7.8 C
Athens
Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου, 2023

Βία και καταστολή η απάντηση της Ινδονησίας στην έκκληση προσφύγων για λύση στο αδιέξοδο

Παγιδευμένοι στην Ινδονησία χιλιάδες Αφγανοί αναμένουν επί δεκαετίες μια λύση στο αδιέξοδο εγκλωβισμού τους στη χώρα

Πρόσφατα

κύκλο του διαδικτύου κάνει η βίαιη απάντηση των δυνάμεων της Ινδονησίας στη διαμαρτυρία των Αφγανών προσφύγων που βρίσκονται εγκλωβισμένοι, σε ορισμένες περιπτώσεις για περισσότερο από μία δεκαετία, στη χώρα όπου κατέφυγαν ελπίζοντας να λάβουν στη συνέχεια άσυλο στις ΗΠΑ ή Αυστραλία.

Με διαδηλώσεις, οι οποίες κλιμακώθηκαν μετά την αυτοκτονία ενός πρόσφυγα στις 16 Ιανουαρίου 2022 στο Πεκανμπαρού, χιλιάδες Αφγανοί, κυρίως μέλη της εθνικής μειονότητας Χαζάρα, απαιτούν την ταχύτερη μετεγκατάστασή τους σε τρίτες χώρες.

«Στις 18 Ιανουαρίου 2022, χάσαμε έναν από τους Χαζάρα πρόσφυγες μας, αυτοκτόνησε. Πήγαμε στο γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες για να ζητήσουμε βοήθεια, τους ζητήσαμε να έρθουν να μας μιλήσουν και να μας πουν κάτι που θα μας δώσει ελπίδα. Αλλά η αστυνομία μας χτύπησε πολύ άσχημα. Δέκα αγόρια τραυματίστηκαν και βρίσκονται στο νοσοκομείο. Χτύπησαν τις γυναίκες, τα παιδιά. Οι αστυνομικοί μας καταδίωκαν με ξύλα» διηγείται η Αντιλά, προσφύγισσα Χαζάρα που βρίσκεται στο Πεκανμπαρούτα τελευταία έξι χρόνια μαζί με τον αδελφό της.

«Είμαστε ζωντανοί, αλλά δεν ζούμε»

Η Ινδονησία ήταν κάποτε μια χώρα διέλευσης, όπου οι πρόσφυγες περνούσαν μήνες ή το πολύ δύο χρόνια πριν εγκατασταθούν αλλού. Η Αυστραλία και οι ΗΠΑ προχωρούσαν στην επανεγκατάσταση της πλειονότητας των προσφύγων από την Ινδονησία, αλλά τα τελευταία χρόνια και οι δύο χώρες έχουν μειώσει δραματικά τις προσλήψεις προσφύγων από εκεί.

Περίπου 14 άτομα έχουν αυτοκτονήσει τα τελευταία χρόνια λόγω της αβεβαιότητας. Δυστυχώς, η αυτοκτονία του Sayed Balkhi δεν ήταν η πρώτη και σίγουρα δεν θα είναι η τελευταία. Πολλοί ακόμη πρόσφυγες έχουν αποπειραθεί να αυτοκτονήσουν ή να αυτοτραυματιστούν. 

Όπως υπενθυμίζει δημοσίευμα του France24, η Ινδονησία δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση του 1951 για τους πρόσφυγες ή το επακόλουθο Πρωτόκολλο του 1967 για τους πρόσφυγες, πράγμα που σημαίνει ότι οι πρόσφυγες δεν μπορούν να εγκατασταθούν μόνιμα στη χώρα. Αντ’ αυτού, τους επιτρέπεται να παραμείνουν στην Ινδονησία, αλλά υπό καθεστώς παρόμοιο με την περίπτωση που διέρχονταν από ένα αεροδρόμιο και ήταν απλώς περαστικοί.

«Βρισκόμαστε παγιδευμένοι εδώ για οκτώ έως δέκα χρόνια. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δεν έχουμε καμία πληροφορία για το μέλλον μας και ζούμε σε πλήρη αβεβαιότητα. Όταν μιλάμε με γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας, δεν μας δίνουν καμία ελπίδα και μας λένε ότι ενδέχεται να μείνουμε εδώ για πάντα» αναφέρει ο Νιάζ Φαραχμάντ, ο οποίος ζει σήμερα σε κέντρο προσφύγων στο Πεκανμπαρού της Ινδονησίας.

Δεν είμαστε σε καλή κατάσταση, σε καλές συνθήκες και δεν έχουμε μια φυσιολογική ζωή. Δεν έχουμε κανένα μέλλον, δεν έχουμε καμία ελπίδα. Είμαστε ζωντανοί, αλλά δεν ζούμε.

Ως αποτέλεσμα της πολιτικής της Ινδονησίας, αν και οι πρόσφυγες παραμένουν για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στη χώρα, δεν έχουν το δικαίωμα να εργαστούν ή να εισαχθούν στο εκπαιδευτικό σύστημα, ακόμη και να αποκτήσουν δίπλωμα οδήγησης. Δεν επιτρέπεται να ταξιδεύουν εκτός των ορίων της πόλης και, χωρίς ως μόνο εισόδημά τους (εφόσον απαγορεύεται να εργαστούν) ορίζεται το πενιχρό επίδομα ύψους 1.250.000 IDR (77 ευρώ) που παρέχει ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης, το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις δεν επαρκεί για την κάλυψη ούτε των βασικών εξόδων, όπως το φαγητό.

«Τα παιδιά μας πρέπει να λάβουν εκπαίδευση, δεν εκπαιδεύονται καθόλου. Είμαστε εδώ περίπου οκτώ με εννέα χρόνια και μια ολόκληρη γενιά παιδιών χάνει την εκπαίδευσή της στα πιο κρίσιμα χρόνια» σημειώνει σχετικά η Λατιφά Ρασίχ, που ζει σήμερα σε κέντρο προσφύγων στο Μπατάμ της Ινδονησίας με την οικογένειά της

Είμαστε σαν φυλακισμένοι εδώ. Δεν έχουμε καμία ελευθερία. Κάποιοι ντόπιοι μας λένε ότι πρέπει να είμαστε ευγνώμονες και ότι είμαστε τόσο τυχεροί που παίρνουμε χρήματα κάθε μήνα χωρίς να χρειάζεται να δουλεύουμε. Εμείς είμαστε ευγνώμονες που έχουμε φαγητό και ένα μέρος για να ζήσουμε. Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Κάθε άνθρωπος αξίζει την ελευθερία και να ζει ειρηνικά.

Σημειώνεται ότι η κατάσταση των προσφύγων Χαζάρα που έχουν εγκλωβιστεί στην Ινδονησία, καθώς και η παραμέληση των παιδιών των προσφύγων και η έλλειψη κυβερνητικής δράσης έχει επανειλημμένως καταγγελθεί από οργανώσεις και φορείς ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χωρίς ωστόσο αποτέλεσμα.

«Δεν μπορούμε καν να στείλουμε χρήματα στην οικογένειά μας»

Όταν οι Ταλιμπάν ανέλαβαν την εξουσία στο Αφγανιστάν τον περασμένο Αύγουστο, τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο δύσκολα για τους Χαζάρα της Ινδονησίας, καθώς έβλεπαν τις ήδη ελάχιστες πιθανότητες επιστροφής τους να εξανεμίζονται και φοβόντουσαν για την ασφάλεια των συγγενών τους που βρίσκονταν ακόμη στη χώρα.

Η οικογένειά μου βρίσκεται στο Αφγανιστάν και δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτούς. Από την κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν τον Αύγουστο, τα πράγματα έχουν χειροτερέψει ψυχολογικά για εμάς, καθώς γνωρίζουμε ότι δεν θα μπορέσουμε ποτέ να επιστρέψουμε στην πατρίδα μας και ανησυχούμε τόσο πολύ για την οικογένεια και τους φίλους μας. Βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να τους βοηθήσουμε εδώ. Δεν μπορούμε καν να τους στείλουμε χρήματα. Τίποτα.

Οι Χαζάρα αντιμετωπίζουν παράλληλα διακρίσεις θρησκευτικής φύσης στην Ινδονησία, όπου αποτελούν και πάλι μειονότητα, καθώς είναι σιίτες μουσουλμάνοι σε μια χώρα που κατά 99% είναι σουνίτες.

Δεν μπορούμε να το δείξουμε αυτό στην Ινδονησία, φοβόμαστε για τη ζωή μας. Πρέπει να κρυβόμαστε. Ακόμη και αν η Ινδονησία υπέγραφε τη σύμβαση του 1951, δεν θα μπορούσαμε να μείνουμε λόγω της θρησκείας μας

Καθώς ο αριθμός των προσφύγων αυξάνεται, η μόνιμη μετεγκατάσταση γίνεται όλο και πιο δύσκολη, με την πανδημία να επιδεινώνει αισθητά την κατάσταση. Το 2020 εκτιμάται ότι ο αριθμός των προσφύγων που είχαν ανάγκη απόδοσης ασύλου ανερχόταν σε 1,4 εκατομμύρια παγκοσμίως, αλλά μόνο λίγο περισσότερο από το 2% (34.400) μετεγκαταστάθηκαν για λόγους προστασίας σε μια νέα χώρα, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής.

Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες διαπίστωσε ότι 160 χώρες είχαν κλείσει τα σύνορά τους κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της πανδημίας το 2020, ενώ 99 κράτη δεν έκαναν καμία εξαίρεση για τους ανθρώπους που ζητούσαν


Πηγή: Kosmodromio

Παρόμοια Άρθρα

Παρατάξεις