Άρειος Πάγος, Β2′ Πολιτικό Τμήμα 224/2021: Διαθεσιμότητα σχολικών φυλάκων

ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ. Διά του άρθρου 102 παρ.2 Σ, καθιερώνεται η διοικητική αυτοτέλεια των ΟΤΑ α΄ βαθμού, έναντι της κρατικής διοικήσεως. Αυτή η διοικητική αυτοτέλεια περιλαμβάνει την κατοχύρωση του διοικητικού έργου των ΟΤΑ α΄ βαθμού, ενώ δεν περιλαμβάνει και την εξουσία να αποφασίζουν, με δικά τους όργανα, για θέματα της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων τους, αφού τέτοια θέματα δεν συνιστούν τοπική υπόθεση. Εξάλλου, η κατά το άρθρο 80 ν. 4172/2013 διαθεσιμότητα υπαγορεύθηκε από επιτακτικούς δημοσιονομικούς λόγους ώστε το μέτρο αυτό να μην προσκρούει στο άρθρο 103 παρ. 7 Συντ., εν όψει δε του σκοπού της δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 4 παρ.5 Συντ. για την ισότητα στην κατανομή των δημοσίων βαρών. Δέχεται.


Αριθμός 224/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη – Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 25 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου ……., που εδρεύει στην ……. και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του ……., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσειόντων: 1)… και 21) οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ……., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/10/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο …….. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 421/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3954/2018 του Μονομελούς Εφετείου …….. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 30/1/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι).– Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αναιρέσεως πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996).Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του δηλ., αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως, σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ., αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α)ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία. Για να είναι τότε, ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως [άρθρα 118 αριθμός 4,119, 120, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 495 παρ.1, 562 ΚΠολΔ] και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. η πλημμέλεια, που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια, που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές – πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 2/2013, ΑΠ ολ. 28/1998). Η νομιμοποίηση του διαδίκου, ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, απορρέει, κατά κανόνα, αμέσως, από το νόμο και, κυρίως, από διατάξεις του ουσιαστικού ή ενίοτε και του δικονομικού δικαίου. Όποιος εμφανίζεται, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ως δικαιούχος ή ως υπόχρεος, νομιμοποιείται, κατ’ αρχήν, ως ενάγων ή εναγόμενος, αντιστοίχως. Ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου, στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ ενώ, αν ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως, σύμφωνα με το νόμο, η αγωγή απορρίπτεται, ως απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 656/2019, ΑΠ 112/2008).

ΙΙ).- Το διευθυντικό δικαίωμα, στο οποίο υπόκειται ο εργαζόμενος, με σχέση εξηρτημένης εργασίας [άρθρα 652, 648 ΑΚ], δίνει στον εργοδότη την εξουσία να εξειδικεύει, κάθε φορά, την υποχρέωση του εργαζομένου για εργασία, καθορίζοντας τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της, εφ’ όσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες του ουσιαστικού δικαίου ή από τη σύμβαση εργασίας (ατομική σύμβαση εργασίας, επιχειρησιακή πρακτική ή συνήθεια, Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, Διαιτητική Απόφαση, Κανονισμό ή Οργανισμό Εργασίας). Υλοποιεί, όμως, παραλλήλως, το δικαίωμα αυτό, την εξουσία του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμεταλλεύσεως, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του, κατά το δυνατό προσφορότερο τρόπο. Βασικός περιορισμός του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ. Η άσκησή του δηλ. δεν μπορεί να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του. Μονομερής μεταβολή των όρων, ειδικότερα της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλου υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί τροποποίηση των όρων εργασίας, ενώ, δεν έχει τη συγκατάθεση του εργαζόμενου – υπαλλήλου και δεν έχει τέτοια ευχέρεια από το νόμο ή τη σύμβαση εργασίας και βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν η μεταβολή προκαλεί στον εργαζόμενο – υπάλληλο, άμεσα ή έμμεσα, υλική ή ηθική ζημία – βλάβη [άρθρο 7 εδ. (α) ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α. 57)].Επί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων αυτής της συμβάσεως εργασίας, ο υπάλληλος προστατεύεται, όχι μόνο από το άρθρο 7 εδ. (α) ν. 2112/1920, αλλά και από το άρθρο 281 ΑΚ. Συγκεκριμένα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας, τον οποίο επιχειρεί ο εργοδότης, βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, ήτοι την κατά το δυνατό καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας καθώς και την προσφορότερη οργάνωση της επιχειρήσεως. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των πιο πάνω σκοπών, αλλά ετέρων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε, δεν υπάρχει χρήση, αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Η καλή πίστη, συνεπώς, επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπ’ όψη, κατά την άσκηση του δικαιώματος, όσον οι περιστάσεις το επιβάλλουν, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο, ιδίως, επιβάλλεται στη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, αφού το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για τον προσδιορισμό των όρων εκπληρώσεως της παροχής, δηλ. της εργασίας από τον υπάλληλο, αποτελεί μονομερή εξουσία του εργοδότη και η άσκησή της, έστω και αν στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών, υπόκειται στους περιορισμούς της καλής πίστεως, των χρηστών συναλλακτικών ηθών, του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος. Έτσι, η υπέρβαση των παραπάνω ορίων συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας, αφού η μεταβολή αυτή επέρχεται, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ. Αν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για τον υπάλληλο μεταβολή των όρων της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ή ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, προβεί, κατά κατάχρηση αυτού του δικαιώματος, στον προσδιορισμό της εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, να αξιώσει από τον υπαίτιο εργοδότη (και) αποζημίωση [άρθρα 57, 59, 281, 914, 299, 297 εδ. (α), 298 εδ. (α) ΑΚ] για την αποκατάσταση της θετικής περιουσιακής του ζημίας και για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης εξ αιτίας της ανεπίτρεπτης επαγγελματικής του μειώσεως(ΑΠ 34/2007,ΑΠ 46/2006,ΑΠ 1729/2005).

Στο Σύνταγμα ορίζεται (και) ότι: «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας» [άρθρο 2 παρ.1]. «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν, χωρίς διακρίσεις, στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους» [άρθρο 4 παρ.5]. «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει την κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφ’ όσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη» [άρθρο 5 παρ.1]. «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα, όμως, που απορρέουν από αυτή, δεν μπορούν να ασκούνται, σε βάρος του γενικού συμφέροντος» [άρθρο 17 παρ.1].»Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζομένου αγροτικού και αστικού πληθυσμού» [άρθρο 22 παρ.1 εδ. (α)]. «Τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή της. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά, πρέπει να προβλέπονται είτε απ’ ευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφ’ όσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας» [άρθρο 25 παρ.1]. «Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού. Υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης συντρέχει τεκμήριο αρμοδιότητας για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Νόμος ορίζει το εύρος και τις κατηγορίες των τοπικών υποθέσεων καθώς και την κατανομή τους στους επί μέρους βαθμούς. Με νόμο, μπορεί να ανατίθεται στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης η άσκηση αρμοδιοτήτων, που συνιστούν αποστολή του Κράτους» [άρθρο 102 παρ.1]. «Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Οι αρχές τους εκλέγονται, με καθολική και μυστική ψηφοφορία, όπως νόμος ορίζει» [άρθρο 102 παρ.2]. «Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5 (ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι, που κατέχουν θέσεις εκτός υπαλληλικής ιεραρχίας, οι διοριζόμενοι απ’ ευθείας με βαθμό πρεσβευτικό, οι υπάλληλοι της Προεδρίας της Δημοκρατίας και των γραφείων του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και Υφυπουργών), γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή, σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής, που περιβάλλονται, με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις, το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής» [άρθρο 103 παράγραφοι 7 και 5]. Επίσης, στα άρθρα 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), και 4 παρ.1του άρθρου ‘πρώτου’, Μέρος ΙΙ, του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που, μετά την κύρωσή τους, αντιστοίχως, με το άρθρο ‘πρώτο’ του ν.δ. 53/974 (ΦΕΚ Α. 256 / 20.9.1974) και με το άρθρο ‘πρώτο’ του ν. 1426/1984 (ΦΕΚ Α. 32 / 21.3.1984), αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και έχουν υπερνομοθετική ισχύ [άρθρο 28 παρ.1 Συντάγματος], ορίζεται, αντιστοίχως ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους, όπως θέση εν ισχύϊ νόμους, ούς ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». «Για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος για δίκαιη αμοιβή, τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση 1.- να αναγνωρίζουν το δικαίωμα των εργαζομένων για αμοιβή αρκετή να εξασφαλίζει σε αυτούς και τις οικογένειές τους ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης».

Περαιτέρω, ο ν. 4172/2013 «Φορολογία Εισοδήματος, Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012, του ν. 4093/2012 και του ν. 4127/2013 και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α. 167 / 23.7.2013) ισχύει από 23.7.2013 [άρθρο 112] και το άρθρο 80 αυτού, όπως ίσχυσε πριν από το ν. 4210/2013 (ΦΕΚ Α. 254 / 21.11.2013), ορίζει ότι: «Κατάργηση ειδικότητας σχολικών φυλάκων. (1).- Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, καταργούνται στους δήμους οι θέσεις της ειδικότητας Σχολικών Φυλάκων, ανεξαρτήτως κατηγορίας εκπαίδευσης, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Οι υπάλληλοι, των οποίων οι θέσεις καταργούνται και εφ’ όσον κατείχαν τις θέσεις αυτές, την 9 Ιουλίου 2013, τίθενται σε διαθεσιμότητα, σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α. 222), όπως ισχύει. Οποιαδήποτε μετάταξη των ανωτέρω υπαλλήλων, που τίθενται σε διαθεσιμότητα έλαβε χώρα μετά την 9 Ιουλίου 2013, είναι, αυτοδικαίως, άκυρη. (2).- Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου1 του παρόντος άρθρου δεν καταλαμβάνει: (α).- τον υπάλληλο, που είναι ανάπηρος, σε ποσοστό τουλάχιστον 67% ή πολύτεκνος, κατά την έννοια των παραγράφων 1 έως 3 του άρθρου πρώτου του ν. 1910/1944 (ΦΕΚ Α. 229), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του ν. 3454/2004 (ΦΕΚ Α. 75), εφ’ όσον τα τέκνα, που ορίζονται στις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 1910/1944, συνοικούν με αυτόν και ανήκουν στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών, σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., (β).- τον υπάλληλο, του οποίου ο σύζυγος ή η σύζυγος ή τέκνο, που ανήκει στην κατηγορία των εξαρτωμένων μελών, σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., όπως ισχύει και έχει ετήσια εισοδήματα, χαμηλότερα των 12.000 ευρώ και συνοικεί με αυτόν, έχει αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον 67%, (γ).- τον υπάλληλο, ο οποίος, δυνάμει νόμου ή δικαστικής αποφάσεως, ασκεί, κατ’ αποκλειστικότητα, τη γονική μέριμνα τέκνου, που συνοικεί με αυτόν και ανήκει στην κατηγορία των εξαρτωμένων μελών, σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε. και έχει ετήσια εισοδήματα χαμηλότερα των 12.000 ευρώ, (δ).- τον υπάλληλο, του οποίου ο σύζυγος ή η σύζυγος τίθεται σε διαθεσιμότητα, δυνάμει του παρόντος νόμου, (ε).- τον υπάλληλο, ο οποίος έχει ορισθεί δικαστικός συμπαραστάτης, δυνάμει δικαστικής αποφάσεως και συνοικεί με τον συμπαραστατούμενο, ο οποίος έχει ετήσια εισοδήματα χαμηλότερα των 12.000 ευρώ. Οι υπάλληλοι, που πληρούν τις προϋποθέσεις των περιπτώσεων (α’) έως (ε’) καθώς και οι κάτοχοι μεταπτυχιακού ή διδακτορικού διπλώματος εκ των υπαλλήλων της παραγράφου 1,που τίθενται σε διαθεσιμότητα, μετατάσσονται, αυτοδικαίως, από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις ειδικότητας Διοικητικού, με το βασικό τίτλο σπουδών, που κατέχουν στο δήμο, στον οποίο ανήκε η θέση τους, πριν την κατάργησή της με την παράγραφο 1. (3).- Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις των υποπαραγράφων Ζ.1. και Ζ.2. του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α. 222)».Στην υποπαράγραφο Ζ.2. της παραγράφου Ζ του άρθρου ‘πρώτου’ του ν. 4093/2012 ‘Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 – 2016,Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 – 2016′ (ΦΕΚ Α. 222 / 12.11.2012)-και όπως ίσχυσε πριν το ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α. 85 / 7.4.2014)- ορίζεται (και) ότι: «(1).- Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξαρτήτων αρχών, ν.π.δ.δ. και ο.τ.α. πρώτου και δευτέρου βαθμού, οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα. Αν καταργούνται ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου Κλάδου, οι υπάλληλοι, που τίθενται σε διαθεσιμότητα, προσδιορίζονται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ.2 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ.2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί, κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητάς τους: α.- Να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ.4 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ.4 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). β.- Να μετατάσσονται, υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται, με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατά τη διαδικασία της προηγούμενης υποπαραγράφου για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και ιδίως για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Με την έκδοση της πράξης μετάταξης ή μεταφοράς και μεταβολής της σχέσης εργασίας αίρεται, αυτοδίκαια, το καθεστώς της διαθεσιμότητας. γ.- Να τοποθετούνται για την κάλυψη προσωρινών αναγκών σε οποιαδήποτε υπηρεσία του Δημοσίου, ν.π.δ.δ., ο.τ.α. ή οποιουδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα, με τη διαδικασία του άρθρου 5 του ν. 4024/2011. Οι πράξεις προσωρινής τοποθέτησης της περίπτωσης αυτής, εκδίδονται από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης … Η διαθεσιμότητα αίρεται, με τις πράξεις προσωρινής τοποθέτησης. Τα χρονικά διαστήματα των προσωρινών τοποθετήσεων δεν συνυπολογίζονται στη διάρκεια της διαθεσιμότητας. Κατά την περίοδο της προσωρινής τοποθέτησης, καταβάλλονται στον υπάλληλο πλήρεις αποδοχές, με ανάλογη εφαρμογή των ρυθμίσεων της παραγράφου 22 του άρθρου 2 του ν. 3899/2012. δ.- Να υπάγονται σε ειδικά προγράμματα επαγγελματικής επανεκπαίδευσης ή επανακατάρτισης. (2).- Η διαθεσιμότητα της προηγούμενης περίπτωσης διαρκεί οκτώ (8) μήνες και στον υπάλληλο καταβάλλονται τα τρία τέταρτα των αποδοχών του, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Μέχρι την κατά οποιοδήποτε τρόπο λήξη της διαθεσιμότητας, εξακολουθούν να καταβάλλονται, από το φορέα προέλευσης, οι ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου, που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη. Οι εισφορές αυτές, μετά τη θέση σε διαθεσιμότητα, υπολογίζονται στο ύψος των μειωμένων, κατά 25%, των αποδοχών του υπαλλήλου, που τέθηκε σε διαθεσιμότητα. (3).- Οι ρυθμίσεις των περιπτώσεων(1) και (2) εφαρμόζονται, αναλόγως, στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, ανεξαρτήτων Αρχών, ν.π.δ.δ. και ο.τ.α. πρώτου και δευτέρου βαθμού, οι θέσεις των οποίων καταργούνται. Σε περίπτωση κατάργησης θέσεων σε ν.π.ι.δ. προβλέπεται καταγγελία της σύμβασης εργασίας των υπαλλήλων, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. (4).- Η υπηρεσιακή σχέση των μόνιμων υπαλλήλων, που βρίσκονται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καθώς και η σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των υπαλλήλων της περίπτωσης (3), εφ’ όσον δεν μεταταχθούν ή μεταφερθούν, λύεται, με τη λήξη του καθεστώτος της διαθεσιμότητας. (5).- Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις, τα κριτήρια και η διαδικασία υπαγωγής στα ανωτέρω προγράμματα επανεκπαίδευσης ή επανακατάρτισης καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσης υποπαραγράφου».

Κατά τα εκτεθέντα, ο ν. 4172/2013 αφορά σε επείγοντα μέτρα εφαρμογής (i).- του ν. 4046/2012 (ΦΕΚ Α. 28 / 14.2.2012) «Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους για τη διάσωση της εθνικής οικονομίας», (ii).- του πιο πάνω ν. 4093/2012 και (iii).- του ν. 4127/2013 (ΦΕΚ Α. 50 /28.2.2013)»Έγκριση της επικαιροποίησης του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 – 2016″. Αναφέρεται δε, στην ‘αιτιολογική έκθεση’ του ν. 4172/2013, ειδικότερα για το άρθρο 80 αυτού ότι «προτείνεται η κατάργηση των θέσεων της ειδικότητας Σχολικών Φυλάκων, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στο πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος κινητικότητας και με σκοπό τον εξορθολογισμό της διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού». Ο ν. 4093/2012, στον οποίο παραπέμπει ο ν. 4172/2013, αφορά, όπως ειπώθηκε, σε επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012 και δι’ αυτού (ν. 4093/2012) θεσπίσθηκε νέα διαδικασία (υποχρεωτικής) κινητικότητας (και) στους υπαλλήλους των ο.τ.α. πρώτου και δευτέρου βαθμού, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ο ν. 4046/2012 αφορά, ως άνω, στην έγκριση του ‘Μνημονίου’, το οποίο είναι κείμενο κατ’ εξοχή τεχνικού χαρακτήρα, ενώ η επιστημονική του ποιότητα και επάρκεια δεν ελέγχεται από το δικαστήριο. Αποσκοπούν δε, οι ρυθμίσεις του ν. 4046/2012, όπως αναφέρεται στην ‘εισηγητική έκθεσή’ του και αναλύεται, εκτενέστερα, στο ‘Μνημόνιο’, στην αντιμετώπιση του οξύτατου προβλήματος της διογκώσεως του δημοσίου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων (και) με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας (ΣτΕολ. 2307/2014).

Στο άρθρο 80 ν. 4172/2013 περιλαμβάνονται, ως επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012, διατάξεις, με τις οποίες ρυθμίζονται θέματα διαθεσιμότητας συγκεκριμένης ειδικότητας υπαλλήλων στους δήμους – ο.τ.α. πρώτου βαθμού, ήτοι των Σχολικών Φυλάκων, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στα πιο πάνω άρθρα 102 παράγραφοι 1 και 2, 5 παρ.1,22 παρ.1 εδ. (α), 25 παρ.1, 2 παρ.1, 17 παρ.1, 103 παρ.7 και 4 παρ.5 του Συντάγματος, σε συνδυασμό προς τα πιο πάνω άρθρα 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ε.Σ.Δ.Α. και 4 παρ.1 του άρθρου ‘πρώτου’, Μέρος ΙΙ, του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, ενώ ούτε η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του πολίτη προς τη Διοίκηση, παραβιάζεται και, ειδικότερα: (i).- Δια του άρθρου 102 παρ.1 Σ, δεν καθιερώνεται υπέρ των ο.τ.α. πρώτου βαθμού αυτονομία ούτε εξουσία να θέτουν αυτοτελώς κανόνες δικαίου, αλλά παρέχεται σε αυτούς, μόνο, αυτοδιοίκηση δηλ. εξουσία να αποφασίζουν, εντός των πλαισίων των γενικών κανόνων, επί των τοπικών υποθέσεων, με δικά τους όργανα. Οι γενικοί κανόνες διέπουν την οργάνωση και λειτουργία των ο.τ.α. και η θέσπιση τέτοιων κανόνων ανήκει στην νομοθετική εξουσία ή στην κατ’ εξουσιοδότηση νομοθετούσα Διοίκηση. Επίσης, δια του άρθρου 102 παρ.2 Σ, καθιερώνεται η διοικητική αυτοτέλεια των ο.τ.α. πρώτου βαθμού, έναντι της κρατικής διοικήσεως. Αυτή η διοικητική αυτοτέλεια περιλαμβάνει την κατοχύρωση του διοικητικού έργου των ο.τ.α. πρώτου βαθμού, ενώ δεν περιλαμβάνει και την εξουσία να αποφασίζουν, με δικά τους όργανα, για θέματα της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων τους, αφού τέτοια θέματα δεν συνιστούν τοπική υπόθεση (ΣτΕ ολ. 15/2015). (ii).- Η διαθεσιμότητα, κατά το άρθρο 80 ν. 4172/2013,στο πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος κινητικότητος, που αποσκοπεί στον εξορθολογισμό της διαχειρίσεως του ανθρώπινου δυναμικού, ως άνω, είναι διαρθρωτική μεταρρύθμιση στην αγορά εργασίας και εμφανίζεται, ως πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο, που συμβάλλει, κατά την εκτίμηση του κοινού νομοθέτη, στην επιτακτική έξοδο της Χώρας από την παρούσα οικονομική κρίση και στην επιτακτική βελτίωση των δημοσιονομικών της μεγεθών είναι δε, συνταγματικώς θεμιτός σ σκοπός εξόδου της Χώρας από την παρούσα οικονομική κρίση και βελτιώσεως των δημοσιονομικών της μεγεθών. Έτσι, δεν θίγονται το δικαίωμα επί της προσωπικότητας [άρθρο 5 παρ.1 Σ] και το δικαίωμα εργασίας [άρθρο 22 παρ.1 εδ. (α) Σ], ως ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος επί της προσωπικότητας ούτε παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 25 παρ.1 Σ. (iii).- Το άρθρο 2 παρ.1 Σ προστατεύει την αξιοκρατία, τα άρθρα 17 παρ.1 Σ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. προστατεύουν όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και το άρθρο 4 παρ.1 του άρθρου ‘πρώτου’, Μέρος ΙΙ, του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη αφορά την αμοιβή των εργαζομένων. Εν τούτοις, δεν κατοχυρώνουν και δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδυνεύσεως της αξιοπρεπούς διαβιώσεως. Εξ άλλου, δεν παραβιάζεται η αρχή της προστατευόμενης (δικαιολογημένης) εμπιστοσύνης του πολίτη προς τη Διοίκηση (Κράτος), αφού δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική διάταξη (ούτε από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 Συντάγματος) ή άλλη διάταξη νόμου δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών και δεν αποκλείεται η διαφοροποίηση των αποδοχών, ανάλογα με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες (ΣτΕ ολ. 668/2012).(iv).- Η κατά το άρθρο 80 ν. 4172/2013 διαθεσιμότητα υπαγορεύθηκε από τους πιο πάνω επιτακτικούς δημοσιονομικούς λόγους ώστε το μέτρο αυτό να μην προσκρούει στο άρθρο 103 παρ. 7 Σ (ΣτΕ ολ. 15/2015). (v).- Η ρύθμιση των θεμάτων διαθεσιμότητας, κατά το άρθρο 80 ν. 4172/2013, στο πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος κινητικότητας, αποσκοπεί, όπως ειπώθηκε, στον εξορθολογισμό της διαχειρίσεως του ανθρώπινου δυναμικού, που θα συμβάλλει, κατά την εκτίμηση του κοινού νομοθέτη, στην αντιμετώπιση του οξύτατου προβλήματος του δημοσίου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Εν όψει του σκοπού εξορθολογισμού της διαχειρίσεως του ανθρώπινου δυναμικού, το μέτρο αυτής της διαθεσιμότητας δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 4 παρ.5 Σ για την ισότητα στην κατανομή των δημοσίων βαρών.

Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 301.2019 [Γ.Α.Κ. 1181 / Ε.Α.Κ. 86 / 4.2.2019 – Εφετείο …….] αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ήτοι του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (ο.τ.α.) ‘ΔΗΜΟΣ …….’, που εδρεύει στην ……. και νομίμως εκπροσωπείται κατά των είκοσι ενός (21), συνολικά, αναιρεσίβλητων. Προσβάλλεται η 3954/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ……., η οποία εκδόθηκε, την 30.7.2018, αντιμωλία των (εδώ) διαδίκων, επί της από 6.6.2016 εφέσεως του (ήδη) αναιρεσείοντος κατά των (ήδη) αναιρεσίβλητων. Εκκαλούμενη ήταν η 421/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ……., που δημοσιεύθηκε, την 11.2.2016, αντιμωλία των (εδώ) διαδίκων, επί της από 16.10.2013 αγωγής των αναιρεσίβλητων κατά του αναιρεσείοντος. Αφορά δε, η αγωγή απαιτήσεις των αναιρεσίβλητων έναντι του αναιρεσείοντος από παροχή εργασίας. Με την 421/2016 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή, όσον αφορά τους αναιρεσίβλητους, κρίθηκε νόμιμη και έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία. Με την 3954/2018 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση, όσον αφορά τους αναιρεσίβλητους, έγινε δεκτή, τυπικά και στην ουσία, εξαφανίσθηκε η 421/2016 απόφαση στο σύνολό της, κρατήθηκε η υπόθεση και η αγωγή, ως προς αναιρεσίβλητους, κρίθηκε μερικώς νόμιμη και έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 – 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 – άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015),ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 – άρθρο ένατον. 4335/2015 και ήδη ισχύοντα άρθρα 614 παρ.3, 621, 591 ΚΠολΔ]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 4.2.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από τη νόμιμη επίδοση στο αναιρεσείον, την 28.1.2019, με την επιμέλεια των αναιρεσίβλητων, της 3954/2018 αποφάσεως (βλ. 3557 ΣΤ’ / 28.1.2019 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου ……., με έδρα το Πρωτοδικείο ……., Δ. Λ. Π.). Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα του λόγου της [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1, 568 παρ.4, 122, 123, 126 παρ.1 (γ),129 παρ.1, 124 παρ.2, 127 παρ.1, 139 παρ.1, 144, 145 παρ.1, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 86 ν. 3463/2006 (ΦΕΚ Α. 114 /8.6.2016) και 58 ν. 3852/2010 (ΦΕΚΑ.87/7.6.2010)].

Με τον μ ο ν α δ ι κ ό, όπως εκτιμάται, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στην 3954/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ……. την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 εδ. (α) ν, 2112/1920 και 281 ΑΚ, που εφήρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες και αφού έκρινε ότι το άρθρο 80 ν. 4172/2013: (α).- αντίκειται στα άρθρα 102 παράγραφοι 1 και 2, 5 παρ.1, 22 παρ.1 εδ. (α), 25 παρ.1, 2 παρ.1, 17 παρ.1, 103 παρ.7, 4 παρ.5 του Συντάγματος, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ε.Σ.Δ.Α. (κυρωτικό το ν.δ. 53/1974) και 4 παρ.1 του άρθρου ‘πρώτου’, Μέρος ΙΙ, του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (κυρωτικός ο ν. 1426/1984) και (β).- παραβιάζει την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη προς το Κράτος, κατά το άρθρο 5 παρ.1 Συντάγματος. Έτσι, εσφαλμένα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου, η αγωγή έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατ’ αυτού (αναιρεσείοντος), ως υποχρέου.

Κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο (Ι) μείζονα σκέψη, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός (ορισμένος) και, περαιτέρω, από την με ημερομηνία 16.10.2013 ένδικη αγωγή, την 421/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ……. και την3954/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ……., τις οποίες ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του λόγου [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα εξής:

-Στην ένδικη αγωγή, οι (ήδη) αναιρεσίβλητοι – ενάγοντες εξέθεταν ότι: Από το έτος2001, ασχολήθηκαν στο (ήδη) αναιρεσείον – εναγόμενο, εργοδότη, ως Σχολικοί Φύλακες (ΔΕ), δυνάμει συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αντί μηνιαίου μισθού. Μετά τις αποφάσεις 6/20.4.2005 της Ολομέλειας και 852/31.3.2006 του (Δ’) Τμήματος του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) για την υπαγωγή τους στο άρθρο 11 π.δ. 164/2004, κατατάχθηκαν, με την … / ….10.2006 απόφαση του εναγομένου (Δημάρχου …….), στις συνιστώμενες οργανικές θέσεις, όπως τις αναφέρουν, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Την 9.7.2013, κατείχαν τις πιο πάνω θέσεις. Από την 23.7.2013, δυνάμει της … / …..7.2013 ‘διαπιστωτικής Πράξεως’ του Δημάρχου ……., ως νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου, τέθηκαν σε διαθεσιμότητα για οκτώ (8) μήνες και είχαν περικοπή των μηνιαίων αποδοχών τους σε ποσοστό(25%), κατ’ εφαρμογή του άρθρου 80 ν. 4172/2013, το οποίο (άρθρο) αντίκειται στα άρθρα 102 παράγραφοι 1 και 2, 5 παρ.1, 22 παρ.1 εδ. (α), 25 παρ.1, 2 παρ.1, 17 παρ.1, 103 παρ.7 και 4 παρ.5 του Συντάγματος, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. [κυρωτικό ν.δ. 53/1974] και 4 παρ.1 του άρθρου ‘πρώτου’, Μέρος ΙΙ του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη [κυρωτικός ν. 1426/1984].Επίσης, με το άρθρο 80 ν. 4172/2013, «παραβιάζεται η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη προς το Κράτος, η οποία (αρχή) πρέπει να θεωρηθεί πως κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 παρ.1 Συντάγματος». Το εναγόμενο από την 23.7.2013 έπαυσε να αποδέχεται την εργασία τους, που του προσέφεραν, προσηκόντως. Η ως άνω περικοπή καθώς και οι προηγούμενες πολλαπλές και συνεχείς μειώσεις των αποδοχών τους έχει, ως συνέπεια, τη διακινδύνευση της αξιοπρεπούς διαβιώσεως των ιδίων και των οικογενειών τους. Η αντισυνταγματική – παράνομη θέση τους σε διαθεσιμότητα συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή καθώς και καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου για τον προσδιορισμό των όρων εργασίας τους, ακόμη, συνιστά άκυρη καταγγελία, την 23.7.2013, της συμβάσεως εργασίας από το εναγόμενο, υπέστησαν δε, οι ίδιοι, από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, θετική περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, εξ αιτίας της ανεπίτρεπτης επαγγελματικής τους μειώσεως. Στην αγωγή, ενάγοντες ήταν, εκτός των ήδη αναιρεσίβλητων (και) οι Γ. Γ. του Ι. και Ν. Σ. του Λ.. Ζήτησαν, ακολούθως, (α).- να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη, (β).- να αναγνωρισθεί ότι εξακολουθούν να συνδέονται μετά του εναγομένου, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, (γ).- να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται την εργασία τους, όπως πριν από την23.7.2013 και (δ).- σε περίπτωση μη συμμορφώσεως του εναγομένου στο διατακτικό της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, να καταδικασθεί αυτό σε χρηματική ποινή (120)ευρώ ημερησίως για τον καθένα, (ε).- να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, τα χρηματικά ποσά, που αναφέρουν, ως μισθούς υπερημερίας (τη μείωση 25%) του χρονικού διαστήματος από 1.8.2013 μέχρι 31.3.2014 και (στ).- να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα το ποσό των 5000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης και με το νόμιμο τόκο, όπως όρισαν.

-Το Μονομελές Πρωτοδικείο ……., με την 421/2016 απόφαση, θεώρησε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε, ως προς τους ως άνω ενάγοντες Γ. Γ. και Ν. Σ., «κατ’ εφαρμογή των άρθρων 294 εδ. (α), 295 παρ.1 εδ. (α), 297 ΚΠολΔ», στη συνέχεια, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, έκρινε την αγωγή νόμιμη στα άρθρα 57, 59, 281, 297, 298, 299, 361, 648, 652, 655, 656, 914, 932 ΑΚ,1, 2, 7 ν. 2112/1920, 5 παρ.3 ν. 3198/1955 και την έκανε μερικώς δεκτή στην ουσία [αναγνωρίσθηκε ότι η καταγγελία, την 23.7.2013, της συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη, υποχρεώθηκε το εναγόμενο να αποδέχεται την εργασία των εναγόντων, όπως πριν από την 23.7.2013, επιδικάσθηκαν τα αιτούμενα ποσά, ως μισθοί υπερημερίας, επιδικάσθηκε, ως χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, το ποσό των(1000) ευρώ στον καθένα ενάγοντα, ενώ απορρίφθηκε το ως άνω υπό στοιχείο (δ) αίτημα στην ουσία]. Τέλος, συμψηφίσθηκε η δικαστική δαπάνη στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων.

-Το Μονομελές Εφετείο ……., με την 3954/2018 απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω ουσιώδη (σελίδες 22, 23, 25, 26, 27, 28, 29):»Οι … ενάγοντες (πλην των Γ. Γ. και Ν. Σ. για τους οποίους θεωρήθηκε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε) … απασχολούνταν στο εναγόμενο… με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στον Κλάδο (ΔΕ) Σχολικών Φυλάκων … από το 2001, με αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, σε σχολικές μονάδες εντός των τοπικών ορίων του εναγομένου. Περαιτέρω, με την 6/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Α.Σ.Ε.Π. κρίθηκε ότι οι Σχολικοί Φύλακες, εφ’ όσον παρείχαν, πράγματι, εξηρτημένη εργασία έναντι συγκεκριμένης αμοιβής, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και, ως εκ τούτου, συνέτρεχαν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 π.δ. 164/2004 … με την 852 /31.3.2006 απόφαση του Δ’ Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π., αποφασίσθηκε ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή των εναγόντων στο άρθρο 11 π.δ. 164/2004 και, με την 121750/12.10.2006 απόφαση του Δημάρχου ……. κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσεις, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Κλάδου (ΔΕ) Σχολικών Φυλάκων, που συστήθηκαν με την 43279/11.9.2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β. 1398 / 14.9.2006). Από τότε οι ενάγοντες ασκούσαν τα καθήκοντά τους, ως Σχολικοί Φύλακες σε σχολικές μονάδες, που υπάγονταν στο εναγόμενο … Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την … / ….7.2013 Διαπιστωτική Πράξη του Δημάρχου του εναγόμενου, διαπιστώθηκε η κατάργηση της θέσης των εναγόντων από 23.7.2013 και, σύμφωνα με την ίδια Διαπιστωτική Πράξη, οι ενάγοντες τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, από την 23.7.2013 και για το χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών, λόγω κατάργησης της θέσης τους καθώς ενέπιπταν στις διατάξεις του άρθρου 80 παρ.1 ν. 4172/2013. Όμως, … οι Σχολικοί Φύλακες, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, είχαν προσληφθεί στους ο.τ.α., ως άνεργοι, στο πλαίσιο του προγράμματος ‘απόκτησης εργασιακής εμπειρίας 2700 ανέργων αποφοίτων λυκείου στη φύλαξη σχολικών κτιρίων’ και οι συμβάσεις τους μετατράπηκαν, σύννομα, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, με βάση το άρθρο 11 π.δ. 164/2004 καθώς κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των ο.τ.α. και το αντικείμενο των καθηκόντων τους ήταν η επιτήρηση και η μέριμνα της καλής κατάστασης των σχολικών κτιρίων από τις φθορές, με στόχο τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των κτιρίων και τα καθήκοντά τους αυτά συνδέονταν άμεσα με την αρμοδιότητα, που είχε δοθεί στους ο.τ.α. Α’ βαθμού, να μεριμνούν για τη συντήρηση, την καθαριότητα και τη φύλαξη των σχολικών κτιρίων … Επομένως, οι παραπάνω διατάξεις του ν. 4172/2013, με τις οποίες καταργήθηκαν οι θέσεις της παραπάνω ειδικότητας και το προσωπικό, που υπηρετούσε σε αυτές, τέθηκε σε διαθεσιμότητα και έπαυσε, για όσο χρόνο διαρκεί αυτή να ασκεί τα καθήκοντά του, αντίκειται, ευθέως, στις … αρχές της αναλογικότητας, της αξιοκρατίας και της διοικητικής αυτοτέλειας των ο.τ.α. Και αυτό διότι η επιλογή των εργαζομένων, που τέθηκαν στην κατάσταση αυτή, δεν έγινε, με βάση αντικειμενικά κριτήρια … και επί πλέον η κατάργηση των παραπάνω οργανικών θέσεων δεν πραγματοποιήθηκε, με αποτυπωμένα στο νόμο κριτήρια αξιολόγησης των οργανωτικών δομών των θιγόμενων ο.τ.α. (όπως, άλλωστε, αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4325/2015, με τον οποίο έγινε επανασύσταση του Κλάδου των Σχολικών Φυλάκων και των καταργηθεισών θέσεων αυτών), αλλά στηρίχθηκε, αποκλειστικά, στο τυχαίο κριτήριο της εν λόγω ειδικότητας, χωρίς να ληφθούν υπ’ όψη, τυχόν, τοπικές ιδιαιτερότητες και υπηρεσιακές ανάγκες καθενός ο.τ.α. Θεωρήθηκε δηλ., ως δεδομένο ότι οι ο.τ.α. δεν χρειάζονται τις υπηρεσίες των υπαλλήλων αυτής της ειδικότητας, μολονότι δεν έχει συνταχθεί σχετικό οργανόγραμμα στη βάση των πραγματικών τους αναγκών. Κατά συνέπεια, οι ρυθμίσεις του άρθρου 80ν. 4172/2013 αντιστρατεύονται, ευθέως, στις προαναφερθείσες συνταγματικές αρχές της αξιοκρατίας και της διοικητικής αυτοτέλειας των ο.τ.α. διότι η επιλογή των εναγόντων, ως Κλάδου και η θέση τους σε κατάσταση διαθεσιμότητας, λόγω κατάργησης των οργανικών τους θέσεων, δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια, … αλλά πραγματοποιήθηκε, χωρίς να ληφθούν υπ’ όψη οι ανάγκες κάλυψης των οργανωτικών δομών του εναγομένου ο.τ.α. και της αποτελεσματικής εξυπηρέτησης της λειτουργίας του, σημαντικό τμήμα της οποίας αφορά η φύλαξη και προστασία των σχολικών μονάδων και της πολύτιμης σχολικής περιουσίας από επιθέσεις και προσβολές τρίτων … Η ανωτέρω ρύθμιση προσβάλλει στον πυρήνα τους και συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των εναγόντων … που επιβάλλουν το σεβασμό και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την ισότιμη συνεισφορά στα δημόσια βάρη, την προστασία της εργασίας και παραβιάζει τις αρχές της αναλογικότητας και της αξιοκρατίας διότι μεταβάλλει άμεσα προς το χειρότερο τους όρους εργασίας των εναγόντων, αφ’ ενός μειώνοντας κατά (25%) τις ήδη μειωμένες αποδοχές τους, αφ’ ετέρου καθιστώντας αβέβαιο το μέλλον της ίδιας της εργασιακής σχέσης τους.

Συνεπώς, η θέση των εναγόντων σε διαθεσιμότητα από την 23.7.2013 και η ταυτόχρονη μείωση των αποδοχών τους, … προσβάλλει, στον πυρήνα τους, συνταγματικά δικαιώματά τους και, ειδικότερα, τις αρχές της μη διάκρισης, της αντικειμενικότητας και της αξιοκρατίας. Άλλωστε, η μεταβολή αυτή δεν δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και τούτο επιρρωνύεται από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4325/2015, με τον οποίο έγινε επανασύσταση του Κλάδου των Σχολικών Φυλάκων, όπου, ρητά, αναφέρεται ότι η επανασύσταση της υπηρεσίας αυτής γίνεται ‘προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος’ και θεσμοθετείται ‘για την άμεση πλήρωση αναγκών, που έχουν ανακύψει μετά την κατάργηση’ του εν λόγω Κλάδου. Εξ άλλου, η μεταβολή αυτή είναι αδικαιολόγητη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες είναι πλεονάζον προσωπικό του εναγομένου, αλλά τουναντίον αποδείχθηκε ότι είναι απολύτως απαραίτητοι για την εύρυθμη λειτουργία των σχολείων του εναγομένου … Οι ενάγοντες δικαιούνται να αξιώσουν την τήρηση των προϋφισταμένων όρων των συμβάσεων εργασίας τους, αφού η ένταξή τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας, λόγω κατάργησης των θέσεών τους, με την ταυτόχρονη σοβαρή μείωση των αποδοχών τους, είναι παράνομη και άκυρη, αντικείμενη στο Σύνταγμα και το κοινοτικό και διεθνές δίκαιο, … επί πλέον και καταχρηστική, αφού ασκήθηκε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών καθώς και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος και ως εκ τούτου παρέχεται στους ενάγοντες να ζητήσουν την καταβολή της διαφοράς κατά (25%) των αποδοχών τους για το διάστημα των οκτώ μηνών, που διήρκεσε η διαθεσιμότητά τους … Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά στην καταβολή … της διαφοράς, κατά (25%), των αποδοχών των εναγόντων, είναι απορριπτέος, ως κατ’ ουσία αβάσιμος, αφού το εναγόμενο ήταν ο εργοδότης τους, καθ’ όσον αυτό τους προσέλαβε, τους απασχολούσε, καθόρισε τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο εργασίας τους, ασκούσε το διευθυντικό δικαίωμα για την εκπλήρωση των εργασιακών τους υποχρεώσεων και επόπτευε την τήρηση των όρων υπό τους οποίους τελούσε η προσφορά των υπηρεσιών τους και το οποίο είχε υποχρέωση, ευθυνόταν και κατέβαλε το μηνιαίο μισθό και όλες γενικά τις αποδοχές τους… το εναγόμενο παρέμεινε εργοδότης των εναγόντων και κατά το χρονικό διάστημα της διαθεσιμότητας αυτών, δεδομένου ότι με διαπιστωτική πράξη του Δημάρχου ……. τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, σύμφωνα με το άρθρο 80 ν. 4172/2013 και, κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητάς τους, το εναγόμενο κατέβαλε το (75%) των αποδοχών τους και όχι το Ελληνικό Δημόσιο … Περαιτέρω, οι ενάγοντες στερούνται εννόμου συμφέροντος, ως προς το αίτημά τους, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, συνδεομένων μαζί του με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και απασχολούμενων με τους ίδιους όρους εργασίας, με τους οποίους απασχολούνταν μέχρι τη θέση τους σε διαθεσιμότητα και τούτο διότι η παραμονή των εναγόντων σε καθεστώς διαθεσιμότητας παρατάθηκε, με το άρθρο 40 ν. 4250/2014, έως την 26.4.2014, ακολούθως, οι ενάγοντες συνέχισαν να απασχολούνται στο εναγόμενο, δυνάμει της 3370/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ……. (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), το εναγόμενο ουδέποτε εξέδωσε σχετική απόφαση περί λύσεως των συμβάσεων εργασίας τους και, στη συνέχεια, οι ενάγοντες, δυνάμει του άρθρου 18 ν. 4325/2015, που προέβλεψε την επανασύσταση του Κλάδου των Σχολικών Φυλάκων, επανήλθαν στις θέσεις εργασίας τους, ενώ, ειδικά οι 5η, 6η, 8η, 11ος, 13η, 14η, 16ος και 21ος των εναγόντων μεταφέρθηκαν σε κενές οργανικές θέσεις (ΥΕ) σε δημόσια νοσοκομεία. Επομένως, το πρωτόδικο δικαστήριο, που έκανε δεκτά τα ανωτέρω αιτήματα των εναγόντων, έσφαλε … Περαιτέρω, το αίτημα των εναγόντων για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, είναι μη νόμιμο και, ως εκ τούτου, απορριπτέο καθ’ όσον η παράνομη, αντισυμβατική και καταχρηστική συμπεριφορά του εργοδότη δεν συνιστά καθ’ εαυτή προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού ώστε να μπορεί να θεμελιώσει, κατά τα άρθρα 59και 932 ΑΚ, αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αλλά απαιτείται να συντρέχει επί πλέον και το στοιχείο της υπαιτιότητας …». Στη συνέχεια, το εφετείο, όπως ειπώθηκε, δέχθηκε την έφεση και στην ουσία και, εν τέλει, αφού έκρινε την αγωγή νόμιμη στα άρθρα 7 εδ. (α) ν. 2112/1920 και 281 ΑΚ, τη δέχθηκε μερικώς στην ουσία και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα ενάγοντα τα αιτούμενα ποσά (διαφορά 25% των αποδοχών), ενώ συμψηφίσθηκε η δικαστική δαπάνη στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Κατά τα γενόμενα δεκτά στην (ΙΙ) μείζονα σκέψη, η αγωγή υπό το προηγούμενο περιεχόμενο, δεν είναι νόμιμη και στην ένδικη υπόθεση δεν είναι εφαρμοστέες οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 εδ. (α) ν. 2112/1920 και 281 ΑΚ. Τούτο διότι το άρθρο 80 ν. 4172/2013, κατ’ εφαρμογή του οποίου οι αναιρεσίβλητοι τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, δεν αντίκειται στα άρθρα 102 παράγραφοι 1 και 2,5 παρ.1, 22 παρ.1 εδ. (α), 25 παρ.1, 2 παρ.1, 17 παρ.1, 103 παρ.7, 4 παρ.5 Συντάγματος, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ε.Σ.Δ.Α. (κυρωτικό ν.δ. 53/1974) και 4 παρ.1 του άρθρου ‘πρώτου’, Μέρος ΙΙ, του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (κυρωτικός ν. 1426/1984)ούτε παραβιάζεται, με το άρθρο 80 ν. 4172/2013, η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του πολίτη προς τη Διοίκηση. Επίσης, οι αναιρεσίβλητοι δεν εκθέτουν ότι μόνο από την επίμαχη περικοπή των αποδοχών τους (25%, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 80ν. 4172/2013) συντρέχει περίπτωση διακινδυνεύσεως της αξιοπρεπούς διαβιώσεως των ιδίων και της οικογενείας τους. Επομένως, το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο μοναδικό λόγο αναιρέσεως, αφού εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές του, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 εδ. (α) ν. 2112/1920 και 281 ΑΚ και δέχθηκε την αγωγή, ως νόμιμη και, στη συνέχεια, βάσιμη στην ουσία, ενώ αυτή (αγωγή) ήταν μη νόμιμη. Πρέπει, ως εκ τούτου, κατά παραδοχή του μ ο ν α δ ι κ ο ύ λόγου αναιρέσεως, ως βάσιμου, να αναιρεθεί η 3954/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ……. στο σύνολό της, ήτοι και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, το οποίο συναναιρείται, αφού έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα[άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ].

Το ισχύον άρθρο 580 παρ.3 εδ. (α) ΚΠολΔ ορίζει ότι εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (ΑΠ ολ. 3/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα. Πρέπει, συνεπώς, κατά το πιο πάνω άρθρο 580 παρ. 3 εδ. (α) ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να δικάσει επί της από 6.6.2016 εφέσεως, να γίνει δεκτή η έφεση τυπικά και στην ουσία, να εξαφανισθεί η 421/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ……., εκτός από τη διάταξή της ότι η αγωγή θεωρείται ως ουδέποτε ασκηθείσα για τους ενάγοντες Γ. Γ. και Ν. Σ., να δικασθεί, κατά τα λοιπά η από 16.10.2013 [Γ.Α.Κ. 139257/Α.Κ.Δ. 4924/18.10.2013] αγωγή, η οποία να απορριφθεί, ως μη νόμιμη.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσης δίκης, της επί της εφέσεως δίκης και της επί της αγωγής δίκης πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής [άρθρα 106,179,183 ΚΠολΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 3954/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ……. στο σύνολό της.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της από 6.6.2016 εφέσεως, ενώπιον του Εφετείου ……..

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και στην ουσία.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 421/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ……. εκτός από τη διάταξή της ότι η αγωγή θεωρείται ως ουδέποτε ασκηθείσα για τους ενάγοντες Γ. Γ. και Ν. Σ.

ΔΙΚΑΖΕΙ, κατά τα λοιπά, επί της από 16.10.2013 [Γ.Α.Κ. 139257/Α.Κ.Δ. 4924/18.10.2013] αγωγής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ……..

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16.10.2013 αγωγή, ως μη νόμιμη.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα της παρούσης δίκης, της επί της εφέσεως δίκης και της επί της αγωγής δίκης στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην ……. την 26η Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην ……. σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 15η Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Πηγή: dimosnet.gr