6.7 C
Athens
Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου, 2023

Ένα… αυτογκόλ έσωσε την παρτίδα για την εργασιακή μεταρρύθμιση στην Ισπανία

Θα ήταν ένα καλό σενάριο για μία κωμική ταινία, εάν δεν αφορούσε κάτι τόσο σοβαρό

Πρόσφατα

Θα ήταν ένα καλό σενάριο για μία κωμική ταινία, εάν δεν αφορούσε κάτι τόσο σοβαρό. Όμως έτσι όπως εξελίχθηκε η αγωνιώδης ψηφοφορία για τη νέα εργατική νομοθεσία στο Ισπανικό Κοινοβούλιο, που κατέληξε στην έγκρισή της με διαφορά στήθους και με ένα… αυτογκόλ, πραγματικά την τελευταία στιγμή, από έναν βουλευτή του αντιπολιτευόμενου συντηρητικού  Λαϊκού Κόμματος, ήταν καθόλα αντάξια μίας κωμωδίας ανατροπών.

Και αυτό γιατί τα είχε όλα: ανακατώματα πολιτικά, απειλές και προδοσίες, απροσδόκητους επισκέπτες, σασπένς που προμήνυε αποτυχία και τελικά η ολική ανατροπή της κατάστασης χάρις σε ένα λάθος. Το μπέρδεμα του βουλευτή του ΡΡ Αλβέρτο Κασέρο από το Κάθερες, που ψήφισε «άλλα αντ’ άλλων» στην εξ αποστάσεως ηλεκτρονική ψηφοφορία («ναι» στο νέο νομοσχέδιο και «όχι» στην αναπομπή του για τελική επεξεργασία), έλυσε τον Γόρδιο Δεσμό για την κυβέρνηση Σοσιαλιστών /Podemos κι ιδίως για την αντιπρόεδρό της και υπουργό Εργασίας,Γιολάνδα Ντίαθ.

Μέχρι το λάθος του Κασέρο, η Ντίαθ βρισκόταν σε δύσκολη θέση, καθώς το δημιούργημά της, για το οποίο μόχθησε και κατάφερε να πείσει με νύχια και με δόντια τα κύρια συνδικάτα και την εργοδοσία κυρίως, να συμφωνήσουν στο συμβιβαστικό κείμενό του, βρισκόταν επί ξυρού ακμής. Το επίμαχο νομοσχέδιο συναντούσε πολλές πολιτικές αντιστάσεις, ιδίως στα σημεία που αναφερόταν στις περιφερειακές εργατικές συμβάσεις -ιδίως εκείνες που ισχύουν στην Εουσκάδι (Χώρα των Βάσκων) και την Καταλονία- και προκαλούσε ρήγματα στην άτυπη κοινοβουλευτική συμμαχία-ανοχή των αυτονομιστικών κομμάτων. Το εθνικιστικό βασκικό PNV και το EH Bildu επέλεξαν να μην το υπερψηφίσουν, το συνεργαζόμενο με το ΡΡ αυτονομιστικό κόμμα της Ναβάρας UPN αν και είχε ταχθεί υπέρ στη διάρκεια της ψηφοφορίας η στάση των βουλευτών του υπήρξε διφορούμενη, ενώ οι Καταλανοί διχάσθηκαν: μολονότι οι συντηρητικοί αυτονομιστές του PdeCat δήλωναν ότι θα το ψηφίσουν, το κεντροαριστερό ERC αρνείτο, παρά τις απειλές των Comu’ (το Podemos της Καταλονίας) ότι εάν το έπραττε τότε  θα απέσυρε τη στήριξή του στους αυτονομιστές στο τοπικό Κοινοβούλιο. Με δεδομένη την αρνητική ψήφο του PP και του Vox από την ψηφοφορία, η κυβέρνηση αναζητούσε εσπευσμένα κάποιο στήριγμα. Ιδίως όταν δύο βουλευτές του UPN έσπασαν την κομματική πειθαρχία και ψήφισαν «όχι».

Μάλιστα η κατάσταση ήταν τόσο ρευστή και διαφαινόταν τόσο δυσμενής αρχικά για την Ντίαθ, που σε κάποια στιγμή η πρόεδρος της Βουλής Μεριτσέλ Μπατέτ ανακοίνωσε πως το νομοσχέδιο δεν εγκρίνεται λόγω έλλειψης πλειοψηφίας. Ανακοίνωση που προκάλεσε κατήφεια στην κυβέρνηση και ενθουσιασμό στις τάξεις του PP και του Vox. Για λίγο όμως. Διότι σχεδόν αμέσως η Μπατέτ διόρθωσε: «οι υπηρεσίες της Βουλής με ειδοποιούν πως το νομοσχέδιο εγκρίθηκε».

Γιατί; Διότι τότε ήλθε ο «από μηχανής θεός»: η ψήφος του βουλευτή από το Κάθερες, που λόγω ασθένειας ψήφιζε από το σπίτι του,  στάθηκε καθοριστική γιατί διαμόρφωσε την in extremis πλειοψηφία  του 175-174 που χρειαζόταν για να περάσει το νομοσχέδιο. Ένα λάθος που έστειλε την κυβέρνηση στα ουράνια και την αντιπολίτευση, μετά το αρχικό σοκ να αρχίσει να ψάχνει τρόπους να αναστρέψει την κατάσταση.

Όσα ακολούθησαν ήταν τραγικοκωμικά. Το ΡΡ έφερε αμέσως στο Κοινοβούλιο μετά την ψηφοφορία τον ίδιον τον Κασέρο (που μάλιστα τυγχάνει και Γραμματέας Οργανωτικού και στενός συνεργάτης του Πάβλο Κασάδο) για να δηλώσει αυτοπροσώπως ότι η καταμετρημένη ψήφος δεν εκφράζει τη βούλησή του και να του επιτραπεί να ψηφίσει ξανά δια ζώσης. Πράγμα κι αίτημα πρωτοφανές, που φυσικά απορρίφθηκε. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης αρχικά ισχυρίσθηκε ότι πρόκειται μάλλον  για «πληροφοριακό λάθος» στη μετάδοση της ψήφου, δηλ. ότι κάποιος χειριστής από το σύστημα πέρασε λάθος την ψήφο του Κασέρο. Όταν το επιχείρημα τούτο φάνηκε πως δεν έκαμπτε την πρόεδρο του Κοινοβουλίου Μεριτσέλ Μπατέτ, ούτε και προέκυπτε από πουθενά, ο πρόεδρος του ΡΡ Πάβλο Κασάδο πυρ και μανία άρχισε να διατυμπανίζει ότι επρόκειτο για «πολιτική σκευωρία» και «αλλοίωση» της ψήφου και να ομνύει σε Θεούς και Δαίμονες ότι θα προσφύγει στο Συνταγματικό Δικαστήριο για να αποδοθεί δικαιοσύνη.

Μέχρι και σήμερα, που το επιχείρημα για «πληροφοριακό λάθος» εγκαταλείφθηκε από την ηγεσία του ΡΡ, δεν έχει αποκλεισθεί η πιθανότητα για προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Παράλληλα έχει ζητηθεί να επέμβει η Εθνοφυλακή και να πάρει για έλεγχο τον υπολογιστή και όλα τα ηλεκτρονικά συστήματα που εξασφαλίζουν την ψήφο από απόσταση από την κατοικία του Κασέρο, ώστε να διαπιστωθεί ότι δεν είχαν αλλοιωθεί, χακαριστεί κλπ ώστε να υποκλαπεί η ψήφος του. Από την άλλη πλευρά, οι Σοσιαλιστές κάνουν λόγο για «εξαγορά» των δύο βουλευτών του UPN που έσπασαν την κομματική πειθαρχία και ψήφισαν κατά.

Την ίδια στιγμή επιπλέον γκρίνια έχει ξεσπάσει μέσα στην ίδια την κυβέρνηση, αναφορικά με την αλυσιτελή διαπραγματευτική τακτική της με τα περιφερειακά και τα αυτονομιστικά κόμματα. Τη στιγμή που η συμμαχική κυβέρνηση μειοψηφίας έχει ανάγκη από αυτούς τους σχηματισμούς για να περάσει κρίσιμα νομοσχέδια –ιδίως τώρα που σειρά έχει το κεφαλαιώδες νομοσχέδιο για την φορολογική μεταρρύθμιση- και μία αδυναμία της να τα πείσει ή μία  υποχώρησή της προκειμένου να εξασφαλίσει την ψήφο τους, μπορεί να προκαλέσει απρόβλεπτες ανατροπές. Επίσης η συμφωνία για τους Ciudadanos, ανταλλάσσοντας την ψήφο τους για μία αναδιασκευή της στάσης της απέναντι στα αυτονομιστικά κόμματα, ενδέχεται να περιπλέξει ιδιαίτερα τις επικαιρικές συμμαχίες που χρειάζονται στην κυβέρνηση κι απαιτούν ευρύτερες συναινέσεις. Μία υποχώρηση προς αυτήν την κατεύθυνση θα έβλαπτε την πολύτιμη συνεργασία με τους Βάσκους και Καταλανούς σε πολλά νομοσχέδια.

Κλυδωνισμοί παρατηρούνται επίσης και στο UPN: έχει ξεκινήσει διαδικασία για την αποπομπή των δύο βουλευτών του που καταψήφισαν το νομοσχέδιο και απειλούν την ισορροπία δυνάμεων σε περίπτωση που χρειασθεί η προσφυγή ξανά σε μη όμορες ιδεολογικά παρατάξεις.

Η κυβέρνηση, κι όταν λέμε κυβέρνηση εννοούμε πρακτικά το PSOE του Πέδρο Σάντσεθ, που έχει σχεδόν μονοπωλήσει την πρωτοβουλία απέναντι στους Podemos, αφήνοντάς τους να επιφέρουν «τροποποιήσεις» ή να αναλαμβάνουν τα δύσκολα διαπραγματευτικά εγχειρήματα με συναφείς χώρους στις Περιφέρειες, διέπραξε στην ψήφιση του εργατικού νόμου ένα μεγάλο μεθοδολογικό λάθος. Προσπάθησε καυχησιάρικα να περάσει το νομοσχέδιο αυτό σαν δικό της δημιούργημα και κατόρθωμα, όταν όμως οι βασικές του διατάξεις είναι συμβατές με τις απαιτήσεις της ΕΕ, μέσα στο πνεύμα της παρούσας συγκυρίας που αναγκάζει τις Βρυξέλλες, όχι να εγκαταλείψει, αλλά να χαλαρώσει κάπως τις άκαμπτες συνταγές της λιτότητας. Μία στροφή, που καθώς δεν απεμπολεί τον στόχο της παραγωγικότητας, αλλά με δεδομένο ότι οι συνθήκες που την ενθαρρύνουν έχουν διαταραχθεί από την πανδημία και την ενεργειακή κρίση, επιβάλλει μία ρύθμιση των εργασιακών συνθηκών, ώστε να λαμβάνονται υπ’ όψη και οι νέες εξελίξεις στο πεδίο της παραγωγής και της εργασίας.

Το νεο-κεϋνσιανικό πνεύμα της κυβέρνησης του Σάντσεθ δεν είναι άμοιρο της γενικότερης στροφής στην Ευρώπη για μεγαλύτερη συνεισφορά του κράτους, μέσα από τα Ταμεία Επόμενης Γενιάς και των Εθνικών Σχεδίων Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, για να στηρίξει τα επενδυτικά σχέδια του ιδιωτικού τομέα. Απλώς, όπως και στην περίπτωση της εργασιακής μεταρρύθμισης της Ντίαθ, οι ευνοϊκές για το κεφάλαιο προβλέψεις μετριάζονται από λαϊκίστικες υποχωρήσεις και ρυθμίσεις υπέρ των ελάχιστων δικαιωμάτων για τους εργάτες. Δεν πρέπει να λησμονούμε, άλλωστε, πως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποδέχθηκε ευνοϊκότατα τη μεταρρύθμιση, μιας και περιελάμβανε τις φιλο-επιχειρηματικές διατάξεις που προϋπέθετε και οι ρυθμίσεις που προωθούσε για την «άτακτη» εργασία και τις κλαδικές συμβάσεις κινούνταν ούτως ή άλλως προς την φαινομενική νεο-κεϋνσιανική κατεύθυνση που οι Βρυξέλλες τηρούν προσωρινά έως την κάμψη της πανδημίας και με ορίζοντα την μετριασμένη επανεφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας.

Οι ευεργετικές για την εργασία ρυθμίσεις του νέου νομοσχεδίου, παρά τις θριαμβολογίες και τα παχιά λόγια της κυβέρνησης και του αστικού Τύπου (όπως η El Pais), δεν μπορούν να κρύψουν όμως τις πραγματικές παραμέτρους, που σκιάζουν την προκρινόμενη σε Ισπανία και ΕΕ εμμονή στο δόγμα της διαρκούς παραγωγής. Μίας παραγωγής που διαρκώς προπαγανδίζεται ότι θα έλθει μέσα από (κρατικές, όχι ιδιωτικές) επενδύσεις και μεγάλα έργα. Όλα τούτα επαναλαμβάνονται έως κορεσμού, λες και δεν έχει μεσολαβήσει η οικολογικο-ενεργειακή κρίση που βιώνουν με ακαταδάμαστη δριμύτητα το ιδιωτικό επιχειρείν και οι κρατικές πολιτικές σε όλη την Ευρώπη και διαταράσσει οριζόντια τις θεσμικές «κανονικότητες» του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και των αγορών του.

Για να φθάσουμε στη διαρκή και στιβαρή παραγωγή που επαγγέλλεται η ΕΕ, εάν υποτεθεί πως η κλιματική κρίση δεν πρόκειται να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τις ισορροπίες στην παραγωγή και τις μεταφορές, θα χρειασθεί η διάθεση μεγάλων ποσοτήτων από φθηνή ενέργεια για να επιτευχθεί η θρυλούμενη «μετάβαση» στην πράσινη (και κυρίως αειφόρα) ανάπτυξη. Και φυσικά φθηνή εργασία και χαμηλοί μισθοί.

Η μόνη προϋπόθεση που τηρείται είναι αυτή της φθηνής εργασίας και της ρύθμισης των ορίων της, ιδίως όσον αφορά την «άτακτη» και προσωρινή εργασία, που και με τη σύμφωνη γνώμη της ΕΕ και της εργοδοσίας ενδέχεται να προκαλέσει ανατροπές σε κάποιο από τα σημεία της αλυσίδας παραγωγής κι αναπαραγωγής της. Είναι ιδιαίτερα αισθητή η απουσία οποιασδήποτε πρόβλεψης, ούτε στο ισπανικό νομοσχέδιο, αλλά ούτε φυσικά και στα ευρωπαϊκά προγράμματα, για οποιαδήποτε είδους αναδιανομή των κερδών ή για αύξηση κοινωνικών δαπανών, που θα προκύψουν από τη διαρκή παραγωγή, που θα πληρωθεί με χρήματα κρατικά -των φορολογουμένων.

Αναδιανομή όμως -δίκαιη και κοινωνική- δεν μπορεί να επιτευχθεί όταν δεν προβλέπεται ούτε στο νομοσχέδιο της Ντίαθ, αλλά ούτε κι όταν η εργοδοσία, στη συνέλευση της CEOE την Τρίτη 8 Φεβρουαρίου,  άτεγκτα απέρριψε την πρόταση της κυβέρνησης για αύξηση του κατώτατου μισθού στα 1.000 ευρώ, όπως είχε δειλά προτείνει η κυβέρνηση, ως μέτρο διάδοχο της ψήφισης του εργασιακού νομοσχεδίου και μπροστά στην οικονομική ασφυξία που προκαλεί η ενεργειακή κρίση. Η εργοδοσία ήδη έχει κάνει μία υποχώρηση στο εργασιακό, αποδεχόμενη κάποιες ρυθμίσεις, δεν είναι όμως διατεθειμένη να δεχθεί τα πάντα. Άλλωστε, ο σχεδιασμός για τα Ταμεία της Επόμενης Γενιάς αφορά τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης, όχι όμως και την ποιοτική της εξασφάλιση και τη μισθολογική της βελτίωση.


Πηγή: kosmodromio, Γιώργος – Βύρων Δάβος

Παρόμοια Άρθρα

Παρατάξεις