Μαρτυρία: Ο ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΝΟΕΜΒΡΗΣ του 1973

Από το Βασίλη Δαμιανό, συνταξιούχο συνδικαλιστή της ΔΕΗ και Αναπληρωτή Γραμματέα Οργανωτικού της ΑΓΣΣΕ που κρίνει και θυμάται, ότι συνέβη τα χρόνια της δικτατορίας 1967-74 και από την ματωμένη εξέγερση του Πολυτεχνείου στις 17-11 1973

Αφιερωμένο στην Ανεξαρτησία της χώρας μας, που η εξάρτησής της συνεχίζεται σήμερα με άλλες μορφές και στην Νεολαία της εποχής που κάποιοι πρωταγωνιστές της εξέγερσης δεν τίμησαν όπως θα έπρεπε μέχρι σήμερα τα συνθήματά της.

Ήταν πρωινό και ο τόπος της δουλειάς μου ήταν Δημόσια Επιχείρηση. Η βουβαμάρα απ’ την ανησυχία όσων ακόμη δεν είχαν απολυθεί, ήταν διάχυτη στους χώρους δουλειάς. Είχε τραυματίσει ανεπανόρθωτα την διάθεσή μας για δουλειά, αφού όσες φορές χτύπαγε η πόρτα του γραφείου μας, στρέφαμε τα μάτια ας, για να δούμε αν θα ήταν ο κλητήρας, αφού του είχε ανατεθεί να παραδίδει απολύσεις ακόμη και σε υποτιθέμενους αντικαθεστωτικούς. Και κάθε μέρα μέχρι να σχολάσουμε, ρωτούσαμε στα κρυφά, τα νέα ονόματα για τους πολλούς τότε απολυμένους συναδέλφους μας. Πολλοί από αυτούς αξιόλογοι σαν άνθρωποι και με προσόντα στην ειδικότητά τους, βρήκαν τρόπο [όπως μαθαίναμε αργότερα] να φύγουν για δουλειά, σε Γαλλία, Καναδά κλπ.

Κάποια «συνάδελφος» αλλά στη χούντα προσκείμενη, με προσβάσεις στην τότε διορισμένη διοίκηση, μας καθησύχαζε λέγοντάς μας: «Ο χουντικός Γενικός Διευθυντής μας που ο γιος του ήταν εξεγερμένος σαν φοιτητής στο Πολυτεχνείο, είχε εισηγηθεί στον τότε προϊστάμενο χουντικό υπουργό, ότι αν απολύσουμε ειδικευμένους υπαλλήλους απ’ το Τμήμα Μελετών Υποσταθμών, επειδή διάβαζαν την “Ελευθερία” και τα “Νέα”, τότε το έργο της εθνικής υμών κυβέρνησης δεν θα παρουσίαζε ικανοποιητική εικόνα προς τα έξω». Κάτι που αγωνιωδώς τότε η χούντα το επεδίωκε αυτό. Αλλά από κανέναν μας [λόγω της σχέσης της με το καθεστώς] δεν γίνονταν πιστευτή.

Πέρασε καιρός από τότε και όσοι απομείναμε, ακούγοντας «Ντόϊτσε Bέλε» και «ΒΒC», μας χαροποιούσαν οι διεθνείς αντιδράσεις και μας λυπούσαν οι εξορίες και οι βασανισμοί των πατριωτών, ενώ η ελπίδα μας αναζωπυρώθηκε στην κατάληψη της Νομικής και σε λίγο του Πολυτεχνείου. Και απ’ τον 6ο όροφο της Πατησίων και Χαλκοκονδύλη όπου στεγαζόμασταν, βρίσκαμε διέξοδο όταν ανοίγαμε τα παράθυρα, για ν’ ακούσουμε τον Παπαχρήστο και τη Δαμανάκη με τα απαγορευμένα συνθήματα, τα τραγούδια του Μίκη και όχι μόνο.

Με το: «ΨΩΜΙ-ΠΑΙΔΕΙΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», «ΕΞΩ οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ», «ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ» κλπ, με τους φοιτητές κρεμασμένους στις κολώνες της εισόδου του πολυτεχνείου και πίσω από τα κάγκελα να καλούν για συμπαράσταση τους περαστικούς, περνούσαν οι μέρες. Και εκείνα τα καλέσματα τελικά απέδωσαν και η ανταπόκριση ήταν σημαντική και οργανωμένη ιδιαίτερα προς το τέλος προς την 17 του Νοέμβρη. Μια εικόνα πραγματικής γιορτής, με χαμογελαστούς, όλους τους τυχαία ή όχι περαστικούς, ενώ στα σταματημένα λόγω κόσμου τρόλεϊ, οι φοιτητές να μοιράζουν στους επιβάτες φυλλάδια και λουλούδια, αλλάζοντας με τις αφίσες τους την κίτρινη όψη τους. Και από τον οδηγό μέχρι και τον τελευταίο επιβάτη, η ελπίδα για Λευτεριά φαίνονταν στα πρόσωπά τους, αλλά με συγκρατημένα πάντα τα χαμόγελα. Και όποιος παραβρίσκονταν εκείνη τη στιγμή εκεί, πράγματι ένιωθε ότι βρίσκονταν σε ελεύθερη Ελλάδα.

Ένα πρωινό όμως, τρέξαμε όλοι στα παράθυρα, γιατί ο πιο κοντινός σ’ αυτά από όλους έριξε μια ματιά προς τα εκεί και φώναξε: «Βγήκαν οργανωμένα έξω, Βγήκαν έξω τα

παιδιά». Τα παρατήσαμε τότε όλα για να παρακολουθήσουμε μια νέα πιο προχωρημένη στάση που παρουσίαζε το φοιτητικό αντιχουντικό κίνημα, αφού μας ικανοποιούσε εκείνο που για χρόνια μας έλειπε. Εικοσάδες περίπου οι φοιτητές μέσα στην Πατησίων, στρατιωτικά και αγκαζέ στοιχισμένοι σε πολλές σειρές, ακούρευτοι, αδύνατοι αλλά ζωηροί, με μακριά φαβορίτα και το άρβυλο να καταλήγει στο καμπάνα τότε παντελόνι τους, να χτυπούν ρυθμικά και δυνατά την άσφαλτο τα πόδια τους, συγχρόνως με τα συνθήματά τους τα ηρωικά εκείνα παιδιά. Ακολουθούσαν μια μόνιμη διαδρομή, που καθημερινά ξεκινούσε από την είσοδο του πολυτεχνείου για να φθάσει μέχρι το Μινιόν και να ξαναγυρίσουν πίσω κάνοντάς την αυτή, λίγες φορές κάθε μέρα. Και ο κόσμος κάθε λογής, ξεθαρρεύοντας να τους χειροκροτεί και να μαζεύεται, ιδιαίτερα τα απογεύματα μετά τη δουλειά μπροστά στο πολυτεχνείο, μαζί με τους αγρότες από τα μέγαρα, τους οικοδόμους, αριστερά συνδικάτα κλπ.

Κάποια μέρα όμως, επειδή αυτό δεν άρεσε στη χούντα, γιατί ενθάρρυνε η στάση τους τον κόσμο και οι «συνάδελφοι» ρουφιάνοι έδιναν με ατομικό κωδικό το ραπόρτο τους τηλεφωνικά μέσα απ’ τα γραφεία τους στους ανωτέρους τους[όπως χωρίς να μας δουν, τυχαία το διαπιστώσαμε] συνέβη το αιφνιδιαστικά συνταρακτικό, αλλά και αναμενόμενο: Στην καθημερινή διαδρομή ρουτίνας που οι φοιτητές ακολουθούσαν, ακούστηκε εκκωφαντικά ο κροταλισμός της ερπύστριας ενός τανκ, που με μεγάλη ταχύτητα έτρεχε από πίσω πάνω στα παιδιά πυροβολώντας αδιάκοπα.

Καλυμμένος πίσω από μια κολώνα και ανάμεσα σε δύο παράθυρα του γραφείου μου για να λοξοκοιτάζω, δεν ήμουν σίγουρος αν πυροβολούσαν απ’ το τανκ στο ψαχνό, ή τρομοκρατικά στον αέρα, ενώ ένας συνάδελφος μου συνέστησε να μην είμαι και πολύ περίεργος εκείνη τη στιγμή να παρατηρώ, γιατί υπάρχουν και οι αδέσποτες. Οι φοιτητές μετά απ’ αυτό στα γρήγορα ξεχύθηκαν στους γύρω δρόμους, κρυμμένοι πίσω από κολώνες και τρυπώνοντας μέσα στα μαγαζιά περίμεναν και όταν το τανκ έφθασε μέχρι τα Χαυτεία, τότε σε ελάχιστο χρόνο, χωρίς κινητά για μεταξύ τους συνεννόηση, ξαναβρέθηκαν στην ίδια θέση με την ίδια στοίχιση και μαζικά αυτή τη φορά φωνάζοντας πιο βροντερά τα συνθήματά τους και με μεγαλύτερο πείσμα.

Δεύτερο τανκ σε λίγο εμφανίστηκε ακολουθώντας και πυροβολώντας κάνοντας την ίδια διαδρομή για να του διαλύσει και οι φοιτητές ξανά διαλύθηκαν και ξανά γύρισαν. Πολύ αργότερα ακούστηκε, ότι ο ιδιοκτήτης του Μινιόν Γεωργακάς, έντυσε κάποιους κατατρεγμένους από εκείνη την ημέρα φοιτητές σε πωλητές, που μπήκαν στο κατάστημα για να μην συλληφθούν, γιατί αστυφύλακες μπουκάρισαν μέσα για να τους συλλάβουν. Κανείς μας αργότερα δεν έμαθε, αν οι πυροβολισμοί εκείνοι είχαν και νεκρούς. Το ίδιο βράδυ τα μεσάνυχτα, στις 17 Νοέμβρη του 1973, τα ξένα ραδιόφωνα μετέδιδαν, ότι Δερτιλής έδωσε διαταγή για την είσοδο του τανκ στην πύλη του πολυτεχνείου και ότι με το περίστροφο στο χέρι πυροβολούσε εν ψυχρώ τους φοιτητές που από μέσα τους φώναζαν: «ΜΗΝ ΜΑΣ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙΤΕ, ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΔΕΛΦΙΑ».

Την επομένη το πρωί πηγαίνοντας για τη δουλειά, συνήθιζα να παρκάρω το NSU χιλιάρι μου στους γύρω δρόμους στο τέρμα Τοσίτσα, όταν κάποιος μου σήκωσε τα χέρια διακριτά και επίμονα μπαίνοντας μπροστά μου για να σταματήσω. Αν μπορείς [μου είπε] πάρε αυτό το τραυματισμένο παιδί να το πας κάπου, ή στις πρώτες βοήθειες. Αναίσθητο εκείνο στο πίσω κάθισμα βογκούσε και ενώ ήξερα ότι η ασφάλεια είχε στήσει καρτέρι σε όλα τα δημόσια νοσοκομεία και στα γύρω σπίτια για να συλλαμβάνει τους τραυματίες εκείνης της βραδιάς, με προσοχή τον πήγα στην Γ’ Σεπτεμβρίου και Καποδιστρίου, που τότε στεγαζόταν οι πρώτες βοήθειες. Γιατί σκέφθηκα, ότι ήταν προτιμότερο να συλληφθεί και να είναι ζωντανός, παρά τραυματίας με αιμορραγία στο πεζοδρόμιο όπως τον είχα παραλάβει. Την μεγάλη αιμορραγία του τη διαπίστωσα αργότερα το απόγευμα, όταν πήγα να πάρω κάποια πράγματα που είχα βάλει στο πίσω κάθισμα.

Η άσπρη μπλούζα που βγήκε από το κτήριο μετά την φωνή που έβαλα για να τον παραλάβουν, μου συνέστησε ψιθυριστά, να μην φωνάζω και να φύγω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Και αφού κάπου παρκάρισα, περνώντας μετά από λίγο απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο για να πάω στη δουλειά, παρατήρησα τη ρημαγμένη από το τανκ πόρτας του πολυτεχνείου, τη κάπνα και τα ερείπια που κυριαρχούσαν, με την παρουσία αξιωματικών της αστυνομίας πόλεων και ένα πυροσβεστικό όχημα με τη μάνικα να ξεπλένουν το πεζοδρόμιο και μέσα από την πόρτα, που σημαίνει ότι τα αίματα που υπήρχαν έπρεπε να εξαφανιστούν.

Πολλοί από τους τραυματίες εκείνης της δραματικής βραδιάς έμαθα αργότερα ότι φιλοξενήθηκαν σε παρακείμενα σπίτια δημοκρατών όπως της Σοφίας Βέμπο κλπ. Το καλοκαίρι του 1974 η Ντόιτσε Βέλε μετέδιδε μήνυμα του τότε υπουργού των εξωτερικών [του κύριου υπεύθυνου της χούντας] Χένρι Κίσιγκερ που έλεγε: «Εντός των ημερών η πολιτική κατάσταση στη Ελλάδα θα αλλάξει», ενώ πολύ αργότερα, ο Μπιλ Κλίντον ερχόμενος στη Ελλάδα μετά από σημαντική εναντίον του διαδήλωση [με την συμμετοχή του πρώην πρωθυπουργού σ’ αυτήν, που διπλωματικά την αγνόησε] δεν μπορούσε να κρύψει τις ευθύνες της χώρας του για τη χούντα των συνταγματαρχών και ζητούσε συγγνώμη απ’ τον Ελληνικό Λαό για την εφτάχρονη δικτατορία στη χώρα μας. Πόσο ειλικρινής ήτα η δήλωση αυτή και γιατί άραγε;

Πέρασαν χρόνια από τότε και κάποια από εκείνα τα παιδιά έμειναν πιστά στις αρχές που διακήρυχναν και κάποια άλλα, με επένδυση την ιστορία εκείνη και την δημοσιότητα που αργότερα απέκτησαν, μπήκαν για τα καλά στην πολιτική ζωή και έκαναν προσοδοφόρο καριέρα. Αλλά και φέτος όπως κάθε χρόνο, πολλοί θα είναι εκείνοι που θα εμφανιστούν τιμητές της μαρτυρικής εκείνης ημέρας και εποχής, χωρίς να τους επιτρέπετε όμως να είναι. Είναι ακόμη εκείνοι που από πολιτικό συμφέρον και όχι μόνο, αποσιώπησαν τα πραγματικά αίτια της δικτατορίας στην Ελλάδα.

Αφού δεν ήταν τυχαίο, ότι ο δικτάτορας Παπαδόπουλος [πράκτορας της CIA]συναγελάζονταν και φωτογραφίζονταν μετά το πραξικόπημα με τον Ελληνοαμερικανό μεγαλοεπιχειρηματία Τομ Πάππας. Οι δε εκλογές του Μάη της ίδιας χρονιάς, [χωρίς να άλλαζαν πολλά πράγματα], θα διευκόλυνε το εργατικό κίνημα να περάσει ευκολότερα σε νέες κατακτήσεις. Μπορεί να απειλούνταν η επιρροή του ΝΑΤΟ στην ανατολική Μεσόγειο και η πετρελαϊκή κρίση θα απειλούσε τα μεγαλοσυμφέροντα των εφτά αδελφών που βρίσκονταν στην μέση ανατολή, ενώ μια αδελφή στρατιωτική επέμβαση από τις ελληνικές βάσεις, θα διασφάλιζε τα εκεί συμφέροντά τους. Με την μεταπολίτευση στην Ελλάδα εδραιώνονταν ακόμη καλύτερα τα συμφέροντα αυτά, ιδιαιτέρα μετά την εισβολή στην Κύπρο, αφού εξασφαλίζονταν οι Νατοϊκές βάσεις της Σούδας και του Άκτιο και αργότερα πολύ καλύτερα με την ίδρυση της Ε.Ε. και την Ευρωζώνη.

Καταλήγοντας θα μπορούσε ακόμη να ειπωθεί: Ότι σήμερα, οι υποδουλώσεις των Λαών δεν γίνονται με στρατιωτικά πραξικοπήματα, αλλά με οικονομικές εξαρτήσεις, με μνημόνια, με καναλάρχες, με οικονομικές ζώνες επιρροής, με εργασιακές σχέσεις, με το διεθνές εμπόριο και με ότι ακόμη σκαρφίζεται το διεθνές κερδοσκοπικό κεφάλαιο, το συνεργαζόμενο πάντα με το κάθε χώρας ντόπιο. Υποδουλώσεις που οι σχεδιασμοί των κρατούντων δύσκολα ανιχνεύονται απ’ τα δεινοπαθούντα πλατιά στρώματα, ενώ μέσα σ’ αυτά οι αποβλέποντες, αποκτούν λαϊκά ερείσματα και προσβάσεις. Γιατί αρχίζουν από την συγκατάβαση, την υποχώρηση και την εξαγορά ακόμη των ντόπιων πολιτικών ηγεσιών που τα βρίσκουν εύκολα μαζί τους λόγω και της ιδεολογικής συνεύρεσής τους.