάριθμες προσπάθειες αναστοχασμού και επανερμηνείας του γενέθλιου συμβάντος του ελληνικού εθνικού κράτους. Βιβλία, συνέδρια, συλλογικοί τόμοι, ντοκιμαντέρ και εκδηλώσεις συνυφάναν μια εντυπωσιακή φαντασμαγορία σύγχρονων αναλύσεων, ερμηνειών και αφηγημάτων. Ωστόσο, παρά τη φαινομενική «βιοποικιλότητά» τους οι περισσότερες, σύγχρονες απόπειρες προσέγγισης του θέματος δεν κατάφεραν να ξεφύγουν από τη μέγγενη μηχανιστικών ερμηνευτικών σχημάτων, τα οποία είναι φανερά δέσμια πολιτικών επιδιώξεων αλλά και ιδεολογικών παραμορφώσεων του παρόντος. Έτσι, διαπιστώσαμε πως, παρά τις επιμέρους διαφορές τους, η συντριπτική πλειονότητα των σύγχρονων προσεγγίσεων συμπίπτουν σε κεντρικά μοτίβα, όπως λ.χ. στις απλουστευτικές αντιπαραθέσεις: «νεωτερικότητας» και «προνεωτερικού κόσμου», αστικής τάξης και προαστικών  στρωμάτων, μοντέρνου συγκεντρωτικού κράτους και παλαιότερης περιφερειακής αυτονομίας. Παρατηρήσαμε ότι, ανεξάρτητα από τη μεθοδολογική ή πολιτική τους προέλευση, τα ποικίλα φιλελεύθερα, μαρξιστικά και εθνικιστικά σχήματα συμφωνούν στον υπερθετικό βαθμό με αυτές τις απλουστεύσεις, συμπορευόμενα με μια τελολογική αντίληψη της αστικής και εθνικής ολοκλήρωσης του νεοελληνικού κράτους ως αυτοσκοπού∙ ως μόνης λογικής της ιστορίας.

Δύο είναι οι άμεσες συνέπειες των παραπάνω ταυτίσεων. Από τη μία, αναπροσαρμόζεται στις μέρες μας η αξιολόγηση των γεγονότων της Επανάστασης, ώστε τα συμβάντα και οι πρωταγωνιστές της να φωτίζονται υπό τη μοναδική προοπτική της «αστικο-κρατικής» ολοκλήρωσης. Η προσέγγιση αυτή, με τη σειρά της, μπορεί να αντιστρέφει περίτεχνα όλες τις ηθικές αξιολογήσεις των συντελεστών της Επανάστασης, παρουσιάζοντας έτσι τους «ραδιούργους» ως «διορατικούς επαναστάτες», τους «ήρωες» ως «αγροίκους», τα «γουναρικά»-κοτζαμπάσηδες ως «δημοκρατική αστική τάξη». Από την άλλη, για πρώτη φορά με τέτοια ένταση τους δύο τελευταίους αιώνες, υποτιμάται, συκοφαντείται ή και αποσιωπάται εντελώς ο ρόλος του λαϊκού παράγοντα: των λαϊκών αγωνιστών, της πολιτιστικής τους παράδοσης αλλά και της αποφασιστικής τους συμβολής στον αγώνα.

Για το αφήγημα που ισχυρίζεται ότι σκοπός της Επανάστασης υπήρξε το κράτος του «αστικού εκσυγχρονισμού», όλα τα παραπάνω συγκροτούν το απαραίτητο υλικό που θα το υπηρετήσει. Και είναι αλήθεια πως το ελληνικό κράτος, στους δυο αιώνες της συνεχούς οικοδόμησης του, εκ της φύσης του διενεργεί μια συστηματική διαδικασία καταστολής και ενσωμάτωσης κάθε λαϊκής ελευθερίας, θεσμού ή πολιτιστικής μορφής που δεν προέρχεται ή δεν ελέγχεται κεντρικά από το ίδιο. Ωστόσο, για τη συντριπτική πλειονότητα των απλών ανθρώπων, που έβαλαν το κεφάλι τους στον ντορβά εκείνες τις μέρες του 1821, ο σκοπός της Επανάστασης ήταν διαφορετικός: η απελπισμένη ορμή της ελευθερίας. Γιατί η Ελληνική Επανάσταση, όπως κάθε επανάσταση, έγινε από τους πολλούς, τους ανώνυμους και τους άσημους, με τη συμμετοχή αυτών που «δεν είχαν δέντρο να τους κρεμάσουν». Μπορεί να την οραματιστήκαν κάποιοι έμποροι στην Οδησσό, μπορεί να την σκέφτηκαν κάποιοι εμιγκρέδες αστοί στο Παρίσι, μπορεί να τη στήριξαν κάποιοι προύχοντες και καλαμαράδες, μπορεί να τη σιγόνταραν κάποιες ξένες κυβερνήσεις, μπορεί να την πόθησαν ρομαντικοί διανοούμενοι και ποιητές, όμως το μεγάλο πλήθος των εξεγερμένων δεν προερχόταν από αυτούς. Η Επανάσταση δεν θα γινόταν ποτέ, αν η οργή της απελπισίας δεν πλημμύριζε τις ψυχές των καταπιεσμένων, αν ο κόμπος από τη συσσωρευμένη αδικία δεν έπνιγε τον λαιμό εκατοντάδων χιλιάδων απλών ανθρώπων, αν σε μια κρίσιμη στιγμή, ικανή να σπάσει το καταπιεστικό συνεχές του χρόνου, το πάθος για το οριστικό σπάσιμο των αλυσίδων δεν γινόταν η ηχώ ενός μαζικού: «Ως εδώ!».

Για αυτούς τους απλούς ανθρώπους που συγκροτούν την αδιαμόρφωτη κουρελαρία της λαϊκής παράταξης του 1821, γι’ αυτούς που πολέμησαν κόντρα στους Οθωμανούς, αλλά συγκρούστηκαν και με τους ντόπιους άρχοντες για τη γη και την ελευθερία, για αυτούς τους λαϊκούς αγωνιστές, τους κλέφτες, τους άτακτους και τους ναύτες, τους χωρικούς και τους βοσκούς που πήραν τα καριοφίλια και που το ελληνικό κράτος φυλάκισε, εξαπάτησε, καταδίκασε στη φτώχεια, λεηλάτησε τη ζωή και τη γη τους, για να τους αφήσει τελικά πένητες-πληβείους στις νέες του ερημιές, για αυτούς που ήταν η ψυχή και η καρδιά της Επανάστασης και που οι μετέπειτα ιθύνοντες του νεοελληνικού κράτους έκτισαν ζωντανούς μέσα στα σπλάχνα του, όπως ο πρωτομάστορας τη γυναίκα του στα θεμέλια του γεφυριού της Άρτας, γι’ αυτούς που κράταγαν για αιώνες ζεστά τα κούτσουρα της ζωντανής κοινότητας, ώσπου να τα σβήσουν άτσαλα οι υποτιθέμενοι θιασώτες της προόδου, γι’ αυτούς γράψαμε τις σελίδες αυτού του σύντομου βιβλίου.

Μια πολεμική υπεράσπιση και μια αφιέρωση στον «λαό των αρμάτων», στις γυναίκες, στα παιδιά και στους γέροντες, που κράτησαν επτά ολόκληρα χρόνια ζωντανό τον αγώνα με τίμημα ανείπωτη δυστυχία και βαρύτατο φόρο αίματος.

***

Ο κλέφτης Λουκάς Δαδιώτης, λίγο πριν του βάλουν το κεφάλι κάτω από το λεπίδι της γκιλοτίνας, απευθύνθηκε στους δήμιούς του λέγοντας: «σκοτώνετε την τέχνη που σας ελευθέρωσε». Θανατώθηκε κατά τον απηνή διωγμό που εξαπέλυσε το μετεπαναστατικό συγκεντρωτικό κράτος εναντίον των παλαιών πολεμιστών, οι οποίοι είχαν αναγκαστεί να στραφούν στη ληστεία. Επρόκειτο για πόλεμο κανονικό εναντίον κοινωνιών ολόκληρων, οι οποίες για αιώνες ζούσαν στα όρια ή και εκτός του προνεωτερικού κράτους. Έτσι, καταλύθηκαν παμπάλαιοι θεσμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, καταστράφηκε συστηματικά η νομαδική κτηνοτροφία και κατεστάλη ο τρόπος ζωής που τη συνόδευε. Όπως συνέβη παντού, έτσι και στην Ελλάδα, το τίμημα του εκμοντερνισμού ήταν βαρύ. Τα κοινά, οι παραδοσιακοί θεσμοί αλληλεγγύης και συνεργασίας, οι κανόνες, οι αξίες και τα ήθη που επέτρεπαν την εκ των ενόντων επίλυση των διαφορών δέχτηκαν καίριο πλήγμα. Η υπαγωγή της κοινωνίας στο κράτος αποδείχθηκε μια μακρόχρονη επιχείρηση -στις αρχές του 20ού αιώνα δεν είχε ακόμη επιτευχθεί-, η οποία, κατά περιόδους, γινόταν εξαιρετικά αιματηρή. Μόλις σε μια τετραετία (1854-1858) καρατομήθηκαν ή φονεύθηκαν 493 ληστές.

Σήμερα, μιλώντας για την Επανάσταση του 1821, μια σημαντική μερίδα της ελληνικής ιστοριογραφίας προσπαθεί να θανατώσει για δεύτερη φορά τον Λουκά Δαδιώτη. Το κάνει απαξιώνοντας τόσο τους παραδοσιακούς θεσμούς που εξασφάλιζαν τη λαϊκή συμμετοχή στα κοινά όσο και τις πρακτικές που έδωσαν στην Επανάσταση τον λαϊκό της χαρακτήρα και εν τέλει τη νίκη. Η πολεμική της επιδιώκει να περιορίσει την Επανάσταση του 1821 σε ένα εγχείρημα «εκσυγχρονισμού/εξευρωπαϊσμού». Την τρομάζει, και μάλιστα πολύ, οτιδήποτε το «αρχαϊκό», που να παραπέμπει στον αγροίκο λαό, πριν τον εξευγενίσει η νεωτερική ορθοπεδική. Ορίζει την Επανάσταση σαν φιλελεύθερη ή –στην πράξη με το ίδιο νόημα– σαν «αστικοδημοκρατική». Ο δηλωμένος στόχος της είναι να αντιμετωπιστεί ο «λαϊκισμός» και φαίνεται να θεωρεί ότι τώρα είναι η ευκαιρία να του δώσει ένα τελικό χτύπημα. Επικαλείται την επιστήμη, αλλά η ματιά της στα γεγονότα, τις μαρτυρίες και τα τεκμήρια είναι εξόχως πολιτική και ιδεολογική. Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ιδεολογικής επίθεσης, η οποία στοχεύει στο ξερίζωμα μιας σπουδαίας παράδοσης λαϊκής ανταρσίας, που έχει τις ρίζες της στην εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ή και παλαιότερα, και παίρνει νέα περιεχόμενα κάθε φορά που ξεσπάει ένας νέος γύρος λαϊκών αγώνων.