Γιώργος Αλεξάτος: Τσιμέντο να γίνει!

Mέσα από τη στήλη «arguendo», ο συγγραφέας, ιστορικός και ερευνητής, Γιώργος Αλεξάτος σχολιάζει, κριτικάρει, «ελεύθερα συλλογάται»

Καλό μας ξεκίνημα στη νέα στήλη του ΕrgasiaNET, με τη σκέψη (πού αλλού;) στην αγωνία αυτού του τόπου για ζωή. Μια αγωνία που παρατείνεται για περισσότερο από μια δεκαετία τώρα, με τη μνημονιακή κοινωνική καταστροφή να έχει αποκρυσταλλωθεί σε μια νέα «κανονικότητα», που κάνει αισθητή την παρουσία της σε κάθε εκδήλωση της πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής, πολιτιστικής και πολιτισμικής ζωής.

Εκδηλώσεις αυτής της νέας «κανονικότητας» είναι η εγκληματική διαχείριση της υγειονομικής κρίσης, που συνδυάζεται με μια σαρωτική επίθεση κατά των κοινωνικών δικαιωμάτων και κατακτήσεων των εργαζομένων, των γυναικών και της νεολαίας, ενώ συνεχίζεται η μακρόχρονη διαδικασία αναίρεσης των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, σε μια χώρα όπου η εθνική και λαϊκή κυριαρχία εξακολουθεί να απεμπολείται.

Με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό, σε μια περίοδο έντασης των ανταγωνιστικών σχέσεων στην ευρύτερη περιοχή, με τα σύννεφα του πολέμου να πυκνώνουν απειλητικά και την παρουσία των αμερικανονατοϊκών βάσεων σε Σούδα και Αλεξανδρούπολη να εμπλέκει άμεσα τη χώρα μας σε ενδεχόμενες και πολύ πιθανές περιπέτειες, με ανυπολόγιστες συνέπειες.

Με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την επιβολή ενός καθεστώτος που όλο και περισσότερο ξυπνάει μνήμες άλλων εποχών, με περιορισμένη και ελεγχόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία, που σταματάει εκεί που αρχίζει η αυθαιρεσία της κρατικής καταστολής, των αστυνομικών απαγορεύσεων και της απροκάλυπτης βίας των ένστολων ανθρωποφυλάκων.

Μόλις πριν λίγες μέρες σταθήκαμε μάρτυρες μιας ακόμη εκδήλωσης αυτής της νέας «κανονικότητας» με το σπασμένο χέρι του 13χρονου μαθητή στη Λάρισα, ενώ ένας νέος άνθρωπος εξακολουθεί να κρατείται για συμμετοχή στα επεισόδια της Νέας Σμύρνης, παρόλο που η «καταγγελία», με βάση την οποία πιάστηκε, αναιρέθηκε από αυτόν που την έκανε! Παρά το ότι έχει δοθεί στη δημοσιότητα βίντεο που αποδεικνύει ότι εκείνες τις ώρες βρισκόταν στην Ελευσίνα!

Αναπόστατες από το γενικό πλαίσιο και αναμενόμενες εκδηλώσεις αυτής της νέας «κανονικότητας» είναι και τα φαινόμενα βαθιάς σήψης, που είδαν το φως της δημοσιότητας με τις υποθέσεις Λιγνάδη και Φουρθιώτη, όπως και η ολοκλήρωση –με τη συναίνεση ολόκληρου του μνημονιακού μπλοκ από Ν.Δ. μέχρι ΣΥΡΙΖΑ- της διαδικασίας εκχώρησης του Ελληνικού (μιας από τις τελευταίες περιοχές ανάσας για την περιοχή της πρωτεύουσας) στα μαφιόζικα συμφέροντα, για τη δημιουργία των νέων Παρθενώνων του σύγχρονου Ελληνισμού. Με το καζίνο να αποτελεί την επιτομή της νέας πολιτισμικής πραγματικότητας. Που για να επιβεβαιωθεί ως πολιτισμική επιλογή ακολουθήθηκε από την απόφαση για μεταφορά και του καζίνου της Πάρνηθας σε κατοικημένη περιοχή.

Πώς να λείπουν από το συνολικότερο κάδρο και οι αθλιότητες σε βάρος της ιστορικής πολιτιστικής κληρονομιάς αυτού του τόπου, με καραμπινάτη εκδήλωση το τσιμέντωμα του Ιερού Βράχου της Ακρόπολης, και την ασύλληπτη και αδιανόητη επιδίωξη της αρμόδιας υπουργού να μείνει στην ιστορία, με την αναγραφή του ονόματός της σε μαρμάρινες επιγραφές; Πλάι στα Προπύλαια, το Ερέχθειο και τον Παρθενώνα!

Κι εκεί που τα σκεφτόμουν όλ’ αυτά, μοιραία θυμήθηκα τον Μοροζίνι. Κι από τον Μοροζίνι βρέθηκα στην ενετοκρατούμενη Κρήτη. Στον Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο, όπου κατά τον 16ο και 17ο αιώνα, μεταξύ των 25.000 κατοίκων του, ζούσαν κάπου διακόσιοι ζωγράφοι, οργανωμένοι σε ιδιαίτερη επαγγελματική συντεχνία. Και προσέθεσαν στον πολιτιστικό πλούτο αυτής της χώρας, συνδυάζοντας τη ντόπια βυζαντινή καλλιτεχνική παράδοση με τα νέα δυτικά καλλιτεχνικά ρεύματα που ’χαν ξεπηδήσει μέσα από την Αναγέννηση.

Εκεί γεννήθηκε το 1541 ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος και ανάμεσά τους έκανε τα πρώτα καλλιτεχνικά του βήματα. Που πέθανε σαν σήμερα, στις 7 Απριλίου 1614, στο Τολέδο της Ισπανίας και έμεινε στην ιστορία της παγκόσμιας πολιτιστικής δημιουργίας με το όνομα «el Greco», «ο Έλληνας».

Βαθιές οι ρίζες και μια αίσθηση ντροπής, στη σκέψη ότι και σήμερα σε κάποιο Τολέδο θα αναγκαζόταν να καταφύγει. Γιατί στη χώρα των μαφιόζικων συμφερόντων και του «τσιμέντο να γίνει», η μνημονιακή κοινωνική καταστροφή δεν θα μπορούσε να αφήσει ανέπαφο το πεδίο του πολιτισμού.