Γιώργος Αλεξάτος: Οι εργαζόμενες γυναίκες στη μεταπολεμική Ελλάδα (1950-1974)

Από την ιστοσελίδα του Γιώργο Αλεξάτου: «Δύο μέρες μετά τη λήξη της τριήμερης απαγόρευσης να δημοσιεύω στο facebook, νέα εφταήμερη αυτή τη φορά απαγόρευση ήρθε να επικυρώσει την εκτίμηση ότι οι μηχανισμοί λογοκρισίας, για τη στήριξη του κρατικού αυταρχισμού και της κυβερνητικής αυθαιρεσίας, προκαλούν με απροκάλυπτο τσαλαπάτημα κάθε έννοιας συνταγματικής δημοκρατικής νομιμότητας. Έτσι, απαγορεύεται η δημοσίευση ακόμη και εργασιών μου, όπως το άρθρο-μελέτη για τις εργαζόμενες γυναίκες στη μεταπολεμική Ελλάδα, που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tomov.gr και αναδημοσίευσα εδώ, αλλά στο facebook δεν είναι αποδεκτό. Η λογοκρισία έχει προκαλέσει κύμα συμπαράστασης από εκατοντάδες χρήστες του facebook» Για να μεταβείτε και να διαβάσετε το πλήρες κείμενο, πατήστε στο twit που είναι μέσα στο κείμενο

Η πρώτη εικοσιπενταετία μετά τη λήξη του Εμφυλίου (που σηματοδότησε και για την Ελλάδα την είσοδο στη μεταπολεμική περίοδο) παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ιστορία της γυναικείας συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό της χώρας, που συνιστά εξαιρετικά σημαντικό παράγοντα της εξόδου των γυναικών στον δημόσιο χώρο. Μιας εξέλιξης που συνδέεται με σημαντικούς μετασχηματισμούς στη θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία, καθώς και αντίστοιχες ιδεολογικές μετατοπίσεις.

Αν και είχε προηγηθεί το μεγάλο κύμα της εξόδου γυναικών από το σπίτι και την οικογενειακή -κυρίως αγροτική- εργασία, στα χρόνια του Μεσοπολέμου, η μεταπολεμική έξοδος σταθεροποίησε και επέκτεινε τη γυναικεία συμμετοχή στη μισθωτή εργασία. Συνδεδεμένη με τη μαζική εγκατάλειψη της υπαίθρου, σε μια περίοδο κατά την οποία έφτασε στο αποκορύφωμά της η εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση.

Συνολικά, το 1961 απασχολούνταν στην πρωτογενή παραγωγή 782.000 γυναίκες (το 65,5% των εργαζόμενων γυναικών) και το 1971 478.000 (το 52,8%) (1). Στη μεταποίηση, το 1961 απασχολούνταν 155.000 και το 1971 150.000, ενώ στις υπηρεσίες, το 1961 ήταν 191.500 και το 1971 220.000 (2).

Παρά τη μικρή υποχώρηση σε απόλυτους αριθμούς, το ποσοστό των απασχολούμενων στη βιομηχανία γυναικών, σε σχέση με τους άντρες, αυξάνεται από ένα προς τέσσερα το 1958 σε ένα προς δύο το 1969. Κύρια αιτία υπήρξε η μετανάστευση των αντρών, που ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτή των γυναικών. Παράλληλα, διαπιστώνεται αύξηση του υπαλληλικού δυναμικού, που αποτελούνταν σε σημαντικό ποσοστό από γυναίκες, και η διαμόρφωση «όρων παραγωγικής διαδικασίας και συνθηκών εργασίας, οι οποίες επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση γυναικείου εργατικού δυναμικού σε αυξανόμενη κλίμακα» (3).

Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι οι κλάδοι της μεταποίησης με τη μεγαλύτερη αύξηση απασχόλησης (κατασκευές, ορυχεία, ηλεκτρισμός κ.λπ.) ήταν αυτοί με τη μικρότερη γυναικεία συμμετοχή, ενώ οι γυναίκες συνωθούνταν σε κλάδους με συγκριτικά χαμηλή αύξηση της απασχόλησης. Εντούτοις, κυριαρχούσαν στην καπνοβιομηχανία (75,5%) και στην κλωστοϋφαντουργία (70%) (4).

Σε μια περίοδο εκτεταμένης φτώχειας και ανέχειας, η παιδική εργασία εξακολουθούσε να αποτελεί σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα μέχρι και τη δεκαετία του 1970. Έτσι, το 1961 το 16% των εργαζόμενων γυναικών αποτελούνταν από κορίτσια ηλικίας 10-14 ετών, με το ποσοστό αυτό να μειώνεται στο 9,7% δέκα χρόνια αργότερα (5).

Αιχμή της γυναικείας απασχόλησης ήταν οι ηλικίες 20-24. Οι εργαζόμενες αυτών των ηλικιών αποτελούσαν, το 1961, το 52% των εργαζόμενων γυναικών, με το ποσοστό να πέφτει στο 37% το 1971 (6). Κύρια αιτία ήταν το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των γυναικών εγκατέλειπε την εργασία μετά τον γάμο και κυρίως μετά την απόκτηση παιδιών. Έτσι, κατά τη δεκαετία του 1960, ενώ εργάζεται το 1/4 του συνόλου των γυναικών, από τις παντρεμένες εργάζεται μόνο το 1/5 και από τις ανύπαντρες τα 3/5 (7). Η πτώση του ποσοστού των εργαζόμενων γυναικών ηλικίας 20-24 ετών συνδέεται με τις αλλαγές που είχαν εμφανιστεί στην ελληνική κοινωνία, που μεγάλο μέρος της έπαυε να θεωρεί ασυμβίβαστη τη γυναικεία εργασία με τον γάμο και τη φροντίδα των παιδιών.

Εντούτοις, η γυναικεία εργασία εξακολουθεί, όλη αυτή την περίοδο, να θεωρείται επικουρική και, όπως επισημαίνεται, αυτή η επικουρικότητα «είναι το κυριότερο εμπόδιο για την ειδίκευση της εργαζόμενης γυναίκας που έτσι μένει πάντα ο πιο χαμηλά αμειβόμενος μισθωτός και ασκεί τα πιο επίπονα επαγγέλματα» (8).

Χαρακτηριστικό είναι το ότι το 1961, ενώ οι άνεργοι άντρες αποτελούσαν το 4,9% του αντρικού εργατικού δυναμικού, οι άνεργες γυναίκες αποτελούσαν το 8% του αντίστοιχου γυναικείου (9).

Με νομοθετικά κατοχυρωμένη την ανισότητα των μισθών αντρών και γυναικών, το 1958 τα γυναικεία μεροκάματα στη βιομηχανία ήταν 37-46 δραχμές, έναντι 60-70 των αντρικών. Το 1965 ήταν 56-65, έναντι 90-110, και το 1971 104-120, έναντι 150-180 (10). Ο μέσος μηνιαίος μισθός στη βιομηχανία, το 1971, ήταν 7.155 δραχμές για τους άντρες και 3.920 δραχμές για τις γυναίκες (11).

Σημαντικό ήταν το ποσοστό των γυναικών που απασχολούνταν ως οικιακοί βοηθοί, όπως και εκείνων που εργάζονταν στο σπίτι, αναλαμβάνοντας εργασία «με το κομμάτι» (φασόν), ως μοδίστρες, πλέκτριες κ.λπ. Οι γυναίκες αυτές, συνήθως, δεν καταγράφονταν ως εργαζόμενες και φυσικά ήταν ανασφάλιστες (12). Γυναίκες ήταν, επίσης, το 96,5% των δακτυλογράφων-στενογράφων, το 91,5% του κατώτερου υγειονομικού προσωπικού και το 66% των εργαζόμενων στη συσκευασία (13).

Οι γυναίκες που απασχολούνταν στις υπηρεσίες του Δημοσίου καταλάμβαναν, συνήθως, τις κατώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας, «αν και το επίπεδο εκπαίδευσής τους ήταν γενικά υψηλότερο σε σύγκριση με αυτό των ανδρών» (14). Είναι χαρακτηριστικό ότι, το 1980, το 96,3% των γυναικών στο Δημόσιο ήταν απόφοιτοι τουλάχιστον μέσης εκπαίδευσης, έναντι 75,5% των ανδρώω (15). Επιπλέον, μια σειρά υπηρεσίες και κυρίως τράπεζες (Εθνική, Αγροτική κ.ά.), απέκλειαν τις γυναίκες από τους διαγωνισμούς πρόσληψης.

Ανασταλτικός παράγοντας στη γυναικεία απασχόληση ήταν και η κατάσταση που επικρατούσε στους εργασιακούς χώρους, με συνηθισμένο το φαινόμενο εργοδότες και προϊστάμενοι να επιδίδονται σε σεξουαλικές παρενοχλήσεις και εκβιασμούς. Το ζήτημα αυτό προσλάμβανε σημαντικές διαστάσεις, σε σημείο ώστε να απασχολήσει ακόμη και την καθεστωτική ΓΣΕΕ των εγκάθετων εργατοπατέρων: «Κάθε τόσο διατυπώνονται παράπονα παρά των κατά τόπους συνδικαλιστικών οργανώσεων περί της εκμεταλλεύσεως της ανάγκης των γυναικών όπως εργασθούν έναντι ανταλλαγμάτων αντικειμένων εις τα χρηστά ήθη» (16).

Η πραγματικότητα αυτή ενίσχυε και εδραιωμένες αντιλήψεις κατά της εξωοικιακής μισθωτής γυναικείας εργασίας, ισχυρές κυρίως στην επαρχία. Όπως αναφέρεται, κατά τη δεκαετία του ’50, με την εγκατάσταση στα Μέγαρα του εργοστασίου της Πειραϊκής-Πατραϊκής, που ως κλωστοϋφαντουργία απασχολούσε κυρίως γυναίκες, προκλήθηκαν αντιδράσεις, γιατί η βιομηχανική απασχόληση αντιμετωπιζόταν ως κίνδυνος «για την ηθική της κοπέλας» (17).

Παρά το ότι, ήδη από τον Μεσοπόλεμο –κυρίως μεταξύ των γυναικών του μαζικού καπνεργατικού κλάδου- και ιδιαίτερα αμέσως μετά, στα χρόνια της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, είχαν υπονομευτεί οι συντηρητικές παραδοσιακές αντιλήψεις για τη θέση της γυναίκας στην οικογένεια, την κοινωνία και την εργασία, η επιβίωση μεγάλου μέρους απ’ αυτές τις αντιλήψεις χαρακτήριζε και την περίοδο που εξετάζουμε.

Οι γυναίκες, στην πλειονότητά τους, εξακολουθούσαν να λειτουργούν ως φορείς αναπαραγωγής αυτών των αντιλήψεων, εγκλωβισμένες στην ιδεολογία της αποκατάστασης μέσω του γάμου και της τεκνοποίησης. Τα οξύτατα προβλήματα επιβίωσης των εργαζόμενων λαϊκών τάξεων τις έκαναν επιφυλακτικές απέναντι σε αλλαγές που ίσως να διατάρασσαν την καθημερινότητα της οικογένειας, με τη φροντίδα της οποίας αυτές, κυρίως, επιφορτίζονταν. Έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι σταθερά ψήφιζαν «δεξιότερα» από τους άντρες, ενώ αποτελούσαν το κύριο ακροατήριο παραεκκλησιαστικών και «φιλανθρωπικών» οργανώσεων, που έκαναν «θραύση» στις λαϊκές συνοικίες (18).

Ας μην ξεχνάμε πως αναφερόμαστε σε μια περίοδο κατά την οποία δεν έχουν τεθεί σε αμφισβήτηση –τουλάχιστον, όχι ευρέως στην κοινωνία- μια σειρά ζητήματα της καθημερινότητας. Σε μελέτη που δημοσιεύτηκε το 1966, στην ερώτηση «ποιος πλένει στο σπίτι σας τα πιάτα», το 93% απάντησε η σύζυγος και μόνο 1% ο σύζυγος. Το άλλο 6% αφορούσε σε άλλα πρόσωπα, όπως η γιαγιά ή η οικιακή βοηθός (19).

Σε ερώτηση σε εργάτριες της Πειραϊκής-Πατραϊκής στα Μέγαρα, αν θα ήθελαν να βοηθάει ο άντρας στο νοικοκυριό, μόνο το 36% απάντησε ναι. Και, συνήθως, ως βοήθεια εννοούνταν ψώνια, επισκευές κ.λπ. (20).

Η ανάδειξη του γυναικείου ζητήματος, με εξαίρεση τον στενό κύκλο των συνήθως μεσοαστικής προέλευσης γυναικών που συγκροτούσαν τον ιστορικό Σύνδεσμο για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και κάποιους σοσιαλίζοντες αστούς πολιτικούς, απασχολούσε, κυρίως, την καθημαγμένη και διωκόμενη Αριστερά, που συσπειρωνόταν στο κόμμα της ΕΔΑ.

Για την ΕΔΑ, το γυναικείο ζήτημα αποτελούσε μία από τις προτεραιότητες, με το κύριο βάρος να πέφτει σταθερά στα ζητήματα της εργασίας και κυρίως στη διεκδίκηση ίσων μισθών με τους άντρες. Πάγια στόχευση της Αριστεράς ήταν επίσης και η διεκδίκηση παιδικών σταθμών και κατασκηνώσεων, για την ελάφρυνση των εργαζόμενων γυναικών από τα οικογενειακά βάρη, ενώ, στη βάση μιας αντίληψης περί ιδιαίτερης γυναικείας ευαισθησίας, η επιδίωξη ανάπτυξης γυναικείου κινήματος συνδεόταν σταθερά με την αντίστοιχη προσπάθεια συγκρότησης κινήματος για την ειρήνη. Σε μια εποχή που ο Ψυχρός Πόλεμος μεταξύ Ανατολής και Δύσης θεωρούνταν πως θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν πόλεμο θερμοπυρηνικό, με υπαιτιότητα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και του ΝΑΤΟ. Ιδιαίτερη σημασία δινόταν, επίσης, στο ζήτημα της μόρφωσης των γυναικών, καθώς αποτελούσαν το 81% των αναλφάβητων και το 62% όσων δεν είχαν τελειώσει το δημοτικό (21).

Έτσι, ενθαρρύνονταν και ενισχύονταν, ποικιλοτρόπως, οι προσπάθειες ένταξης των εργαζόμενων γυναικών στις συνδικαλιστικές οργανώσεις, η δημιουργία γυναικείων συλλόγων σε επίπεδο πόλης ή συνοικίας, καθώς και η λειτουργία γυναικείων τμημάτων στις κινήσεις ειρήνης, οι οποίες γνώρισαν πολύ μεγάλη ανάπτυξη μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, το 1963, και μέχρι το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.

Την ανάπτυξη του γυναικείου κινήματος ενίσχυσε η ίδρυση, το 1963, της Συντονιστικής Επιτροπής Εργαζόμενων Γυναικών, και τον επόμενο χρόνο της Πανελλαδικής Ένωσης Γυναικών, στην οποία συμμετείχαν, κυρίως, μέλη της ΕΔΑ και κάποιες γυναίκες από τον χώρο του Κέντρου.

Η ιδιαίτερη βαρύτητα που έδινε η Αριστερά στο γυναικείο ζήτημα φαίνεται και από την επιμονή της στην ανάδειξη γυναικών στη Βουλή. Έτσι, ενώ η Δεξιά ανέδειξε μόνο δύο γυναίκες στη Βουλή, τις Ελένη Σκούρα (1953-56) και Λίνα Τσαλδάρη (1956-58 και 1958-61), και το Κέντρο μόνο μία, την Ηρώ Λάμπρου και μάλιστα ως επιλαχούσα (1966-67), η γυναικεία εκπροσώπηση στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΕΔΑ ήταν σταθερή και συνήθως, κάθε φορά, ήταν περισσότερες από μία οι γυναίκες μέλη της. Επρόκειτο για τις Βάσω Θανασέκου (1956-58 και 1958-61), Μαρία Σβώλου (1958-61 και 1961-63), Ελένη Μπενά (1958-61), Μίνα Γιάννου (1961-63) και Μαρία Καραγιώργη (1963-64 και 1964-67).

Την τεράστια διαφορά τη διαπιστώνουμε και αν υπολογίσουμε ότι οι παρατάξεις της Δεξιάς και του Κέντρου εκπροσωπούνταν, κάθε φορά, από 100-180 περίπου βουλευτές η καθεμιά, με την ΕΔΑ να διαθέτει από 18 (στα 1956-58) έως 58 έδρες (στα 1958-61, από τους 79 που εκλέχτηκαν με τα ψηφοδέλτιά της, καθώς οι 21 δήλωσαν ανεξάρτητοι συνεργαζόμενοι).

Αξίζει να σημειώσουμε ότι η ΕΔΑ ήταν και το μοναδικό κόμμα με σχετικά μαζική συμμετοχή γυναικών στις γραμμές του. Κι όταν λέμε «μαζική», παίρνουμε πάντα υπόψη τις συνθήκες και τη γενικότερη νοοτροπία της εποχής. Οι γυναίκες αποτελούσαν, περίπου, το 15% του συνόλου των μελών της, όταν στα άλλα κόμματα το αντίστοιχο ποσοστό δεν ξεπερνούσε το 2-3%.

Εντούτοις, ούτε η Αριστερά έθετε ζητήματα που αφορούσαν στη θέση της γυναίκας στο πλαίσιο της οικογένειας και της ήταν εντελώς ξένα ζητήματα που αφορούν στη σεξουαλικότητα. Τα ζητήματα, δηλαδή, που θα θέσει το νέο γυναικείο κίνημα διεθνώς, από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, όταν η Ελλάδα στέναζε κάτω από τον ζυγό της στρατιωτικής δικτατορίας.

Έτσι, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, τα ζητήματα αυτά θα αναδειχθούν στην Ελλάδα μέσα από αυθόρμητες κοινωνικές διεργασίες, συνήθως αργές και ανεπαίσθητες στις πρώτες τους εκδηλώσεις, με φορείς και την πλειονότητα των εργαζόμενων νέων γυναικών.


1. Ξανθή Πετρινιώτη-Κώνστα, Οι προσδιοριστικοί παράγοντες της γυναικείας συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό στην Ελλάδα, 1961, 1971: οικονομετρική διερεύνηση – Διδακτ. διατριβή, Πάντειος, Αθήνα 1981, σ. 62.
2. Στο ίδιο, σ. 73.
3. Βασίλης Φίλιας, Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις – Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1983, σ. 332.
4. Φανή Βέττα, Η παραγωγική απασχόληση των γυναικών – Περιοδ. «Ελληνική Αριστερά», τ. 24, 1965.
5. Ξανθή Πετρινιώτη-Κώνστα, ό.π., σ. 65.
6. Στο ίδιο, σ. 65.
7. Μάγδα Νικολαΐδου, Η γυναίκα στην Ελλάδα – Δουλειά και χειραφέτηση – Καστανιώτης, Αθήνα 1978, σ. 34.
8. Ίρις Αυδή-Καλκάνη, Η επαγγελματικά εργαζόμενη Ελληνίδα – Παπαζήσης, Αθήνα 1978, σ. 60.
9. Χάρις Συμεωνίδου, Η εξέλιξη του Οικονομικά Ενεργού Πληθυσμού των γυναικών στην Ελλάδα: 1961-1918 – Επιθεώρηση Κοινωνικών Επιστημών, τ. 63, 1986.
10. Μάγδα Νικολαΐδου, ό.π., σ. 89.
11. Στο ίδιο, σ. 42.
12. Κούλα Παπαδοπούλου, Αγώνες και νίκες της Ελληνίδας – Πύλη, Αθήνα 1975, σ. 73 και 76-77.
13. Καίτη Ζέβγου, Σκέψεις γύρω από το γυναικείο ζήτημα – Περιοδ. «Ελληνική Αριστερά», τ. 33-34, 1966.
14. Χάρις Συμεωνίδου, ό.π.
15. Στο ίδιο.
16. ΓΣΕΕ, Ο ελληνικός συνδικαλισμός και τα προβλήματα των εργαζομένων – Αθήνα 1956, σ. 30.
17. Ιωάννα Λαμπίρη-Δημάκη, Η απασχόλησις των γυναικών εις την βιομηχανίαν – Περιοδ. «Οικονομικός Ταχυδρόμος», τ. 455, 1963. Μάγδα Νικολαΐδου, ό.π., σ. 56.
18. Καίτη Ζέβγου, ό.π.
19. Μάγδα Νικολαΐδου, ό.π., σ. 45.
20. Στο ίδιο, σ. 73.
21. Στο ίδιο, σ. 37.