Διευκρινίσεις, οδηγίες για την πειθαρχική αρμοδιότητα της ΕΑΔ και τις υποχρεώσεις των πειθαρχικών οργάνων, φορέων

Παροχή διευκρινίσεων και οδηγιών αναφορικά με την πειθαρχική αρμοδιότητα της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας και τις υποχρεώσεις των πειθαρχικών οργάνων και φορέων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.4622/2019 | ΑΔΑ: 97ΧΤ46ΜΙ0Φ-ΖΘ3

Με αφορμή ζητήματα που προκύπτουν από την κοινοποίηση εγγράφων πειθαρχικών υποθέσεων και αποφάσεων υπαλλήλων του δημοσίου τομέα και μισθωτών των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθώς και ερωτημάτων που υποβάλλονται στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

Α. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ

Α.1. Με τις διατάξεις του άρθρου 82 του ν.4622/2019, καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, το Γραφείο του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης (Γ.Ε.Δ.Δ.) και το Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης (Σ.Ε.Ε.Δ.Δ.), ενώ το σύνολο των πάσης φύσεως αρμοδιοτήτων των φορέων αυτών ασκούνται στο εξής από τον Διοικητή της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (Ε.Α.Δ.). Με την θέση σε ισχύ του Οργανισμού της Ε.Α.Δ. (ΦΕΚ Β’ 1991/24-5-2020), η άσκηση της πειθαρχικής αρμοδιότητας του Διοικητή της Αρχής ανατέθηκε στη Μονάδα Επιθεωρήσεων και Ελέγχων/Τομέας Ελέγχου Πειθαρχικών Διαδικασιών. Ειδικότερα:

Α.2. Στο άρθρο 83 παρ. 1 του ν.4622/2019 ορίζεται ότι η κατά τόπον αρμοδιότητα της Αρχής εκτείνεται σε όλη την Επικράτεια, ασκεί, δε, τις αρμοδιότητές της στο σύνολο των φορέων και υπηρεσιών της Γενικής Κυβέρνησης, περιλαμβανομένων των Ν.Π.Δ.Δ, των Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού, των επιχειρήσεών τους και των εποπτευόμενων από αυτούς Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ, των κρατικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και των δημόσιων επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων, τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος.

Α.3. Σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 περ. ιθ’ και 99 παρ. 1 του ν.4622/2019, στις αρμοδιότητες της Αρχής υπάγεται η παρακολούθηση των πειθαρχικών και ποινικών υποθέσεων των υπαλλήλων και μισθωτών των φορέων της παρ. 1, με εξαίρεση το στρατιωτικό προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΔ). Για τον σκοπό αυτό κάθε πράξη με την οποία ασκείται πειθαρχική δίωξη και κάθε πειθαρχική απόφαση κοινοποιούνται υποχρεωτικά στην Αρχή. Κατά το άρθρο 99 παρ. 2 του ν.4622/2019, η διαπίστωση, ύστερα από διενέργεια επιθεώρησης ή ελέγχου, από τους Επιθεωρητές – Ελεγκτές της Αρχής πειθαρχικών παραπτωμάτων υπαλλήλων, λειτουργών ή οργάνων των φορέων της προαναφερόμενης διάταξης δεσμεύει τα αρμόδια όργανα των φορέων αυτών για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης. Ο Διοικητής της Αρχής παρακολουθεί την πορεία της πειθαρχικής δίωξης από το αρμόδιο κατά περίπτωση πειθαρχικό όργανο και δύναται να παραγγέλλει τη λήψη άλλων μέτρων.

Α.4. Δυνάμει του άρθρου 99 παρ. 3 έως 5 του ν.4622/2019, ο Διοικητής της Αρχής δύναται να ασκεί Ένσταση υπέρ της διοίκησης ή του υπαλλήλου εναντίον όλων των πειθαρχικών αποφάσεων των μονομελών και συλλογικών πειθαρχικών οργάνων των φορέων της παρ.1 του άρθρου 83 και για οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή. Από την ρύθμιση αυτή εξαιρούνται οι πειθαρχικές αποφάσεις των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών, οι οποίες δεν υπόκεινται σε Ένσταση, αλλά σε Προσφυγή. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι πειθαρχικές διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα ή οι κατά περίπτωση οικείες διατάξεις πειθαρχικού δικαίου των ελεγχόμενων φορέων.

Περαιτέρω δε, ο Διοικητής της Αρχής έχει δικαίωμα Προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά των τελεσίδικων αποφάσεων των Πειθαρχικών Συμβουλίων των υπηρεσιών και των φορέων της παρ.1 του άρθρου 83, για πειθαρχικά αδικήματα που επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού, καθώς και ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου κατά όλων των άλλων τελεσίδικων αποφάσεων μονομελών ή συλλογικών πειθαρχικών οργάνων. Η προθεσμία για την άσκηση Ενστάσεων και Προσφυγών αρχίζει από την υποχρεωτική κοινοποίηση των πειθαρχικών αποφάσεων στην Αρχή.

Με τις διατάξεις των άρθρων 53 και 54 του ν.4674/2020, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων ΟΤΑ προς εναρμόνιση, μεταξύ άλλων, και με τις αντίστοιχες του ν.4622/2019. Με την ως άνω τροποποίηση, ο Υπαλληλικός Κώδικας προβλέπει ότι τα ένδικα μέσα κατά πειθαρχικών αποφάσεων ασκούνται από τον Διοικητή της Αρχής κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις περί πειθαρχικής αρμοδιότητας αυτού, τόσο ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, όσο και ενώπιον του κατά τόπο αρμόδιου Διοικητικού Εφετείου (άρθρο 53 παρ. 16 του ν. 4674/2020).

Α.5. Τέλος, δυνάμει των άρθρων 91 παρ. 2 περ. ε’ και του αρ. 100 παρ. 13 περ. ε’ του ν.4622/2019, ο Διοικητής της Αρχής μπορεί να ασκεί πειθαρχική δίωξη κατά υπαλλήλων και να παραπέμπει την υπόθεση απευθείας ενώπιον των αρμοδίων πειθαρχικών συμβουλίων.

Β. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΦΟΡΕΩΝ – ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

Β.1 Οι αρμόδιες υπηρεσίες προσωπικού κοινοποιούν υποχρεωτικά στην Αρχή την κλήση του υπαλλήλου σε απολογία από το αρμόδιο μονομελές πειθαρχικό όργανο και την παραπομπή του στο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Κοινοποιείται επίσης και κάθε άλλη πράξη που σχετίζεται με την πειθαρχική διαδικασία, όπως οι πράξεις επιβολής των διοικητικών μέτρων της αυτοδίκαιης αργίας, αναστολής άσκησης καθηκόντων, θέσης σε δυνητική αργία, επανόδου ή επαναφοράς στα καθήκοντα του υπαλλήλου, παραπομπής της υπόθεσης σε ανώτερο πειθαρχικό, μονομελές ή συλλογικό όργανο, πράξεις αναστολής πειθαρχικής διαδικασίας κατ’ άρθρο 114 παρ. 2 Υ.Κ., επανάληψης πειθαρχικής διαδικασίας κατ’ άρθρο 143 Υ.Κ, κ.λπ.

Β.2 Σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος υπαλλήλου, τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα οφείλουν εντός είκοσι (20) ημερών από την ενημέρωσή τους, να αποφαίνονται αιτιολογημένα για την άσκηση ή μη της πειθαρχικής δίωξης του εν λόγω υπαλλήλου (114 παρ. 6 Υ.Κ.). Οι μη αιτιολογημένες κατά τα ανωτέρω πράξεις, δεν θα γίνονται αποδεκτές από την Αρχή.

Στις ίδιες διατάξεις ορίζεται, ότι κατόπιν έκδοσης καταδικαστικής απόφασης, η άσκηση πειθαρχικής δίωξης σε βάρος του υπαλλήλου είναι υποχρεωτική. Η Αρχή, στα πλαίσια της θεσμοθετημένης πειθαρχικής αρμοδιότητας, παρακολουθεί την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, δοθέντος ότι η δίωξη και τιμωρία πειθαρχικών παραπτωμάτων αποτελεί καθήκον των πειθαρχικών οργάνων, η δε παράλειψη αυτής, συνιστά την τέλεση εκ μέρους των αρμοδίων πειθαρχικών οργάνων του παραπτώματος της περ. κδ΄ της παρ. 1 του αρ. 107 Υ.Κ., όπως ισχύει.

Κατά συνέπεια οι υπηρεσίες υποχρεούνται να αναζητούν από την αρμόδια δικαστική αρχή τα εισαγωγικά της ποινικής δίκης έγγραφα (κλητήριο θέσπισμα, κατηγορητήριο, παραπεμπτικό βούλευμα) και μετά την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών που περιγράφονται σ’ αυτά να προβαίνουν αμελλητί στις κατά περίπτωση οφειλόμενες ενέργειες εφαρμόζοντας, όπου απαιτείται, τις σχετικές με τη θέση σε αυτοδίκαιη ή δυνητική αργία, την αναστολή άσκησης καθηκόντων και την έναρξη πειθαρχικής δίωξης διατάξεις, κοινοποιώντας σχετικώς στην Αρχή.

Β.3. Σύμφωνα με το άρθρο 140 παρ. 4 Υ.Κ. η πειθαρχική απόφαση κοινοποιείται σε αντίγραφο με την φροντίδα της υπηρεσίας στον υπάλληλο και γνωστοποιείται στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν Ένσταση. Ως εκ τούτου οι υπηρεσίες οφείλουν να μεριμνούν αμελλητί για την κοινοποίηση στην Αρχή κάθε πειθαρχικής απόφασης μονομελούς πειθαρχικού οργάνου με συνημμένα όσα στοιχεία του φακέλου δεν έχουν διαβιβασθεί με την κλήση σε απολογία (π.χ. απολογητικό υπόμνημα, στοιχεία που προσκόμισε ο διωκόμενος, τυχόν εκδοθείσα ποινική απόφαση κ.λ.π.). Ομοίως ενεργούν οι Γραμματείες των Πειθαρχικών Συμβουλίων στην περίπτωση έκδοσης απόφασης από αυτά. Η παράλειψη της κοινοποίησης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα για τα υπόχρεα προς τούτο όργανα.

Β.4. Παρακαλούνται επίσης τα Πειθαρχικά Συμβούλια, όταν επιλαμβάνονται επί Ένστασης υπαλλήλου, να εξετάζουν προηγουμένως την υποχρεωτική κοινοποίηση της απόφασης στην Αρχή.

Β.5. Τέλος, επισημαίνεται ότι στην περίπτωση αποδοχής της υποβληθείσας από την Αρχή, Ένστασης ή της Προσφυγής, οι υπηρεσίες θα αποστέλλουν στην Αρχή τις πράξεις που εκδίδονται προς εκτέλεση της οικείας πειθαρχικής απόφασης ή προς συμμόρφωση στην αντίστοιχη δικαστική.

Οι πειθαρχικές αποφάσεις που εκδίδονται από μονομελή ή συλλογικά πειθαρχικά όργανα, κοινοποιούνται υποχρεωτικά μόνο στην έδρα της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, ενώπιον του Διοικητή της Αρχής, επί της οδού Λένορμαν 195 & Αμφιαράου, τ.κ. 104 42, Αθήνα. Κοινοποιείται δε μόνο ένα αντίγραφο των πειθαρχικών αποφάσεων. Το ίδιο ισχύει και για την κοινοποίηση των ανωτέρω υπό στοιχείο Β.1 και Β.4. πράξεων.

Για τυχόν ερωτήματα που ανακύπτουν αναφορικά με την εφαρμογή των ανωτέρω, οι αρμόδιες Διευθύνσεις Διοικητικού/ Ανθρώπινου Δυναμικού/ Προσωπικού και οι Γραμματείες των Πειθαρχικών Συμβουλίων μπορούν να απευθύνονται στον αρμόδιο Τομέα Ελέγχου Πειθαρχικών Διαδικασιών της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (Λένορμαν 195 & Αμφιαράου, τ.κ. 104 42, Αθήνα) και ειδικότερα:

Τομέας Ελέγχου Πειθαρχικών Διαδικασιών

Προϊσταμένη: Στυλιανή Βαθρακοκοίλη, 2132129801, styliani.vathrakokoili@aead.gr

Υποτομέας Ενδίκων Μέσων και Πειθαρχικού Ελέγχου

Προϊσταμένη: Αγγελική Βογιατζή, 213 2129 855, angeliki.vogiatzi@aead.gr

Υποτομέας Παρακολούθησης και Ελέγχου Πειθαρχικών διαδικασιών

Προϊσταμένη: Ελένη Μαυρογεώργη, 213 2129 823, eleni.mavrogeorgi@aead.gr

Οι αποδέκτες της παρούσας εγκυκλίου παρακαλούνται να την κοινοποιήσουν, με κάθε πρόσφορο τρόπο, στους υπαλλήλους και σε όλους τους φορείς που υπάγονται ή εποπτεύονται από αυτούς.