Διαδοχικά θεσμικά χαστούκια αντισυνταγματικότητας στην κυβέρνηση για το νομοσχέδιο κατά των διαδηλώσεων

Τι λένε στην έκθεσή της η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής, καθώς και η Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας και η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, σε ανακοινώσεις τους

Ηχηρό ράπισμα για την κυβέρνηση και τον αρμόδιο υπουργό, Μιχάλη Χρυσοχοϊδη, αποτελεί η έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής σχετικά με το νομοσχέδιο περιορισμού των διαδηλώσεων, που επιβεβαιώνει τις καταγγελίες της αντιπολίτευσης και της έντονες αντιδράσεις μεγάλης μερίδας πολιτών. Στην έκθεση, τονίζεται μεταξύ άλλων ότι η μη γνωστοποίηση δεν αποτελεί νόμιμο λόγο απαγόρευσης της συνάθροισης, στηλιτεύεται ο ορισμός «οργανωτή» ενώ ξεκαθαρίζεται πως η απαγόρευση δηµόσιας συνάθροισης πρέπει να αιτιολογείται βάσει σοβαρού κινδύνου, ενώ δεν είναι ανεκτή, αν οι επικείµενοι κίνδυνοι µπορούν να αποτραπούν µε άλλα, ηπιότερα, µέσα. Ανακοίνωση με την οποία χαρακτηρίζουν αντισυνταγματική την προληπτική απαγόρευση συναθροίσεων εξέδωσε και η Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας, την Τρίτη. Με ανακοίνωσή της, και η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕλΕΔΑ) επισημαίνει ότι το σχέδιο νόμου που περιορίζει το δικαίωμα στις διαδηλώσεις «προσβάλλει σημαντικές πλευρές του συνταγματικού δικαιώματος του συνέρχεσθαι».

Στην έκθεση, η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής ξεκαθαρίζει (ΕΔΩ) ότι το δικαίωµα του συνέρχεσθαι προστατεύεται τόσο από το άρθρο 11 του ελληνικού Συντάγµατος όσο και από το άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης Δικαιωµάτων του Ανθρώπου (ΕΔΣΑ), το άρθρο 12 του Χάρτη Θεµελιωδών Δικαιωµάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ), το άρθρο 21 του Διεθνούς Συµφώνου για τα ατοµικά και τα πολιτικά δικαιώµατα (ΔΣΑΠΔ) και από αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ).

Ξεκινώντας τις παρατηρήσεις επί των άρθρων του νομοσχεδίου, τονίζει ότι η μη γνωστοποίηση μιας διαδήλωσης στις αστυνομικές αρχές δεν αποτελεί νόμιμο λόγο απαγόρευσής της. Αναφέρεται μάλιστα απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών του 1976, σύμφωνα με την οποία μία τέτοια διάταξη είνια αντισυνταγματική, καθώς «ο συνταγματικός νομοθέτης δεν θέτει ως προϋπόθεση προηγούμενη άδεια. Παράλληλα, όπως υπογραμμίζεται, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προστατεύει τις αυθόρμητες συναθροίσεις, αλλά και την «αντιδιαδήλωση». «Το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι το Κράτος έχει θετική υποχρέωση να προστατεύσει την ελευθερία του συνέρχεσθαι αµφότερων των οµάδων διαδηλωτών, και πρέπει να επιλέγει τα λιγότερα επαχθή µέσα τα οποία δύνανται επί της αρχής να επιτρέπουν και στις δύο (αντιτιθέµενες) συναθροίσεις να λάβουν χώρα (ΕΔΔΑ, Fáber κατά Ουγγαρίας, παρ. 43). Εποµένως, µόνη η πιθανότητα σύγκρουσης, δεν µπορεί να ακυρώσει το δικαίωµα της συνάθροισης. Ωστόσο, όταν υφίσταται σοβαρή απειλή βίαιης «αντιδιαδήλωσης», το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι εθνικές αρχές έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τη λήψη πρόσθετων µέτρων, προκειµένου να επιτραπεί στις συναθροίσεις να λάβουν χώρα χωρίς αναταραχές», τονίζεται συγκεκριμένα.

Σχετικά με τον ορισμό «οργανωτή», που προβλέπει το νομοσχέδιο, ρίχνοντας του μάλιστα ποινικές και αστικές ευθύνες, η Επιστημονική Υπηρεσία ξεκαθαρίζει ότι το δικαίωμα του συνέρχεσθαι αποτελεί ατομικό δικαίωμα εκάστου προσώπου και ασκείτα από κοινού, ενώ δεν τελεί υπό τη διαχειριστική εξουσία ορισμένων προσώπων στα οποία ο νόμος δίνει την ιδιότητα του «οργανωτή». Παράλληλα, σύμφωνα πάντα με την έκθεση, ένα κάλεσμα µπορεί να απευθυνθεί εκ παραλλήλου από πολλούς φορείς και σε ευρύτατο κύκλο προσώπων, χωρίς να συνεπάγονται αναγκαία και ανάληψη γενικής οργανωτικής ευθύνης ούτε, πολύ λιγότερο, καθοδήγηση της όλης συνάθροισης. «Αντίστοιχα, η άσκηση του δικαιώµατος συνάθροισης δεν εξαρτάται από την αναγκαία αναγνώριση στον προσκαλούντα αντίστοιχων γενικών οργανωτικών ή καθοδηγητικών εξουσιών».

Η έκθεση επικαλείται την Επιτροπή της Βενετίας του Συµβουλίου της Ευρώπης και το Γραφείο Δηµοκρατικών Θεσµών του ΟΑΣΕ στις «Κατευθυντήριες Γραµµές για την ελευθερία ειρηνικής συνάθροισης» αναφέρουν σχετικά: «οι οργανωτές και οι επιµελητές (…) δεν θα πρέπει να θεωρούνται υπεύθυνοι για την παράλειψη εκτέλεσης των καθηκόντων τους, σε περιπτώσεις όπου δεν είναι ατοµικά υπεύθυνοι, π.χ. ζηµία περιουσιακών αγαθών ή διατάραξη ή βίαιες πράξεις που προκαλούνται από συµµετέχοντες στη συνάθροιση ή θεατές που ενεργούν ανεξάρτητα. Η ευθύνη εκ µέρους των οργανωτών ή επιµελητών υφίσταται µόνον εφόσον έχουν προσωπικά και εσκεµµένα υποκινήσει, προκαλέσει ή συµµετάσχει σε πραγµατική ζηµία ή διατάραξη (…).

»Αν µια συνάθροιση εξελιχθεί σε σοβαρή δηµόσια διατάραξη, είναι ευθύνη του Κράτους, όχι του οργανωτή, εκπροσώπου ή επιµελητή της συνάθροισης, να περιορίσει τη ζηµία που προκαλείται. Οι οργανωτές και οι εκπρόσωποι της συνάθροισης δεν πρέπει σε καµία περίπτωση να υποχρεούνται να πληρώνουν για ζηµιές που προκλήθηκαν από άλλους συµµετέχοντες σε µια συνάθροιση (εκτός εάν τις υποκίνησαν ή άλλως τις προκάλεσαν άµεσα)» αναφέρεται επίσης.

Τέλος, σχετικά με την προληπτική απαγόρευση διαδηλώσεων, η Επιστημονική Υπηρεσία ξεκαθαρίζει ότι αυτή εκ της συνταγµατικής προστασίας της οποίας απολαύει η ελευθερία του συνέρχεσθαι η απαγόρευση θα πρέπει να είναι το έσχατο μέτρο των αστυνομικών αρχών.

Η έκθεση υπογράφεται, μεταξύ άλλων, από την Αθανασία Διονυσοπούλου και Νικόλαο Παπασπύρου, Επίκουρους Καθηγητές της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, τον προϊστάμενο της Α’Διεύθυνσης Επιστημονικών Μελετών, Αντώνη Παντελή, Ομότιμο καθηγητή της Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ και τον Πρόεδρο του Επιστημονικού Συμβουλίου, Κώστα Μαυριά, επίσης Ομότιμο καθηγητή της Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ.

Παράλληλα, η συγκεκριμένη έκθεση δεν είναι το μόνο θεσμικό «χαστούκι» στην κυβέρνηση για το νομοσχέδιο περιορισμού διαδηλώσεων. Την Τρίτη, η συντονιστική επιτροπή των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, με αφορμή το νομοσχέδιο για τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις, σε ανακοίνωσή της αναφέρει ότι η προληπτική πλήρης απαγόρευση των συναθροίσεων με απόφαση της Αστυνομικής ή Λιμενικής Αρχής βρίσκεται εκτός συνταγματικού πλαισίου, πλήττοντας το δικαίωμα του συνέρχεσθαι. Στην ανακοίνωσή της επισημαίνει τα εξής:

«1. Η συντονιστική επιτροπή θεωρεί θεμελιώδους σημασίας την προστασία που παρέχει το άρθρο 11 του Συντάγματος για την άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και τη διενέργεια δημοσίων συναθροίσεων. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή καταλείπονται στον κοινό νομοθέτη στενά περιθώρια για τη ρύθμιση της άσκησης του συγκεκριμένου δικαιώματος και ιδίως για τον περιορισμό του.

2. Η προληπτική πλήρης απαγόρευση των συναθροίσεων με απόφαση της Αστυνομικής ή Λιμενικής Αρχής πλήττει τον πυρήνα του δικαιώματος και βρίσκεται εκτός Συνταγματικού πλαισίου.

3. Οι περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος σε οποιαδήποτε φάση της συνάθροισης και ενόψει της επιβαλλόμενης στάθμισης που επιβάλλει η σύγκρουση συνταγματικών δικαιωμάτων, αφενός του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και αφετέρου του δικαιώματος συμμετοχής στην κοινωνική και οικονομική ζωή, πρέπει να γίνεται από τον αρμόδιο εισαγγελικό λειτουργό και υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι, λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων περιστάσεων, διαταράσσεται δυσανάλογα η οικονομική ζωή ώστε να θεωρείται η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος προδήλως καταχρηστική.

4. Η παράβαση των νόμιμων υποχρεώσεων του οργανωτή μιας συνάθροισης δεν μπορεί να συνεπάγεται αντικειμενική ποινική ή αστική ευθύνη του, καθώς τούτο έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της ενοχής και της υπαιτιότητας».

Νέες αλλαγές από Χρυσοχοΐδη, με την έκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής

Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 3 του άρθρου 3 του νομοσχεδίου (=Αυθόρμητη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση που δεν έχει γνωστοποιηθεί κατά τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 2 επιτρέπεται, εφόσον δεν διαφαίνονται κίνδυνοι διασάλευσης της δημόσιας ασφάλειας ή σοβαρής διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής), μετά τη λέξη «Αυθόρμητη» προστίθεται η φράση «ή έκτακτη».

Στην παράγραφο 2 του άρθρου 7 (=Στις περ. β) και γ) της παρ. 1 η αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 8 δύναται να υποδεικνύει ενδεικτικά, ως εναλλακτικές επιλογές, άλλες περιοχές, κατάλληλες για την πραγματοποίηση της συνάθροισης), η φράση «δύναται να υποδεικνύει ενδεικτικά» αντικαθίσταται από τη φράση «υποδεικνύει ενδεικτικά, εφόσον είναι εφικτό».

Στην παράγραφο 2 του άρθρου 13 (= Ο οργανωτής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης ευθύνεται για την αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας από τους συμμετέχοντες στη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση. Από την ευθύνη αυτή απαλλάσσεται, εάν είχε γνωστοποιήσει εγκαίρως τη διεξαγωγή της συνάθροισης και αποδεικνύει ότι είχε λάβει όλα τα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα για την πρόληψη και αποτροπή της ζημίας, σύμφωνα με το άρθρο 4.), η φράση «είχε λάβει όλα τα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα για την πρόληψη και αποτροπή της ζημίας, σύμφωνα με το άρθρο 4», αντικαθίσταται από τη φράση «έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις του, όπως αυτές αναφέρονται περιοριστικά στα στοιχεία α, β και γ του άρθρου 4».

Σημειώνεται ότι το άρθρο 4, με τίτλο «Υποχρεώσεις οργανωτή» προβλέπει τα εξής: «Ο οργανωτής της συνάθροισης υποχρεούται να μεριμνά για την ομαλή διεξαγωγή της λαμβάνοντας κάθε αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο. Ιδίως, ο οργανωτής της συνάθροισης:

α) συνεργάζεται άμεσα με την αρμόδια αστυνομική ή λιμενική αρχή και ιδίως με τον Αστυνομικό ή Λιμενικό Διαμεσολαβητή και συμμορφώνεται στις υποδείξεις τους παρέχοντας τη συνδρομή του στην προσπάθεια για την τήρηση της τάξης και την ομαλή πραγματοποίηση της συνάθροισης,

β) ενημερώνει τους μετέχοντες στη συνάθροιση για την υποχρέωσή τους να μη φέρουν αντικείμενα πρόσφορα για την άσκηση βίας και ζητά την παρέμβαση της αρμόδιας αστυνομικής ή λιμενικής αρχής για την απομάκρυνση ατόμων που φέρουν τέτοια αντικείμενα,

γ) ορίζει επαρκή αριθμό ατόμων, τα οποία παρέχουν συνδρομή στην περιφρούρηση της συνάθροισης».

«Αντισυνταγματική η προληπτική απαγόρευση των συναθροίσεων» λένε οι Δικηγορικοί Σύλλογοι

Η συντονιστική επιτροπή των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, με αφορμή το νομοσχέδιο για τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις, σε ανακοίνωσή της αναφέρει ότι η προληπτική πλήρης απαγόρευση των συναθροίσεων με απόφαση της Αστυνομικής ή Λιμενικής Αρχής βρίσκεται εκτός συνταγματικού πλαισίου, πλήττοντας το δικαίωμα του συνέρχεσθαι.

Συγκεκριμένα, η συντονιστική επιτροπή των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, η οποία συνεδρίασε την Τρίτη υπό την προεδρία του προέδρου Δημήτρη Βερβεσού, μέσω τηλεδιάσκεψης, αφού έλαβε υπόψη της τις διατάξεις του σχεδίου νόμου του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη για τις «Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις», σε ανακοίνωσή της επισημαίνει τα εξής:

«1. Η συντονιστική επιτροπή θεωρεί θεμελιώδους σημασίας την προστασία που παρέχει το άρθρο 11 του Συντάγματος για την άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και τη διενέργεια δημοσίων συναθροίσεων. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή καταλείπονται στον κοινό νομοθέτη στενά περιθώρια για τη ρύθμιση της άσκησης του συγκεκριμένου δικαιώματος και ιδίως για τον περιορισμό του.

2. Η προληπτική πλήρης απαγόρευση των συναθροίσεων με απόφαση της Αστυνομικής ή Λιμενικής Αρχής πλήττει τον πυρήνα του δικαιώματος και βρίσκεται εκτός Συνταγματικού πλαισίου.

3. Οι περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος σε οποιαδήποτε φάση της συνάθροισης και ενόψει της επιβαλλόμενης στάθμισης που επιβάλλει η σύγκρουση συνταγματικών δικαιωμάτων, αφενός του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και αφετέρου του δικαιώματος συμμετοχής στην κοινωνική και οικονομική ζωή, πρέπει να γίνεται από τον αρμόδιο εισαγγελικό λειτουργό και υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι, λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων περιστάσεων, διαταράσσεται δυσανάλογα η οικονομική ζωή ώστε να θεωρείται η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος προδήλως καταχρηστική.

4. Η παράβαση των νόμιμων υποχρεώσεων του οργανωτή μιας συνάθροισης δεν μπορεί να συνεπάγεται αντικειμενική ποινική ή αστική ευθύνη του, καθώς τούτο έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της ενοχής και της υπαιτιότητας»

ΕλΕΔΑ: Προσβάλλει συνταγματικό δικαίωμα το νομοσχέδιο για τις συναθροίσεις

Με ανακοίνωσή της και η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕλΕΔΑ) επισημαίνει ότι το σχέδιο νόμου που περιορίζει το δικαίωμα στις διαδηλώσεις «προσβάλλει σημαντικές πλευρές του συνταγματικού δικαιώματος του συνέρχεσθαι».

Στην ανακοίνωσή της η ΕλΕΔΑ εξηγεί ότι αυτή η προσβολη του συνταγματικού δικαιώματος συνίσταται στο γεγονός ότι θέτει «περισσότερα όρια στη δράση των πολιτών και λιγότερα στη δράση της αστυνομίας», αναφέροντας ότι «η εμπειρία έχει δείξει ότι η ύπαρξη ορίων είναι απαραίτητη προς κάθε κατεύθυνση».

Η ΕλΕΔΑ επισημάνει ότι το νομοσχέδιο κατατέθηκε προς ψήφιση χωρίς να έχει προηγηθεί ο αναγκαίος θεσμικά διάλογος με τους κοινωνικούς εταίρους, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τους φορείς της κοινωνίας των πολιτών.

Αν και κρίνει ως θετικό το γεγονός ότι απαλείφθηκαν οι διατάξεις που προέβλεπαν την τιμωρία με ποινή φυλάκισης των συμμετεχόντων σε απαγορευμένη συγκέντρωση αλλά και όσων δεν συμμορφώνονται με τους περιορισμούς που επιβάλλει η αστυνομία, επισημαίνει ότι το σχέδιο νόμου «δεν εξειδικεύει τους όρους υπό τους οποίους είναι δυνατή η απαγόρευση της δημόσιας συγκέντρωσης σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 11 παρ. 2 του Συντάγματος».

Επίσης, θεωρεί προβληματικές τις διατάξεις σχετικά με τις αυθόρμητες συναθροίσεις και την «αντικειμενική» αστικής ευθύνη του οργανωτή της συγκέντρωσης για τις ζημίες που τυχόν θα προκληθούν κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης.

Τέλος, επισημαίνει, το σχέδιο νόμου, ενώ προβλέπει τη δυνατότητα της αστυνομίας να διαλύει τις συγκεντρώσεις, «δεν θέτει όρια στη δράση της αστυνομίας απαγορεύοντας ή οριοθετώντας ρητά τα μέσα διάλυσης των συναθροίσεων, για παράδειγμα τη χρήση δακρυγόνων, των οποίων η μαζική χρήση κατά τα προηγούμενα χρόνια έχει υπάρξει αντικείμενο βάσιμης κριτικής και είναι υπεύθυνη για σοβαρές βλάβες της υγείας πολλών διαδηλωτών».


Σχετική ανάρτηση | Διαδηλώσεις 7, 8 και 9 Ιούλη: Οι απαγορεύσεις και η ποινικοποίηση τους ακυρώνονται στο δρόμο