Θρησκευτικά στο σχολείο: Επιλογή ή υποχρέωση;

Το παρακάτω άρθρο αποτελεί κείμενο 16χρονης μαθήτριας στο Λύκειο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' Δασούπολης, στην Κύπρο, και το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του σχολείου της «Δασουπολίτης». Οι αντιδράσεις μέρους εκπαιδευτικών ήταν έντονες, σε σημείο να φτάσουν να τη διασύρουν μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με αποτέλεσμα να επέμβει η Επίτροπος Παιδιού, που στηλίτευσε τη στάση τον εκπαιδευτικών. Το κυπριακό υπουργείο Παιδείας για ημέρες… σιωπούσε

Η μαθήτρια, με δομημένη σκέψη, σημαντικά επιχειρήματα, ανεπτυγμένη έκφραση και εξαιρετικό λεξιλόγιο, αναφέρει τους προβληματισμούς της σχετικά την προσευχή, τον θεσμό του εκκλησιασμού, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο διδάσκεται το μάθημα στα σχολεία.

Μεταξύ άλλων, η μαθήτρια αναρωτιέται στο άρθρο της: «Πόση επιρροή έχει η Εκκλησία στην καθημερινότητα των μαθητών; Είναι η πρωινή προσευχή ή ο κοινός εκκλησιασμός παρέμβαση της Εκκλησίας στην κοσμική εκπαίδευση; Το μάθημα των Θρησκευτικών συνάδει στη διαπολιτισμική εκπαίδευση που προωθεί το -ευρωπαϊκό- κράτος μας;» Ενώ σε άλλο σημείο, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Το ζητούμενο δεν είναι σε καμία περίπτωση η στέρηση της ευκαιρίας για τους μαθητές να μορφώνονται όσον αφορά στη θρησκεία τους. Άλλωστε σε μια χώρα που η θρησκεία συνδέεται άρρηκτα με την εθνική ταυτότητα κάτι τέτοιο είναι ουτοπία. Αυτό που ζητάμε είναι η ορθότερη προσέγγιση του μαθήματος. Μια απλή λύση θα ήταν η μετατροπή του μαθήματος σε προαιρετικό, δίνοντας την επιλογή -μαζί με το συγκεκριμένο- άλλων μαθημάτων κριτικής σκέψης και ευρύτερων γνώσεων. Απλά παραδείγματα θα μπορούσαν να ήταν η πολιτική αγωγή, η θρησκειολογία -καλύπτοντας περισσότερες θρησκείες και χωρίς να επικεντρώνεται σε κάποια συγκεκριμένη- αλλά ακόμα και η σεξουαλική αγωγή, ένα μάθημα που αγνοείται στα κυπριακά σχολείο, ενώ η σημαντικότητά του αποδεικνύεται μεγάλη».

Αξίζει να σημειωθεί πως στην Κύπρο το μάθημα των Θρησκευτικών στη Μέση Εκπαίδευση είναι υποχρεωτικό σε όλους τους ορθόδοξους μαθητές, ενώ προαιρετικά μπορούν να εξαιρούνται μη ορθόδοξοι μαθητές.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ 16ΧΡΟΝΗΣ ΜΑΘΗΤΡΙΑΣ

Τα τελευταία χρόνια το θέμα της θέσης της Εκκλησίας στα σχολεία έχει απασχολήσει τα ΜΜΕ, τους φορείς της εκπαίδευσης και το κρότος. Έχει μάλιστα φέρει σε ρήξη τον Αρχιεπίσκοπο με τους παραπάνω. Τελικά, είναι τα σχολεία μας κοσμικά; Πόση επιρροή έχει η Εκκλησία στην καθημερινότητα των μαθητών; Είναι η πρωινή προσευχή ή ο κοινός εκκλησιασμός παρέμβαση της Εκκλησίας στην κοσμική εκπαίδευση; Το μάθημα των Θρησκευτικών συνάδει στη διαπολιτισμική εκπαίδευση που προωθεί το -ευρωπαϊκό- κράτος μας;

Η προσευχή είναι μια πολύ προσωπική στιγμή για το κάθε άτομο, κατά την οποία επικοινωνεί με τον Θεό. Συνεπώς, είναι τουλάχιστον παράλογο να επιβάλλεται στους μαθητές κάθε πρωί. Κανείς ευσεβής πιστός, που νιώθει την ανάγκη της επικοινωνίας με τον Θεό, δεν αρκείται στην ουδέτερη πρωινή προσευχή. Σε τέτοιες συνθήκες η προσευχή είναι απλά μια απρόσωπη σειρά προτάσεων που οι μαθητές έμαθαν να επαναλαμβάνουν σαν μικρά ρομπότ. Έτσι, όποιος θεωρεί την προσευχή τόσο σημαντική ώστε να την επιβάλλει στα παιδιά τα πρώτα 18 χρόνια της ζωής τους, μπορεί να τους διδάξει να αφιερώνουν δύο λεπτά κάθε πρωί για να προσευχηθούν στο σπίτι τους.

Ο θεσμός του εκκλησιασμού -οε σχολεία τόσο πολυπολιτισμικά- είναι μάλλον απώλεια διδακτικού χρόνου, αφού δεν προσφέρει τίποτα στην εκπαιδευτική διαδικασία ενώ η συντριπτική πλειονότητα των μαθητών δεν κερδίζει ούτε σε πνευματικό επίπεδο. Μπορεί κανείς να παρατηρήσει τους μαθητές να συζητούν μεταξύ τους την ώρα του εκκλησιασμού ή να βρίσκουν φτηνές δικαιολογίες για να παραμείνουν στο προαύλιο. Επομένως, όπως και η πρωινή προσευχή, έτσι και ο εκκλησιασμός γίνεται μια τυπική συνήθεια παρά πνευματική δραστηριότητα.

Είναι γενικώς αποδεκτό ότι ειδικά στα δημόσια σχολεία, όπου η πλειονότητα των μαθητών είναι όντως χριστιανοί ορθόδοξοι, το μάθημα προσφέρεται για την κατήχηση των μαθητών. Το μάθημα των Θρησκευτικών διδάσκει και νουθετεί για δώδεκα συναπτά έτη τους νέους με μοναδικό σκοπό να γίνουν ενεργά μέλη της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας. Το ΥΠΠΑΝ. Στο ισχύον σύστημα, ο κάθε μαθητής οφείλει να παρακολουθεί το μάθημα των Θρησκευτικών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα προσωπικά πιστεύω ή οι προτεραιότητές του. Σε περίπτωση που ο μαθητής δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος (είτε πιστεύει σε οποιαδήποτε άλλη θρησκεία ή και σε καμία) έχει μόνο δυο επιλογές: την απαλλαγή οπό το μάθημα ή την παρακολούθησή του παθητικά. Καμία επιλογή, όμως, δεν εξυπηρετεί τις εσωτερικές του αναζητήσεις.

Το ζητούμενο δεν είναι σε καμία περίπτωση η στέρηση της ευκαιρίας για τους μαθητές να μορφώνονται όσον αφορά στη θρησκεία τους. Άλλωστε σε μια χώρα που η θρησκεία συνδέεται άρρηκτα με την εθνική ταυτότητα κάτι τέτοιο είναι ουτοπία. Αυτό που ζητάμε είναι η ορθότερη προσέγγιση του μαθήματος. Μια απλή λύση θα ήταν η μετατροπή του μαθήματος σε προαιρετικό, δίνοντας την επιλογή -μαζί με το συγκεκριμένο- άλλων μαθημάτων κριτικής σκέψης και ευρύτερων γνώσεων. Απλά παραδείγματα θα μπορούσαν να ήταν η πολιτική αγωγή, η θρησκειολογία -καλύπτοντας περισσότερες θρησκείες και χωρίς να επικεντρώνεται σε κάποια συγκεκριμένη- αλλά ακόμα και η σεξουαλική αγωγή, ένα μάθημα που αγνοείται στα κυπριακά σχολείο, ενώ η σημαντικότητά του αποδεικνύεται μεγάλη.

Οι προβληματισμοί αυτοί πρέπει να αφορούν όλους μας σε μια προσπάθεια εκκοσμίκευσης και αναθεώρησης του εκπαιδευτικού συστήματος, ώστε να αποκρίνεται τις απαιτήσεις των σύγχρονων κοινωνιών.

Αντιδράσεις και διασυρμός

Το άρθρο προκάλεσε κύμα αντιδράσεων από εκπαιδευτικούς, κυρίως θεολόγους, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ξεκίνησε ένας «διαδικτυακός κανιβαλισμός» της μαθήτριας από τους καθηγητές, οι οποίοι ζήτησαν τη δίωξη της μαθήτριας και την παρέμβαση του υπουργείου Παιδείας, ενώ ανέφεραν ευθαρσώς πως «μετάνιωσαν που της είχαν βάλει καλό βαθμό», πως «λυπούνται» για τη μαθήτρια και προέβησαν σε φράσεις όπως «ντροπή» και «αίσχος».

Ακολούθησαν αντιδράσεις πολιτών κατά των εκπαιδευτικών, που άσκησαν κριτική στη στοχοποίηση της μαθήτριας από τους θεολόγους και τους κατηγόρησαν για υποκρισία, καθώς ο σκοπός των σχολείων και της εκπαίδευσης είναι η διαμόρφωση μαθητών με κριτική σκέψη.

Υπουργείο Παιδείας

Στο όλο ζήτημα, το υπουργείο Παιδείας τήρησε «σιγή ιχθύος» για αρκετές μέρες, χωρίς να σχολιάζει τον σάλο που δημιουργήθηκε. Έπειτα από τις επικρίσεις που δέχτηκε για την απαθή στάση του, ο υπουργός Παιδείας, Πρόδρομος Προδρόμου, αποφάσισε να λύσει τη σιωπή του.

Σε δηλώσεις του σε ραδιόφωνο της Κύπρου, ο κ. Προδρόμου ανέφερε: «Καθημερινά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το Υπουργείο δέχεται επιθέσεις από παντού. Ανώτεροι λειτουργοί δέχονται επιθέσεις από εκπαιδευτικούς που παρουσιάζονται ως εκφραστές της ελευθερίας. Τώρα γιατί γίνεται μέγα θέμα;». Παράλληλα, πρόσθεσε ότι η μαθήτρια είχε την ελευθερία να γράψει στην εφημερίδα του σχολείου της και απέρριψε παρεμβάσεις από την Εκκλησία σε θέματα εκπαίδευσης, ενώ δήλωσε: «Κάποιοι από το πρωί μέχρι το βράδυ κτυπούν την εκκλησία. Αυτό θυμίζει Μεσαίωνα. Δικαίωμα τους αλλά να μην τρέχουν την απαίτηση να ασχολούμαστε με τα ευρήματά τους».

Παρέμβαση από την Επίτροπο Παιδιού

Η συζήτηση που εκτυλίχθηκε στο διαδίκτυο έλαβε τόσο μεγάλες διαστάσεις, που οδήγησε την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού,. Δέσπω Μιχαηλίδου, να παρέμβει με αυστηρή τοποθέτησή της. Στην τοποθέτησή της, καταγγέλλει τις επιθέσεις των εκπαιδευτικών και αναφέρει μεταξύ άλλων:

«Θεωρώ την επίθεση με απαράδεκτους και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς προς το πρόσωπο της μαθήτριας και την ομάδα των εκπαιδευτικών, υπευθύνων της έκδοσης, ως προσπάθεια στέρησης του δικαιώματος του παιδιού στην ελευθερία έκφρασης και συμμετοχής, προσπάθεια χειραγώγησης και περιορισμού της ανάπτυξης της κριτικής του σκέψης. Εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν, όπως «ντροπή» και «αίσχος», αποτελούν στοιχεία προσωπικής επίθεσης και όχι προσπάθεια για δημόσιο διάλογο ή κριτική των θέσεων της μαθήτριας. Καλώ λοιπόν όσους έχουν εκφραστεί με μισαλλοδοξία και με προσωπικούς, απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς να τερματίσουν άμεσα τις παρεμβάσεις τους».

Και προσθέτει: «Η ελευθερία της έκφρασης δεν υπόκειται στις επιλογές και τις επιθυμίες ισχυρών κοινωνικών ομάδων, τις οποίες επιχειρούν να επιβάλουν απορρίπτοντας παράλληλα διαφορετικές απόψεις. Χωρίς αποδοχή στην έκφραση διαφορετικής άποψης, χωρίς διάλογο, χωρίς απόρριψη των φανατικών αντιδράσεων δεν υπάρχει δημοκρατία. Ας γίνει λοιπόν αντιληπτό ότι έτσι ενδυναμώνεται η δημοκρατική κοινωνία. Απαιτείται κλίμα συνεννόησης και σεβασμού των διισταμένων απόψεων. Ας ενδυναμώσουμε λοιπόν τη φωνή των παιδιών αντί να επιχειρούμε να τα φιμώσουμε».