Πάνος Χριστοδούλου: Ο λαϊκισμός στην περίοδο της πανδημίας. Από τους βούβαλους του Τραμπ στους άριστους του Μητσοτάκη

Look down and see the beggars at your feet
Look down and show some mercy if you can
Look down and see the sweepings of the streets
Look down, look down,
Upon your fellow man! (Les miserables)

Θα είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον η πραγματοποίηση μιας έρευνας που θα εξετάζει τι σκέφτεται ο κάθε πολίτης όταν ακούει την λέξη λαϊκισμός. Με βάση τον ορισμό του επίτομου λεξικού της νέας ελληνικής γλώσσας, λαϊκισμός είναι η υπερβολική και μη αυθεντική λαϊκότητα και κατ’ επέκταση από δημαγωγία και προπαγάνδα. Έχει αξία να γίνει διάκριση μεταξύ του λαϊκισμού και της αυθεντικής λαϊκότητας, της οποίας η έκφραση μαζί με τις αγωνίες και τους συμβολισμούς που γεννά πολλές φορές, κυρίως από την άχρωμη αριστερή νομενκλατούρα των σαλονιών και του διαλογισμού, χαρακτηρίζεται πολλές φορές ως λαϊκισμός. Μάλιστα σε ένα βαθμό επειδή όπως πάλι αναφέρεται στο επίτομο λεξικό, ο όρος λαϊκισμός αφορά και την τέχνη, είχε γίνει η σκόπιμη παρανόηση ότι λαϊκότητα είναι τα μπουζούκια και τα σκυλάδικα. Όπως επίσης πολλές φορές ως λαϊκισμός χαρακτηρίστηκε κυρίως από τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ ο αγώνας των υποτελών της Λατινικής Αμερικής να διεκδικήσουν τις ζωές τους πίσω.

Συμπερασματικά θα μπορούσε κάποιος να πει πως λαϊκισμός είναι η ταμπέλα που δίνουν τα άτομα που καταχρώνται την εξουσία στο όνομα του λαού σε όσους αντιδρούν στον πραγματικό λαϊκισμό που ασκούν. Πώς όμως αυτό συνδέεται με μια κατάσταση όπως η υγειονομική κρίση και η πανδημία που έχει μονοπωλήσει την καθημερινότητα των δυτικών κυρίως κοινωνιών; Ας το σκεφτεί κάποιος διαφορετικά: ένας ανίκανος λαϊκιστής (όπως για παράδειγμα ο Ρόναλντ Ρίγκαν) σε μια σχετικά ομαλή περίοδο έχει τη δυνατότητα να οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε παρακμή το πολιτικό και οικονομικό σύστημα. Όμως ένας ανίκανος λαϊκιστής πολιτικός (όπως η πλειοψηφία των ηγετών της δύσης σήμερα) σε μια περίοδο όπως η σημερινή ενδέχεται να διαλύσει κάθε συνοχή σε μια κοινωνία με αποτέλεσμα την απώλεια ανθρώπινων ζωών. Οι οποίες συνήθως δεν είναι οι δικές τους, αλλά προέρχονται από τα χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα.

Γιατί όμως να συμβαίνει αυτό; Ο λαϊκιστής πολιτικός θα κάνει τα πάντα για να προστατεύσει ταυτόχρονα τα οικονομικά συμφέροντα που στην πραγματικότητα εξυπηρετεί ενώ ταυτόχρονα θα προσπαθεί να αποτινάξει κάθε υποψία κινδύνου από πάνω του. Αυτό δημιουργεί ένα σκηνικό που περισσότερο μοιάζει με την εποχή του Λουδοβίκου του 14ου και του Ναπολέων Βοναπάρτη παρά με μια σύγχρονη αστική δημοκρατία. Και σε αυτό το σκηνικό ο νούμερο ένα εχθρός δεν είναι ο κορονοϊός, αλλά όσοι ασκούν κριτική και αντιπολίτευση. Δηλαδή όπως γίνεται συνήθως η αριστερά, το ταξικό κίνημα, οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες.

Έχει ενδιαφέρον να δει κάποιος δύο νέα έργα – ντοκιμαντέρ, το Fahrenheit 11/9 του Michel Moore και το Death to 2020 του netflix. Και μετά να τα συγκρίνει με την ελληνική πραγματικότητα όπως παρουσιάζεται από τα συστημικά μέσα. Από τη μία η χαώδης ρητορική του Donald Trump, ο οποίος μη δεχόμενος την εκλογική του ήττα, έστρεψε οπαδούς του προερχόμενους από την ακροδεξιά εμπροσθοφυλακή του στο να εισβάλουν ντυμένοι βούβαλοι με σημαίες του νότου στο Καπιτώλιο και μετά να κατηγορεί ως ένοχος τους αντίφα και την αριστερά. Από την άλλη ο Κυριάκος Μητσοτάκης που έχει ενορχηστρώσει το επικοινωνιακό του επιτελείο στο να χαρακτηρίζει ως ψεκασμένους, όσους του ασκούν κριτική. Από λούμπεν περσόνες του facebook έως τηλεπαρουσιαστές δελτίων, ένα μέρος του αγωνιζόμενου ιατρικού κλάδου, ενώ είμαστε οι πρώτοι που φωνάζαμε για μαζικά τεστ στην αρχή της πανδημίας και για ενίσχυση του ΕΣΥ στη συνέχεια, χαρακτηριζόμαστε ως ψεκασμένοι και επικίνδυνοι λαϊκιστές είτε με μια λούμπεν ρητορική του «ο τάδε καλέ», είτε με την πιο σοβαροφανή φρασεολογία των δελτίων των 8.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι ίδιοι πάλι φτάνουν να συγκρίνουν την κατάσταση με το φαινόμενο των αγανακτισμένων την περίοδο των πλατειών. Και εδώ ξεδιπλώνεται η βασική τακτική του σύγχρονου λαϊκισμού: τα fake news, το click bait και η στοχοποίηση. Καταρχάς οι αγανακτισμένοι ήταν φαινόμενο εναντίον της τότε κυβέρνησης, ενώ το κίνημα των βουβάλων του Καπιτωλίου ήταν υπέρ της τωρινής ηγεσίας των ΗΠΑ. Για αυτό το λόγο το πρώτο πνίγηκε στα χημικά, ενώ το δεύτερο μπήκε και έκοβε βόλτες ανενόχλητο. Αν μπορούσε να συγκριθεί με κάποιο ελληνικό κίνημα φυσιογνωμικά θα ήταν με αυτό των «μένουμε Ευρώπη». Και πάλι με αρκετή φαντασία. Άρα γιατί να γίνεται αυτό; Όλο αυτό εντάσσεται στη συνολική πολιτική του δεξιού τόξου στην Ελλάδα. Πρέπει πάση θυσία να αποδείξουν ότι οι πολιτικοί τους αντίπαλοι είναι επικίνδυνοι για το λαό, ώστε να παρουσιαστούν αυτοί ως σωτήρες του. Για αυτό το λόγο δημιουργείται εδώ και ένα χρόνο η εικόνα ότι η κυβέρνηση εμπιστεύεται τους «ειδικούς» και όσοι ασκούν κριτική εναντιώνονται όχι στην κυβέρνηση, αλλά στην επιστημονική κοινότητα. Βέβαια στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Ήταν το «επιστημονικό» επιτελείο της κυβέρνησης που βάφτιζε άχρηστα τα διαγνωστικά τεστ (μαζί βέβαια με ένα κομμάτι διανοούμενων αριστερών που φρόντισε να μαζέψει μετά σε εκδηλώσεις του κομμάτι της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, αφού το έστριψαν όταν κατέρρευσε η δημοφιλία του κ. Τσιόδρα). Ήταν η φιλοκυβερνητική Ομάδα Αλήθειας που διαφήμιζε το έκτακτο δώρο στους υγειονομικούς που δε δόθηκε ποτέ. Ήταν οι κονδυλοφόροι της νεοφιλελεύθερης task force που μιλούσαν για επιτελικό κράτος και 1000 κέντρα εμβολιασμού, για να φορτωθούν τελικά και αυτό το καθήκον τα νοσοκομεία. Ήταν ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης ο οποίος μιλούσε για πορείες που κουβαλούν αρρώστια και θάνατο για να δηλώσει ένα μήνα αργότερα ότι ο ιός δεν κολλάει σε ανοιχτούς χώρους. Ήταν ο Άδωνις Γεωργιάδης ο οποίος δήλωνε ότι έξω από το εφετείο στη δίκη της Χρυσής Αυγής διακυβευόταν η υγεία της χώρας για να δηλώσει μετά πως στις 26 Οκτωβρίου η κυβέρνηση έκανε τα στραβά μάτια στη Θεσσαλονίκη. Παρεμπιπτόντως ο ίδιος Άδωνις μαζί με το ακροδεξιό τμήμα της ΝΔ (τέως ΛΑ.ΟΣ.) ήταν αυτοί που θα ψήφιζαν με δυο χέρια τον Trump. Σημασία δεν έχει το τελικό αποτέλεσμα αλλά η εικόνα που μένει στο τέλος της ημέρας. Το είχε πει ο Γκέμπελς, το είχε κάνει πράξη ο Χίτλερ καίγοντας το Ράιχσταντ και κατηγορώντας μετά τους κομμουνιστές.

Το θέμα είναι ότι πλέον όλοι αυτοί δεν αποτελούν ένα μικρό κομμάτι της δεξιάς πολυκατοικίας, αλλά τον κυρίαρχο πόλο της, γύρω από τον οποίο συσπειρώνονται πλέον ακόμα και οι παραδοσιακά σοβαρές δυνάμεις της. Για παράδειγμα το άρθρο «Το ΕΣΥ και η οχύρωση ενώπιον του τρίτου κύματος» του Τάσου Τέλλογλου στην Καθημερινή της Κυριακής. Αν κάποιος ξεφυλλίζει απλά την εφημερίδα θα λάβει την εικόνα ότι λαμβάνονται μέτρα ενίσχυσης του συστήματος υγείας. Αν τελικά όμως διαβάσει το άρθρο θα διαπιστώσει πως δεν αναφέρεται κανένα μέτρο, καμία οχύρωση, αλλά μόνο η παρουσία ενός δικτύου διανομής συσκευών οξυγόνου. Click bait; Σκόπιμη δημιουργία εντυπώσεων; Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Λίγο αργότερα ο Υφυπουργός Υγείας κ. Κοντοζαμάνης απαντά σε μια ερώτηση αφήνοντας διακριτικά, αλλά ξεκάθαρα υπονοούμενα πως για το 80% των θανάτων δεν ευθύνεται η έλλειψη ΜΕΘ αλλά το ιατρικό προσωπικό. Εντελώς τυχαία πάλι ο Trump ήθελε να απολύσει τον Φάουτσι, ενώ μερίδα των οπαδών του δεν αρκούνταν σε αυτό το μετριοπαθές μέτρο, άλλα ήθελε να τον κρεμάσει κιόλας. Εντελώς τυχαία πάλι ο Trump απέσυρε τη χρηματοδότηση του στον παγκόσμιο οργανισμό υγείας. Από πού αντλούν όμως τη δύναμη να κάνουν ό,τι κάνουν;

Η βασική πηγή της δύναμής τους είναι η παρακμάζουσα μεσοαστική τάξη, η οποία όσο υποβαθμίζεται από την πολιτική αυτή, τόσο διψάει για αίμα, τόσο θέλει να δει έναν ηγέτη να ταπεινώνει περισσότερο άλλα κοινωνικά στρώματα από αυτούς, τόσο θέλει να βλέπει τους ηγέτες να κάνουν ότι θα ήθελαν να κάνουν και αυτοί αν ήταν «επιτυχημένοι» και πλούσιοι. Να είναι δηλαδή ανεξέλεγκτοι. Για αυτό δεν ενόχλησε το μισό επιτελείο του Trump που κατηγορούνταν για περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης. Για αυτό δεν ενοχλούν οι ανεπάγγελτοι κρατικοδίαιτοι άριστοι του Κυριάκου Μητσοτάκη. Για αυτό δεν ενοχλεί η φοροδιαφυγή. Η μεσαία τάξη έχει ανάγκη να ονειρεύεται ότι μπορεί να κάνει ό,τι θέλει χωρίς να λογοδοτεί. Από το να βιάζει γυναίκες μέχρι να πατά το λαιμό μαύρων. Είναι όμως πλειοψηφία; Σίγουρα όχι. Το πρόβλημα είναι επίσης το ποιος εκπροσωπεί τους υπόλοιπους. Και εδώ εμφανίζεται η μαγική λέξη. Συμβιβασμός. Από τον Ομπάμα και τη Χίλαρι Κλίντον έως τον Τσίπρα. Για αυτό για παράδειγμα ο Trump φαινόταν σε μερικά θέματα στα αριστερά της Κλίντον. Όχι γιατί έγινε δημοκρατικός αλλά γιατί οι δημοκρατικοί έγιναν ρεπουμπλικάνοι. Το κομμάτι λοιπόν αυτό του προοδευτικού χώρου αγνόησε τη δυναμική ενός μεγάλου κομματιού του λαϊκού παράγοντα, το οδήγησε στο περιθώριο και δυστυχώς ένα κομμάτι του, που προσέγγισε τα πιο λούμπεν στοιχεία, στη συνωμοσιολογία και τελικά στην υποστήριξη των ακροδεξιών. Ενώ ένα άλλο κομμάτι της μεσαίας τάξης, πιο προοδευτικό (αστικός δικαιωματισμός) επέλεξε να υπερασπιστεί αποκομμένα τα στενά δικά του συμφέροντα, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι στην ουσία χωρίς αλλαγή του συστήματος δεν πρόκειται να μείνει πραγματικά ελεύθερη κάποια κοινωνική ομάδα.

Εδώ γίνεται αντιληπτή η αξία του ακτιβισμού, της μαζικής κινηματικής δράσης. Και αυτό απαντά και στο γιατί είχε αξία η πραγματοποίηση πορειών ακόμα και αυτή την περίοδο. Γιατί όσο και αν μισούμε τον κορονοϊό, υπάρχουν πράγματα πιο ύπουλα και επικίνδυνα από αυτόν. Ο οποίος κορονοϊός ούτε κυβερνά στο όνομα του λαού, ούτε είναι η μόνη απειλή για το πιο δημιουργικό κομμάτι της κοινωνίας, το εργατικό και επιστημονικό προλεταριάτο, τους εργάτες γης, τους φοιτητές, τους αγωνιστές συνταξιούχους. Και χωρίς συσπείρωση αυτών των δυνάμεων με μαζικό και μαχητικό τρόπο η κοινωνία δεν μπορεί να βγει αλώβητη από την πανδημία. Γιατί η παρούσα συντηρητική ηγεσία της Ελλάδας, της ΕΕ, της Μεγάλης Βρετανίας, των ΗΠΑ, της Ουγγαρίας, της Βραζιλίας, δεν ενδιαφέρεται πια να δημιουργήσει πολιτική μέσω των think tank της αλλά να διαχειριστεί τα αποτελέσματα της μη ύπαρξης κοινωνικής πολιτικής από μέρους της. Και αυτό σε μία περίοδο υγειονομικής κρίσης είναι πολύ μα πολύ επικίνδυνο.

Σκεφτείτε βασικά την περίοδο της υγειονομικής κρίσης να όριζε ο λαός ως ηγέτες του τον Λουδοβίκο και την Μαρία Αντουανέτα. Αντί για το ας φάνε παντεσπάνι υπάρχει το ας πιούνε χλωρίνη του Trump ή το όποιος βιάζεται σκοντάφτει του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ή οι κουβερτούλες και τα παγουρίνο της Κεραμέως. Παρουσιάζονται μόνο λύσεις επικοινωνιακού χαρακτήρα και ως εκ τούτου εκεί διοχετεύονται και τα χρήματα. Για αυτό δεν υπάρχει ορθολογική προσέγγιση της κρίσης. Για αυτό η κυβέρνηση αρνείται να κάνει προσλήψεις και αναιρεί τον ίδιο της τον εαυτό. Η επιστήμη έχει πάει περίπατο και έχει θαφτεί στα συντρίμμια της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Η μάχη όμως δεν μπορεί να δοθεί με επικοινωνιακούς όρους. Η Βαστίλη δεν έπεσε με διακηρύξεις. Χρειάζεται το περιθώριο των δημιουργικών δυνάμεων να έρθει στο προσκήνιο. Να βγει στη σκηνή. Και να φύγει ο συμβιβασμός. Δε μπορεί να συμβιβάζεται κάποιος πάνω από τάφους και ερείπια. Δε γίνεται ο πανελλήνιος ιατρικός σύλλογος να μη βγάζει άχνα και να χρησιμοποιεί τη γραφειοκρατία για την εξυπηρέτηση πελατειακών συμφερόντων. Και δε γίνεται να μην κάνει κάτι κάποιος για αυτό. Το ίδιο με τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ. Και φυσικά η λύση δεν είναι μόνο οι εκδηλώσεις ή οι ανακοινώσεις.

Όσο οι φιλελεύθεροι αναβιώνουν τις δικές τους Βερσαλλίες χρειάζεται οι υπόλοιποι να αναβιώσουν τους δικούς μας Γιάννηδες Αγιάννηδες. Και αυτό δε σημαίνει ότι υποστηρίζουμε τον Μπάιντεν και τον κάθε Μπάιντεν. Υποστηρίζουμε κυριολεκτικά το δικαίωμά μας στη ζωή, στο να μη περάσει ο κορονοϊός από πάνω μας για τα κέρδη των οικονομικών συμφερόντων του καπιταλισμού. Είναι λαϊκισμός αυτό άραγε; Το να υποστηρίζεις πως η επιστήμη υπάρχει για να βελτιώνει την υγεία και όχι για να προσφέρει ευκαιρίες για αρπαχτές στο κεφάλαιο; Και τι είναι ρεαλισμός; Η υποταγή στην κάθε μαύρη πραγματικότητα, η παραδοχή πως σε έναν κόσμο που όλα αλλάζουν, το σύστημα θα παραμένει ως έχει; Μήπως δεν υπάρχει μεγαλύτερος λαϊκισμός από το να τρως παντεσπάνι (ή με σύγχρονες αναλογίες να κάνουν τα στελέχη σου κατά προτεραιότητα εμβόλια) ενώ ο λαός πεινάει και εσύ να δηλώνεις πως τρως για να υπερασπιστείς καλύτερα τα συμφέροντα του λαού; Και είναι ρεαλισμός να αφήσουμε αυτούς τους ανθρώπους να διαχειρίζονται την πανδημία; Και πώς μπορεί να λυθεί όλο αυτό αν όχι στα σκαλιά της Μονμάρτης;

With all the anger in the land
How long before the judgement day?
Before we cut the fat ones down to size?
Before the barricades arise? (Les miserables)