Η επιχείρηση συγκάλυψης του Λιγνάδη δεν πέτυχε. Σειρά έχει η επιχείρηση αποποίησης ευθυνών

Από τον Πάσχο Λαζαρίδη | Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο antapocrisis.gr, στις 19-02-2021

Δύο ολόκληρες εβδομάδες πέρασαν από την παραίτηση Λιγνάδη για να αποφασίσει η κυβέρνηση ότι δεν τον ξέρει τον κύριο. Πριν την πρώτη μαρτυρία του Νίκου Σ. για βιασμό (5/2/2021),  η κυβέρνηση αρνούνταν κατηγορηματικά ότι υπάρχει θέμα. Το χειρότερο, αμέσως μετά (6/2/2021), η Υπουργός Πολιτισμού, υιοθετούσε αυτολεξεί τις διατυπώσεις Λιγνάδη για το «τοξικό κλίμα» εναντίον του, δηλώνοντας ότι μάλιστα ότι «ο άνθρωπος έχει τις αντοχές του». Όχι, δεν εννοούσε το θύμα, εννοούσε τον θύτη. Οι κατηγορίες πλήθυναν, κατατέθηκαν μηνύσεις, υπήρξε και δεύτερη επώνυμη μαρτυρία. Και μόνο όταν έγινε πλέον εμφανές ότι η υπόθεση δεν συγκαλύπτεται καθώς έγινε μία ακόμα μήνυση που αυτή τη φορά φέρεται να αφορά βιασμό ανηλίκου 14 ετών, η κυβέρνηση της ΝΔ αποφάσισε συντεταγμένα να επιχειρήσει να απαγκιστρωθεί από το νυν βαρίδι αλλά μέχρι πρότινος στολίδι της παράταξης.

Καθώς οι σχέσεις του Λιγνάδη με τον κύκλο Μητσοτάκη αποκαλύπτονταν όλο και περισσότερο, η αδιαφορία, η καλυμμένη συγκάλυψη, το «δεν υπάρχουν επώνυμες καταγγελίες» και το παλιό γνωστό «όποιος έχει στοιχεία να τα πάει στο εισαγγελέα», έδωσαν τη θέση τους στην αποστασιοποίηση. Με προκλητική βέβαια καθυστέρηση δύο εβδομάδων.

Η μεν Μενδώνη δήλωσε ότι την ξεγέλασε ο κακούργος με την υποκριτική του τέχνη, ο δε Μητσοτάκης επιχείρησε να διασκεδάσει τις σχέσεις με τον φερόμενο ως δάσκαλο ορθοφωνίας του και προσωπική του επιλογή για τη θέση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή, μιλώντας για το θέμα στην εξ επί τούτου συνάντησή του με την Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Χωρίς να έχουμε στατιστικά στοιχεία στα χέρια μας, μας φαίνεται εντυπωσιακό το γεγονός ότι ο πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού είναι το δεύτερο πρόσωπο στο περιβάλλον του Κυριάκου Μητσοτάκη που κατηγορείται για σεξουαλική κακοποίηση και παιδεραστία. Μπορεί γενικά το συγκεκριμένο έγκλημα να μην γνωρίζει ταξικούς φραγμούς και να παρεπιδημεί σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, αλλά φαίνεται να βρίσκει ιδιαίτερα εύφορο έδαφος στους κύκλους της εξουσίας. Γιατί μπορεί οι βιαστές και οι κακοποιητές να μην έχουν (συνήθως) συγκεκριμένη κομματική προτίμηση, εμφορούνται όμως από συγκεκριμένη ιδεολογία. Την ιδεολογία της επιβίωσης του ισχυρότερου, της επιβολής της στυγνής δύναμης, την ιδεολογία της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης.

Και αυτή την ιδεολογία δεν τη μοιραζόμαστε όλοι.

Στις καταγγελίες στο χώρο του θεάτρου η κυβέρνηση Μητσοτάκη έδειξε μέχρι σήμερα, τελείως διαφορετικό πρόσωπο από ό,τι στις καταγγελίες στο χώρο του αθλητισμού.

Η διαφορά βέβαια δεν βρίσκεται σε αυτόν που καταγγέλλει. Ο Νίκος Σ. ή ο Βασίλης Κ. έχουν κι αυτοί επώνυμα, ακριβώς όπως η Σοφία Μπεκατώρου.

Η διαφορά βρίσκεται στο ποιος καταγγέλλεται. Ο Λιγνάδης δεν ήταν ένα καμένο χαρτί, ένας παρακμιακός αθλητικός παράγοντας, ή ένα χαμηλόβαθμο στέλεχος της ΝΔ. Ήταν ο άνθρωπος που εμβληματικά και με βαθιά πολιτική χροιά τοποθέτησε η κυβέρνηση στην διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου.

Από την ανοικτή αποκατάσταση του δωσιλογισμού, μέχρι την υπόκλιση με τις κιτσάτες απομιμήσεις του Παρθενώνα, και από τον αντιαριστερό οχετό μέχρι την κλασική δεξιά αρχαιοπληξία, ο Λιγνάδης ήταν κρυστάλλινη απεικόνιση των χαρακτηριστικών της μητσοτακικής Νέας Δημοκρατίας. Μνησικακία και εκδικητικότητα προς την Αριστερά και την ιστορία της, κούφια αριστεία, ψευδεπίγραφη αξιοκρατία, έπαρση και καβαλημένο καλάμι της δεξιάς «ολικής επαναφοράς» μετά το φιάσκο ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Λιγνάδης ενσάρκωσε σε υπερθετικό βαθμό το προφίλ της μητσοτακικής Δεξιάς που έχασε για λίγο τον έλεγχο της διαχείρισης, φρύαξε από το κακό της και επανήλθε καβάλα στο άτι για να ξεμπερδέψει μια για πάντα με την Αριστερά, την ιστορία της, το πολιτικό και πολιτιστικό της φορτίο και το ηθικό της πλεονέκτημα.

Επειδή ακριβώς ο Λιγνάδης κουβάλησε στους ώμους του μεγαλύτερο φορτίο από αυτό ενός «απλού» Καλλιτεχνικού Διευθυντή, η απαγκίστρωση της κυβέρνησης από αυτόν, έγινε όχι στο παρά πέντε, αλλά στο και πέντε. Μπορεί φυσικά να έπαιξαν ρόλο και οι προσωπικές σχέσεις με τον Μητσοτάκη. Ποιος από τα ΜΜΕ θα μπορούσε να τον αγγίξει; Τουλάχιστον μέχρι να δοθεί το ελεύθερο από το Μαξίμου…

Το ελληνικό #metoo με τη θαρραλέα (και κάθε μέρα αποδεικνυόμενη όλο και σημαντικότερη) αποκάλυψη της Μπεκατώρου, στην αρχή αγκαλιάστηκε από την κυβέρνηση, την Προεδρία της Δημοκρατίας και σύσσωμο το πολιτικό σύστημα. Στην πορεία όμως είχε απρόβλεπτη εξέλιξη. Όταν ακούμπησε τον πρωθυπουργικό κύκλο, άρχισαν οι πρώτες απόπειρες συγκάλυψης: κουτσομπολιό οι καταγγελίες, δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, είχαμε συναίνεση ενηλίκων, μην ποινικοποιήσουμε το σεξ, τα 15 είναι νόμιμη ηλικία σεξουαλικής συνεύρεσης, κοκ. Με δύο λόγια, όπως μας είπαν, είχαμε «πολλή φασαρία για το τίποτα». Το κουτί των αποκαλύψεων όμως άνοιξε για τα καλά και δεν μπόρεσε να ξανακλείσει.

Εξ ου και η σημερινή απόπειρα Μητσοτάκη – Μενδώνη.

Αυτή η εξέλιξη του ελληνικού #metoo απέτρεψε την εντελώς εργαλειακή χρήση που του προόριζε η κυβέρνηση της ΝΔ: Να κοπιάρει (επιτυχημένα ή αποτυχημένα θα έδειχνε η ιστορία) τους Δημοκρατικούς των ΗΠΑ προβάλλοντας το προφίλ του φιλελεύθερου δικαιωματισμού. Η περίπτωση Λιγνάδη τίναξε την κυβερνητική υστεροβουλία στον αέρα.

Γιατί αν δεν θέλουμε να συμφιλιωθούμε με το τέρας, οφείλουμε να είμαστε εναντίον κάθε κακοποιητικής συμπεριφοράς, πατριαρχικής αυθαιρεσίας, εργοδοτικής τρομοκρατίας, προσβλητικών πράξεων ή δηλώσεων, αλλά και να καταλαβαίνουμε ταυτόχρονα ότι ο βιασμός, η κακοποίηση, η παιδεραστία, δεν μπορεί να σχετικοποιείται.

Στο χώρο του θεάτρου η πορεία των καταγγελιών από την εργοδοτική τρομοκράτηση στη σεξουαλική παρενόχληση και από εκεί στην προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας και τέλος στους βιασμούς, διανύθηκε πολύ γρήγορα.

Ο Μητσοτάκης σήμερα μίλησε για αυτό που πραγματικά τον καίει: Το θέμα, μας είπε, δεν προσφέρεται για κομματική εκμετάλλευση.

Για κομματική εκμετάλλευση ίσως να μην προσφέρεται, προσφέρεται όμως για πολιτικά συμπεράσματα. Γιατί πέρα από μια σάπια και στην πραγματικότητα φασιστική ιδεολογία της δύναμης, της επιβολής, της ατιμωρησίας του ισχυρού, που χαρακτηρίζει βιαστές και κακοποιητές (και υιοθετείται σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο από συγκεκριμένους χώρους), εδώ είχαμε καραμπινάτη προσπάθεια άμβλυνσης, αθώωσης, συγκάλυψης. Η προσπάθεια δεν πέτυχε και μετεξελίσσεται σε επιχείρηση απεμπλοκής και απόσεισης ευθυνών.

Ο γράφων δεν τρέφει ιδιαίτερη συμπάθεια για τον Βαρουφάκη, αλλά τι σχέση είχε αλήθεια η αντίδραση του ΜΕΡΑ 25 στην καταγγελία προς τον Δ.Μούτση για απόπειρα βιασμού, με τη στάση που επί δύο εβδομάδες κράτησε η κυβέρνηση στην καταγγελία προς τον Δ.Λιγνάδη, όχι για απόπειρα, αλλά για πολλαπλούς βιασμούς και μάλιστα βιασμούς ανηλίκων;

Τούτων δοθέντων, τυχόν σημερινή παραίτηση Μενδώνη θα ήταν κάτι πολύ λίγο μπροστά στην κλίμακα και στο βάθος της δυσωδίας. Οι ευθύνες βρίσκονται πιο ψηλά από μια ανεπαρκέστατη υπουργό που είναι επί δύο δεκαετίες υψηλά ιστάμενη στο χώρο του πολιτισμού, αλλά ούτε είδε, ούτε άκουσε τίποτα.


Σχετικές αναρτήσεις: