Ελεγκτικό: Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας υπαλλήλων ΙΔΟΧ. Ανώτατο χρονικό όριο

Ελ.Συν. Τμ. 1 Πράξη 27/2019

Ζητείται η ανάκληση της 124/2019 Πράξης του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών στο Ι Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου με την οποία κρίθηκε ότι δεν πρέπει να θεωρηθεί το χρηματικό ένταλμα πληρωμής του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας, που αφορούσε στην καταβολή ως αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2018, σε πέντε υπαλλήλους του, που απασχολήθηκαν ως επικουρικό προσωπικό διαφόρων ειδικοτήτων στο νομικό αυτό πρόσωπο.

Η σύναψη των επίμαχων συμβάσεων κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του π.δ/τος 164/2004 δεν είναι νόμιμη, δεδομένου ότι καταρτίσθηκαν πριν από τη συμπλήρωση τριμήνου από τη λήξη των προϋφιστάμενων όμοιων συμβάσεων που είχαν συνάψει με το Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας, ενώ και το συνολικό χρονικό διάστημα απασχόλησής τους βάσει των διαδοχικώς συναφθεισών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τον ίδιο εργοδότη, υπερβαίνει την ανώτατη επιτρεπόμενη συνολική διάρκεια των 24 μηνών.

Εξάλλου, οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του ν. 4528/2018, είναι εν προκειμένω ανεφάρμοστες και δεν αποτελούν νόμιμο έρεισμα για τη σύναψη των επίμαχων διαδοχικών, κατά την έννοια της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του π.δ/τος 164/2004, συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεδομένου ότι, ματαιώνουν την εφαρμογή των μέτρων που έχουν ληφθεί για την ενσωμάτωση της Οδηγίας και αντιβαίνουν ευθέως τόσο στην υποχρέωση επαρκούς υλοποίησης των στόχων της, όσο και στις γενικές αρχές και ελάχιστες απαιτήσεις που τίθενται με αυτήν (Οδηγία) και την ενσωματούμενη σε αυτήν συμφωνία πλαίσιο, χωρίς την επίκληση και συνδρομή αντικειμενικών ή έστω εξαιρετικών λόγων που να δικαιολογούν τη θέσπισή τους.

Επομένως, οι συμβάσεις αυτές είναι, ως διαδοχικές, η συνολική διάρκεια των οποίων υπερβαίνει τους 24 μήνες, αυτοδικαίως άκυρες. Η καταβολή, ωστόσο, των οφειλομένων βάσει αυτών επιβάλλεται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του π.δ. 164/2004, ως μέτρο για την αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης του είδους αυτού των συμβάσεων εργασίας, (διαδοχικών) και δύναται να διενεργηθεί με το χρηματικό ένταλμα που φέρεται προς έλεγχο και αφορά στην καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής τους κατ’ επίκληση των άκυρων αυτών συμβάσεων.

Ως εκ τούτου, η εντελλόμενη με το επίμαχο χρηματικό ένταλμα δαπάνη, ως απορρέουσα από τις προαναφερόμενες διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του π.δ. 164/2004, είναι νόμιμη. Ανακαλεί την Πράξη.


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΤΜΗΜΑ I (Γ’ ΔΙΑΚΟΠΩΝ)
ΠΡΑΞΗ 27/2019
(σε συμβούλιο)

Αποτελούμενο από την Πρόεδρο του Τμήματος, Κωνσταντίνο Κωστόπουλο, Αντιπρόεδρο, τους Συμβούλους Αργυρώ Μαυρομμάτη και Νεκταρία Δουλιανάκη και τους Παρέδρους Ελισσάβετ Σαββοργινάκη και Ελένη Σακελλαρίου, που μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο.

Συνήλθε στην αίθουσα διασκέψεων του Καταστήματός του, που βρίσκεται στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2019, με την παρουσία της γραμματέας του Πελαγίας Κρητικού για να αποφανθεί σχετικά με την από 3.7.2019 (αρ. πρ. Ε.Σ. 43872/4.7.2019) αίτηση του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας ΧΧΧ, όπως εκπροσωπείται νόμιμα.

Με την αίτηση αυτή επιδιώκεται η ανάκληση της 124/2019 Πράξης του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών στο Ι Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Νεκταρίας Δουλιανάκη.

Μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Και αφού έλαβε υπόψη

Την 31/12.7.2019 έγγραφη γνώμη του Αντεπιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Ιωάννη Κάρκαλη, με την οποία προτείνεται η απόρριψη της αίτησης.

Σκέφθηκε κατά το νόμο και

Αποφάσισε τα ακόλουθα

1. Με την ως άνω αίτηση παραδεκτώς ζητείται η ανάκληση της 124/2019 Πράξης του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών στο Ι Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία κρίθηκε ότι δεν πρέπει να θεωρηθεί το 107, οικονομικού έτους 2018, χρηματικό ένταλμα πληρωμής του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας ΧΧΧ, που αφορούσε στην καταβολή ποσού 7.057,77 ευρώ, ως αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2018, σε πέντε υπαλλήλους του, που απασχολήθηκαν ως επικουρικό προσωπικό διαφόρων ειδικοτήτων στο νομικό αυτό πρόσωπο.

2. Κατά την έννοια των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρου 32 του ν. 4129/2013 (Α΄, 52), οι Πράξεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που εκδίδονται κατά τη διαδικασία της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου (βλ. και άρθρο 21 παρ. 1 του π.δ/τος 774/1980), σε υποθέσεις διαφωνιών Επιτρόπων σχετικά με τη θεώρηση ή μη χρηματικών ενταλμάτων, υπόκεινται σε ανάκληση, εφόσον κατά την έκδοσή τους εμφιλοχώρησε πλάνη περί το νόμο ή περί τα πράγματα.

3. Με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999 (Ε.Ε. L 175), που αποσκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτής, στην υλοποίηση της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που ενσωματώνεται στο παράρτημα της Οδηγίας και η οποία συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 μεταξύ διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα, διαγράφονται οι γενικές αρχές και ελάχιστες απαιτήσεις για τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και τις εργασιακές σχέσεις και τίθεται το ρυθμιστικό πλαίσιο ελάχιστης προστασίας των μισθωτών κατά τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που θεωρείται ως δυνητική πηγή καταχρήσεων εις βάρος των εργαζομένων και αιτία περιέλευσής τους σε κατάσταση εργασιακής αβεβαιότητας.

4. Με τη ρήτρα 5 της προαναφερόμενης συμφωνίας-πλαισίου επιβλήθηκε στα κράτη-μέλη η υποχρέωση να θεσπίζουν, κατόπιν εκτίμησης των αναγκών ειδικών τομέων ή κατηγοριών εργαζομένων, μέτρα αποτροπής των καταχρήσεων από την κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ως επισφαλούς και αποκλίνουσας μορφής απασχόλησης σε σχέση προς την αντίστοιχη αορίστου χρόνου, που αφορούν (α) στον καθορισμό αντικειμενικών λόγων που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων, (β) στη μέγιστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και (γ) στον αριθμό ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων.

5. (i) Η ως άνω Οδηγία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, όσον αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, συμπεριλαμβανομένων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με το π.δ. 164/2004 «Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα» (Α΄ 134, διορθ. σφαλ. 135).

(ii) Με τις διατάξεις του προεδρικού αυτού διατάγματος ορίστηκε: (α) Στο άρθρο 5 ότι «1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3. Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. … 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου». (β) Στο άρθρο 6 ότι «1. Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ’ εφαρμογήν του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ’ εφαρμογήν άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας. 2. Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς». (γ) Στο άρθρο 7 ότι «1. Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο. …».

(iii) Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών συνάπτονται καταχρηστικά και απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. Η σύναψη τέτοιων συμβάσεων επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση εφόσον υφίσταται αντικειμενικός λόγος, όπως στην περίπτωση που οι επόμενες της αρχικής σύμβασης συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται με τη μορφή, το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. Σε κάθε περίπτωση, είτε δηλαδή πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις μεταξύ των οποίων έχει μεσολαβήσει χρονικό διάστημα τριών μηνών, είτε για διαδοχικές συμβάσεις οι οποίες νομίμως, κατά τα ανωτέρω, έχουν συναφθεί χωρίς τη μεσολάβηση του τριμήνου, η ανώτατη διάρκειά τους καθορίζεται στους 24 μήνες και ο ανώτατος αριθμός αυτών ανέρχεται στις τρεις, με εξαίρεση τις περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων. Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των προαναφερόμενων περιορισμών είναι αυτοδικαίως άκυρη, προς αποτροπή όμως της καταχρηστικής χρησιμοποίησή τους σε βάρος των εργαζομένων και προκειμένου να αποφευχθεί η μετακύλιση σε βάρος του απασχοληθέντος μισθωτού όλων των συνεπειών της παραβιάσεως των διατάξεων αυτών και, αφενός, να μην στερηθεί την αξία της παρασχεθείσας από αυτόν εργασίας και, αφετέρου, να μην προκληθούν σε βάρος του δικονομικές δυσχέρειες από απόψεως ιδίως κόστους και διάρκειας για τη δικαστική διεκδίκηση της καταβολής του συμβατικού μισθού, προβλέπεται, στην παρ. 2 του άρθρου 7 του ως άνω π.δ/τος, ότι, στην περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέστηκε, τα οφειλόμενα βάσει αυτής καταβάλλονται στον εργαζόμενο, επιπλέον δε αυτών και αποζημίωση που αντιστοιχεί στο ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του. Οι ρυθμίσεις αυτές δεν αντίκεινται στο άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος που απαγορεύουν μεν τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου και την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών με την κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, δεν απαγορεύουν, όμως, τη λήψη προστατευτικών μέτρων υπέρ των εργαζομένων, όπως η καταβολή των δεδουλευμένων για ήδη παρασχεθείσα εργασία, ενόψει και της παράλληλης συνταγματικής προστασίας του δικαιώματος στην εργασία (άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος), των συνταγματικών αρχών της ασφάλειας δικαίου, της προβλεψιμότητας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας, αλλά και της κατοχύρωσης με υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των περιουσιακών δικαιωμάτων και των νομίμων προσδοκιών που απορρέουν από παρασχεθείσα εργασία, κατά τα άρθρα 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του (πρώτου) Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (βλ. ΕΣ 244/2017 Ολομ., ΑΠ 40/1998 Ολομ., 228/2016, αποφ. ΕΔΔΑ απόφ. της 8.7.2004 ΧΧΧκαι λοιποί κατά Ελλάδος, σκ. 28 και 29, πρβλ. Ε.Σ. Ολομ. Πρακτικά της 9ης Γεν. Συν/10.5.2017, Β΄ θέμα). Επομένως, οι διατάξεις αυτές (της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του π.δ. 164/2004) συνιστούν επαρκές νόμιμο έρεισμα για τη θεώρηση χρηματικού εντάλματος πληρωμής που εκδίδεται σε εκτέλεση άκυρης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ως άνω π.δ/τος, συμβάσεως ορισμένου χρόνου. Τούτο δε χωρίς να απαιτείται, ως προϋπόθεση για την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής στον εργαζόμενο, η έκδοση νέου τίτλου πληρωμής μετά την περαίωση της διαδικασίας του προληπτικού ελέγχου επί του πρώτου χρηματικού εντάλματος πληρωμής, που εκδίδεται κατ’ επίκληση της άκυρης σύμβασης και, συναφώς, μετά τη διάγνωση της σχετικής ακυρότητας κατά τη διεξαχθείσα ελεγκτική διαδικασία. Και τούτο, διότι η αναμονή έκδοσης νέου τίτλου πληρωμής οδηγεί στην παράταση της κατάστασης αβεβαιότητας στην οποία έχει ήδη περιέλθει ο εργαζόμενος, παράταση η οποία αναιρεί τον προστατευτικό για αυτόν σκοπό της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (Ε.Σ. Ι Τμ. πράξη 36/2017 όπου και μειοψηφία, 7/2018).

6. Ο ν. 3329/2005 (Α΄ 81), ορίζει στο άρθρο 10, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του ν. 4542/2018 (Α΄ 95) ότι «1. … 2. Στη Διεύθυνση Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Μονάδων Παροχής Υπηρεσιών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης της κάθε Δ.Υ.ΠΕ. καταρτίζονται κατάλογοι επικουρικού προσωπικού, κατά κλάδο, για τους κλάδους Νοσηλευτών ΠΕ και ΤΕ, ΔΕ Αδελφών Νοσοκόμων, ΥΕ Τραυματιοφορέων, ΤΕ Ιατρικών Εργαστηρίων, ΤΕ Ραδιολογίας Ακτινολογίας, ΔΕ Βοηθών Ιατρικών και Βιολογικών Εργαστηρίων, ΔΕ Χειριστών Εμφανιστών, ΔΕ Πληρώματος Ασθενοφόρου, ΤΕ Φυσιοθεραπείας, ΠΕ ή ΤΕ Λογοθεραπείας, ΠΕ ή ΤΕ Εργοθεραπείας, ΠΕ Ειδικών Παιδαγωγών, ΤΕ Κοινωνικής Εργασίας και ΤΕ ή ΔΕ θεραπευτών Παιδαγωγών, ΠΕ Φαρμακοποιών Ε.Σ.Υ., ΠΕ Βιοχημικών, ΠΕ Βιολόγων, ΠΕ Ψυχολόγων, ΔΕ Βοηθών Φαρμακείου, ΠΕ ή ΤΕ Πληροφορικής, ΠΕ ή ΤΕ Διαιτολόγων, ΠΕ Ακτινοφυσικών, ΤΕ Μαιών-Μαιευτών, ΔΕ Βρεφονηπιοκόμων και ΠΕ Κοινωνικής Εργασίας και ΠΕ Ιατρών, ΤΕ ή ΔΕ θεραπευτών Παιδαγωγών, ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ Διοικητικού Λογιστικού, ΤΕ Λογιστικής, ΤΕ Διοίκησης Μονάδων Υγείας και Πρόνοιας, ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων, ΔΕ Προσωπικού Η/Υ, ΠΕ και ΤΕ Μηχανικών και ΔΕ Τεχνικού διαφόρων ειδικοτήτων, για την κάλυψη επιτακτικών αναγκών των ΦΠΥΥΚΑ της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας, ανεξάρτητα από την ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων. Στους καταλόγους αυτούς εγγράφονται όσοι κατέχουν αντίστοιχο τίτλο σπουδών και άδεια άσκησης επαγγέλματος, όπου απαιτείται. … Οι υποψήφιοι που εγγράφονται στους καταλόγους επικουρικού προσωπικού δεν μπορούν να παραμείνουν στον κατάλογο πέραν του επόμενου έτους από το έτος εγγραφής τους. Η πρόσληψη του επικουρικού αυτού προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου τελεί υπό τον έλεγχο του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.). Το Α.Σ.Ε.Π. κατά την άσκηση της ανωτέρω αρμοδιότητας του εφαρμόζει, όπου είναι απαραίτητο, τις σχετικές διατάξεις του ν. 2190/1994, όπως ισχύει. Οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Υγείας και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, μετά από πρόταση του Α.Σ.Ε.Π. 3. Η πρόσληψη επικουρικού προσωπικού εγκρίνεται από τον Διοικητή της Υγειονομικής Περιφέρειας μετά από αίτημα του οργάνου διοίκησης του ΦΠΥΥΚΑ και πραγματοποιείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Για τις προσλήψεις του ανωτέρω προσωπικού δεν απαιτείται εγκριτική απόφαση της τριμελούς επιτροπής της παρ. 1 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 55/1998 (ΦΕΚ 252 Α`). 4. Οι αιτήσεις των υποψηφίων υποβάλλονται καθ` όλη τη διάρκεια του έτους, στο ΚΕΠΥΚΑ της κάθε Δ.Υ.ΠΕ.. 5. Για καθέναν από τους κλάδους αυτούς καταρτίζεται ξεχωριστός κατάλογος. Αρμόδια για τον έλεγχο της νομιμότητας των δικαιολογητικών και την κατάρτιση των καταλόγων είναι τριμελής Επιτροπή, αποτελούμενη από τον Διοικητή της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας, έναν εκ των Υποδιοικητών της Δ.Υ.ΠΕ. και τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Μονάδων Παροχής Υπηρεσιών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης της οικείας Δ.Υ.ΠΕ.. … 6. Το χρονικό διάστημα απασχόλησης του επικουρικού προσωπικού δεν μπορεί να είναι μικρότερο των έξι μηνών και μεγαλύτερο του ενός έτους. Το χρονικό διάστημα της απασχόλησης του ανωτέρω προσωπικού ορίζεται στη σύμβαση που συνάπτει με τον φορέα στον οποίο θα απασχοληθεί. 7. Το Επικουρικό προσωπικό, κατά το χρόνο απασχόλησής του, είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. … 8. Το απασχολούμενο Επικουρικό προσωπικό αμείβεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου των ίδιων φορέων. … Για την κάλυψη αναγκών των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ν.Π.Δ.Δ. αρμοδιότητας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης επιτρέπεται η σύναψη συμβάσεων με Επικουρικό προσωπικό, η αμοιβή του οποίου καλύπτεται από πόρους των ιδρυμάτων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται ιδίως επιχορηγήσεις, δωρεές, χορηγίες, ίδιοι πόροι και έσοδα. … 9. Για την κάλυψη αναγκών των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας … επιτρέπεται η πρόσληψη επικουρικού προσωπικού. …. Στην οικεία διεύθυνση προσωπικού ή αν αυτή δεν υπάρχει, του διοικητικού τομέα των ανωτέρω Ν.Π.Δ.Δ. καταρτίζονται κατάλογοι επικουρικού προσωπικού κατά κλάδο, για τους κλάδους που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και επιπλέον του κλάδου ΔΕ Κοινωνικών Φροντιστών ή Επιμελητών Πρόνοιας, ανεξάρτητα από την ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων. Αρμόδια για τον έλεγχο της νομιμότητας των δικαιολογητικών και την κατάρτιση των καταλόγων είναι τριμελής Επιτροπή που αποτελείται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, τον Αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Προσωπικού ή αν αυτή δεν υπάρχει του Διοικητικού Τομέα του οικείου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου. Το χρονικό διάστημα απασχόλησης του επικουρικού προσωπικού δεν μπορεί να είναι μικρότερο των έξι μηνών και μεγαλύτερο του ενός έτους και ορίζεται στην σύμβαση που συνάπτει με τον φορέα στον οποίο θα απασχοληθεί. Η πρόσληψη επικουρικού προσωπικού εγκρίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου και πραγματοποιείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Για τις προσλήψεις του ανωτέρω προσωπικού δεν απαιτείται εγκριτική απόφαση της τριμελούς επιτροπής της παρ. 1 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 55/1998 (ΦΕΚ 252 Α΄). Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος».

7. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για την κάλυψη των αναγκών των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, όπως είναι και τα συσταθέντα με το άρθρο 9 του ν. 4109/2013 (Α΄16) Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας ανά περιφέρεια, μετά από συγχώνευση των υφιστάμενων Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας, επιτρέπεται η σύναψη συμβάσεων με επικουρικό προσωπικό, που είναι εγγεγραμμένο στους οικείους καταλόγους. Η πρόσληψη του προσωπικού αυτού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να είναι μικρότερο των έξι μηνών και μεγαλύτερο του ενός έτους, τελεί υπό τον έλεγχο του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού, το οποίο εφαρμόζει, όπου είναι απαραίτητο, τις σχετικές διατάξεις του ν. 2190/1994, όπως ισχύει.

8. (i) Στο άρθρο δεύτερο του ν. 4528/2018 (Α΄50) ορίζεται ότι: «1. Για τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που συνάπτονται κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας πρόσληψης, που διενεργείται ή εποπτεύεται από το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το ανώτατο χρονικό διάστημα της παρ. 1 του άρθρου 6 του π.δ. 164/2004 (Α` 134) εκκινεί από την ημερομηνία κατάρτισης της οικείας σύμβασης, ανεξαρτήτως εάν προϋφίσταται σε χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών έννομη σχέση μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με αντικείμενο τα ίδια ή παρεμφερή καθήκοντα. (…) 3. Η ισχύς των παραγράφων 1 και 2 αρχίζει από την 1.11.2016 για όλες τις συμβάσεις που έχουν καταρτιστεί και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους».

(ii) Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται ρύθμιση, κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του π.δ/τος 164/2004, σύμφωνα με την οποία ειδικώς για τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που συνάπτονται κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας πρόσληψης, που διενεργείται ή εποπτεύεται από το ΑΣΕΠ, το ανώτατο συνολικό όριο των 24 μηνών που ισχύει για τις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, υπολογίζεται αυτοτελώς για κάθε συναπτόμενη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να συνυπολογίζονται προϋφιστάμενες όμοιες σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με αντικείμενο τα ίδια ή παρεμφερή καθήκοντα, τούτο δε ανεξαρτήτως αν μεταξύ της συναπτόμενης αυτής σύμβασης και των προϋφιστάμενων όμοιων έχει μεσολαβήσει χρονικό διάστημα μικρότερο του τριμήνου.

(iii) Η ρύθμιση αυτή δικαιολογείται, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του άρθρου αυτού, διότι σκοπός της Οδηγίας 1999/70/EK του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 και του π.δ. 164/2004 (Α’ 134) είναι «[η] βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης σε σχέση με την εργασία αορίστου χρόνου και … [η] καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί τυχόν κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου», επομένως «οι χρονικοί περιορισμοί της παρ. 1 του άρθρου 5, καθώς και της παρ. 1 του άρθρου 6 του π.δ. 164/2004 δεν θα πρέπει να συνιστούν καθ’ εαυτούς ανεπίτρεπτα και αντίθετα στους ανωτέρω σκοπούς εμπόδια στη δυνατότητα σύναψης των εν λόγω συμβάσεων όταν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι οι οποίοι κατ’ αρχήν αποκλείουν την καταχρηστικότητα … ιδίως, όταν η σύναψη των συμβάσεων αυτών πραγματοποιείται ως αποτέλεσμα της ελεύθερης συμμετοχής και αξιοκρατικής επιλογής του διοικουμένου σε ανοιχτές διαγωνιστικές διαδικασίες πρόσληψης προσωπικού με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου στους φορείς του άρθρου 14 ν. 2190/1994». Τούτο διότι η συμμετοχή στη διαγωνιστική διαδικασία «αξιολογείται σύμφωνα με τα εκάστοτε προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία αντικειμενικά κριτήρια … Άλλωστε, η διενέργεια διαγωνιστικών διαδικασιών για την πρόσληψη προσωπικού, με οποιαδήποτε σχέση απασχόλησης στο δημόσιο τομέα, περιλαμβανομένων και των συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με εκ των προτέρων αντικειμενικά κριτήρια και διαφανείς διαδικασίες αποτελεί ειδική έκφανση των αρχών της αμεροληψίας και της αξιοκρατίας, ενώ η δυνατότητα υποβολής αιτήσεων απευθύνεται σε όλους τους διοικούμενους που πληρούν τις προβλεπόμενες κάθε φορά προϋποθέσεις». Επιπλέον, η συμμετοχή «δεν καθιστά σε καμία περίπτωση βέβαιη τη διαδοχική εξέλιξη της προϋφιστάμενης σύμβασης μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων. … Τούτων δοθέντων, η κατάρτιση διαδοχικής σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου μεταξύ του ιδίου φορέα και του ιδίου εργαζόμενου, ύστερα από την επιτυχία του τελευταίου σε σχετική διαγωνιστική διαδικασία του δημοσίου, συνιστά απλό ενδεχόμενο, εκ μόνου του οποίου δεν μπορεί να συναχθεί η καταχρηστικότητα της οικείας σύμβασης. Σε κάθε περίπτωση, η εξάρτηση της συνέχισης παροχής εργασίας από τον ίδιο εργαζόμενο προς τον ίδιο φορέα από αντικειμενικές προϋποθέσεις που δεν διασφαλίζουν εκ των προτέρων τη σύναψη της σύμβασης μεταξύ των ίδιων μερών, σε συνδυασμό με την πρόβλεψη της ορισμένης χρονικής διάρκειας των συμβάσεων και την απαγόρευση μετατροπής σε συμβάσεις αορίστου, καθιστούν πλήρως αιτιολογημένη τη συνέχιση της παροχής εργασίας από το ίδιο πρόσωπο στο πλαίσιο του άρθρου 103 του Συντάγματος, κατά τρόπο ώστε δεν προκύπτει καταστρατήγηση».

(iv) Οι διατάξεις ωστόσο αυτές με τον κατ’ ουσίαν χαρακτηρισμό των συναπτομένων, κατ΄ εφαρμογή τους, διαδοχικών, έστω και μετά τη διενέργεια διαγωνιστικής διαδικασίας, συμβάσεων, ως πρώτων και αυτοτελών συμβάσεων, από τη σύναψη των οποίων εκκινεί ο υπολογισμός της 24μηνης ανώτατης συνολικής διάρκειάς τους, ανεξάρτητα από τυχόν προϋφιστάμενη ή προϋφιστάμενες όμοιες συμβάσεις, οι οποίες δεν προσμετρώνται για τον υπολογισμό του 24μήνου και από τις οποίες δεν απαιτείται να παρέλθει τρίμηνο από τη λήξη τους, εισάγουν ρυθμίσεις αντικείμενες στις διατάξεις του π.δ/τος 164/2004, ματαιώνοντας την εφαρμογή των μέτρων που έχουν ληφθεί για την ενσωμάτωση της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και αντιβαίνουν ευθέως τόσο στην υποχρέωση επαρκούς υλοποίησης των στόχων της, όσο και στις γενικές αρχές και ελάχιστες απαιτήσεις που τίθενται με αυτήν (Οδηγία) και την ενσωματούμενη σε αυτήν συμφωνία πλαίσιο, προς αποτροπή της καταχρηστικής σύναψης διαδοχικών συμβάσεων/σχέσεων ορισμένου χρόνου. Τούτο δε χωρίς την επίκληση και συνδρομή αντικειμενικών ή έστω εξαιρετικών λόγων αναφορικά με τον τομέα ή το είδος της παρεχόμενης βάσει αυτών εργασίας ή δραστηριότητας και τις συνθήκες ή ιδιομορφίες άσκησής της, οι οποίοι να δικαιολογούν τη θέσπισή τους, δεδομένου ότι αναφέρονται στο σύνολο των συμβάσεων που συνάπτονται μετά από διαγωνιστική διαδικασία. Αντιθέτως, οι ρυθμίσεις αυτές είναι αμιγώς τυπικής φύσης και δεν δικαιολογούν ειδικώς τη χρησιμοποίηση διαδοχικών, κατά την έννοια της Οδηγίας και του π.δ/τος 164/2004, συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ενέχοντας, ως εκ τούτου, τον κίνδυνο καταχρηστικής χρησιμοποίησής τους, με αποτέλεσμα να μην είναι συμβατές προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου και, ως εκ τούτου, να μην εφαρμόζονται από τις δικαστικές αρχές που είναι αρμόδιες για τον έλεγχο και την έγκριση των δαπανών που προκαλούνται από την εφαρμογή τους.

(v) Εξάλλου, ο καθορισμός των λεπτομερών τρόπων εφαρμογής των αρχών και απαιτήσεων που προβλέπει η συμφωνία-πλαίσιο, όπως προκύπτει από το σημείο 10 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας αυτής, επαφίεται μεν στα κράτη μέλη και στους κοινωνικούς εταίρους, το περιθώριο όμως της διακριτικής ευχέρειας που καταλείπεται στα κράτη μέλη δεν είναι απεριόριστο και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση με τη θέσπιση επιμέρους νομοθετικών ρυθμίσεων να υποβαθμίζεται το γενικό επίπεδο προστασίας των εργαζομένων ορισμένου χρόνου με βάση τα ήδη ισχύοντα μέτρα για την εφαρμογή της Οδηγίας και να διακυβεύεται ο σκοπός ή η πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου, που απαιτεί την λήψη μέτρων για την πρόληψη της καταχρηστικής σύναψης συμβάσεων/σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (πρβλ. απόφαση ΔΕΚ της 23.4.2009, υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, ΧΧΧ κ.λπ., σκ. 4).

9. (i) Με την 36263/Δ1/12736/8.8.2018 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β΄ 3418), εγκρίθηκε η πρόσληψη 25 ατόμων, ως επικουρικό προσωπικό, διαφόρων ειδικοτήτων, στο Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας ΧΧΧ, για 12 μήνες και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

(ii) Ακολούθως, δημοσιεύθηκε η 5570/13.8.2018 πρόσκληση ενδιαφέροντος και καταρτίστηκαν οι οικείοι κατάλογοι επικουρικού προσωπικού, ενώ μετά από τον έλεγχο των δικαιολογητικών των υποψηφίων, από την αρμόδια προς τούτο Επιτροπή, καταρτίστηκαν από το ΑΣΕΠ οι πίνακες προσληπτέων και, ακολούθως, οι οριστικοί πίνακες επικουρικού προσωπικού (βλ. το 7041/27.9.2018 Πρακτικό της Τριμελούς Επιτροπής Αξιολόγησης και την από 27.9.2018 εγκριτική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας ΧΧΧ) και προσελήφθησαν, μεταξύ άλλων, οι: (1) ΧΧΧ, στον κλάδο ΠΕ Κοινωνικής Εργασίας, για το χρονικό διάστημα από 1.10.2018 έως 30.9.2019 (Παράρτημα Χρονίων Παθήσεων ΧΧΧ), η οποία όμως, σύμφωνα με την 8587/14.11.2018 βεβαίωση του Διευθυντή του ως άνω Κέντρου, είχε ήδη απασχοληθεί σε αυτό, στο πλαίσιο αντίστοιχων συμβάσεων (αρχικών και παρατάσεων του άρθρου 57 του ν. 4488/2017), από 1.10.2016 έως 30.9.2017 και από 1.10.2017 έως 20.9.2018, (2) ΧΧΧ, στον κλάδο ΔΕ Νοσηλευτών, για το χρονικό διάστημα από 2.10.2018 έως 1.10.2019 (Παράρτημα Χρονίων Παθήσεων ΧΧΧ), η οποία όμως, σύμφωνα με την 8587/14.11.2018 βεβαίωση του Διευθυντή του ως άνω Κέντρου, είχε ήδη απασχοληθεί σε αυτό, στο πλαίσιο αντίστοιχων συμβάσεων (αρχικών και παρατάσεων του άρθρου 57 του ν. 4488/2017), από 1.10.2016 έως 30.9.2017 και από 1.10.2017 έως 30.9.2018, (3) ΧΧΧ, στον κλάδο ΔΕ Νοσηλευτών, για το χρονικό διάστημα από 2.10.2018 έως 1.10.2019 (Παράρτημα Χρονίων Παθήσεων ΧΧΧ), η οποία όμως, σύμφωνα με την 8587/14.11.2018 βεβαίωση του Διευθυντή του ως άνω Κέντρου, είχε ήδη απασχοληθεί σε αυτό, στο πλαίσιο αντίστοιχων συμβάσεων (αρχικών και παρατάσεων του άρθρου 57 του ν. 4488/2017), από 1.10.2016 έως 30.9.2017 και από 1.10.2017 έως 30.9.2018, (4) ΧΧΧ, στον κλάδο ΔΕ Κοινωνικών Φροντιστών, για το χρονικό διάστημα από 2.10.2018 έως 1.10.2019 (Παράρτημα Προστασίας Παιδιού ΧΧΧ) η οποία όμως, σύμφωνα με την 8587/14.11.2018 βεβαίωση του Διευθυντή του ως άνω Κέντρου, είχε ήδη απασχοληθεί σε αυτό, στο πλαίσιο αντίστοιχων συμβάσεων (αρχικών και παρατάσεων του άρθρου 57 του ν. 4488/2017), από 1.10.2016 έως 30.9.2017 και από 1.10.2017 έως 30.9.2018 και (5) ΧΧΧ, στον κλάδο ΔΕ Αδελφών Νοσοκόμων, για το χρονικό διάστημα από 2.10.2018 έως 1.10.2019 (Παράρτημα Αποθεραπείας και Αποκατάστασης Παιδιών με Αναπηρία ΧΧΧ), η οποία όμως, σύμφωνα με την 8587/14.11.2018 βεβαίωση του Διευθυντή του ως άνω Κέντρου, είχε ήδη απασχοληθεί σε αυτό, στο πλαίσιο αντίστοιχων συμβάσεων (αρχικών και παρατάσεων του άρθρου 57 του ν. 4488/2017), από 1.10.2016 έως 30.9.2017 και από 1.10.2017 έως 30.9.2018.

10. Σύμφωνα με την προσβαλλόμενη πράξη, οι συναφθείσες συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου των φερομένων ως δικαιούχων του επίμαχου χρηματικού εντάλματος και συγκεκριμένα των (α) ΧΧΧγια το χρονικό διάστημα από 1.10.2018 έως 30.9.2019, (β) ΧΧΧ για το χρονικό διάστημα από 2.10.2018 έως 1.10.2019, (γ) ΧΧΧ για το χρονικό διάστημα από 2.10.2018 έως 1.10.2019, (δ) ΧΧΧ για το χρονικό διάστημα από 2.10.2018 έως 1.10.2019 και (ε) ΧΧΧ για το χρονικό διάστημα από 2.10.2018 έως 1.10.2019, συνιστούν διαδοχικές συμβάσεις, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 1 του π.δ/τος 164/2004, καθόσον καταρτίσθηκαν πριν από τη συμπλήρωση τριμήνου από τη λήξη των προϋφιστάμενων όμοιων συμβάσεων που είχαν συνάψει με το Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας ΧΧΧ και, επιπλέον, συνυπολογιζομένης της διάρκειας των τελευταίων, το συνολικό χρονικό διάστημα απασχόλησής τους με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ίδιο φορέα και με την ίδια ειδικότητα, υπερβαίνει την 24μηνη μέγιστη επιτρεπόμενη, από το άρθρο 6 παρ. 1 του προεδρικού αυτού διατάγματος, συνολική διάρκεια απασχόλησης. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του εν λόγω π.δ/τος, είναι αυτοδικαίως άκυρες και η απορρέουσα από αυτές δαπάνη μη νόμιμη, ανεξαρτήτως της σχετικής αξίωσής τους να τους καταβληθεί η αμοιβή τους, σύμφωνα με τα άρθρα 7 παρ. 2 του π.δ/τος 164/2004 και 904 του Α.Κ., στα οποία, όμως, δεν στηρίζεται το εκδοθέν χρηματικό ένταλμα πληρωμής (Ε.Σ. Ι Τμ. 226/2009). Επιπλέον, έγινε δεκτό ότι η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του ν. 4528/2018, είναι μη εφαρμοστέα ως αντικειμένη στις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του π.δ. 164/2004.

11. Με δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα προηγουμένως έγιναν δεκτά (σκέψη 5), η σύναψη των επίμαχων συμβάσεων κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του π.δ/τος 164/2004, όπως ορθώς κρίθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη, δεν είναι νόμιμη, δεδομένου ότι καταρτίσθηκαν πριν από τη συμπλήρωση τριμήνου από τη λήξη των προϋφιστάμενων όμοιων συμβάσεων που είχαν συνάψει με το Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας ΧΧΧ, ενώ και το συνολικό χρονικό διάστημα απασχόλησής τους βάσει των διαδοχικώς συναφθεισών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τον ίδιο εργοδότη, υπερβαίνει την ανώτατη επιτρεπόμενη συνολική διάρκεια των 24 μηνών. Εξάλλου, οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του ν. 4528/2018, είναι εν προκειμένω ανεφάρμοστες και δεν αποτελούν νόμιμο έρεισμα για τη σύναψη των επίμαχων διαδοχικών, κατά την έννοια της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του π.δ/τος 164/2004, συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεδομένου ότι, κατά τα ανωτέρω (σκέψη 8), ματαιώνουν την εφαρμογή των μέτρων που έχουν ληφθεί για την ενσωμάτωση της Οδηγίας και αντιβαίνουν ευθέως τόσο στην υποχρέωση επαρκούς υλοποίησης των στόχων της, όσο και στις γενικές αρχές και ελάχιστες απαιτήσεις που τίθενται με αυτήν (Οδηγία) και την ενσωματούμενη σε αυτήν συμφωνία πλαίσιο, χωρίς την επίκληση και συνδρομή αντικειμενικών ή έστω εξαιρετικών λόγων που να δικαιολογούν τη θέσπισή τους. Επομένως, οι συμβάσεις αυτές είναι, ως διαδοχικές, η συνολική διάρκεια των οποίων υπερβαίνει τους 24 μήνες, αυτοδικαίως άκυρες. Η καταβολή, ωστόσο, των οφειλομένων βάσει αυτών επιβάλλεται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του π.δ. 164/2004, ως μέτρο για την αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης του είδους αυτού των συμβάσεων εργασίας, (διαδοχικών) και δύναται να διενεργηθεί με το χρηματικό ένταλμα που φέρεται προς έλεγχο και αφορά στην καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής τους κατ’ επίκληση των άκυρων αυτών συμβάσεων. Ως εκ τούτου, η εντελλόμενη με το επίμαχο χρηματικό ένταλμα δαπάνη, ως απορρέουσα από τις προαναφερόμενες διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του π.δ. 164/2004, είναι νόμιμη (βλ. Ε.Σ. Ι Τμ. πράξη 36/2017, 7/2018).

12. Κατά συνέπεια, σύμφωνα και με όσα προηγουμένως έγιναν δεκτά, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ανακληθεί η 124/2019 Πράξη του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών στο Ι Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το δε επίμαχο 107, οικονομικού έτους 2018, χρηματικό ένταλμα πληρωμής του αιτούντος Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας ΧΧΧ, θα μπορούσε να θεωρηθεί αν δεν είχε λήξει το οικονομικό έτος 2018 τις πιστώσεις του οποίου βαρύνει.

Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται την αίτηση.

Ανακαλεί τη 124/2019 Πράξη του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών στο I Τμήμα.

Αποφαίνεται ότι το 107, οικονομικού έτους 2018, χρηματικό ένταλμα πληρωμής του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας ΧΧΧ, θα έπρεπε να θεωρηθεί αν δεν είχε λήξει το οικονομικό έτος 2018 τις πιστώσεις του οποίου βαρύνει.