Παιδεία: Το μοίρασμα της πίτας…

Από τη Δέσποινα Σετάκη, χημικό - εκπαιδευτικό

Το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας για την «αναβάθμιση» της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που κατατέθηκε εν μέσω πανδημίας, και ψηφίστηκε πρόσφατα, ξάφνιασε με δυσάρεστο τρόπο την εκπαιδευτική κοινότητα με «παιδαγωγικές» καινοτομίες όπως η διδασκαλία ξένης γλώσσας, πληροφορικής και φυσικής αγωγής στις πρώτες τάξεις του δημοτικού και στο νηπιαγωγείο, η αύξηση του αριθμού των μαθητών των πρώτων τάξεων του δημοτικού σε 25 χάριν της «ομογενοποίησης» ή αλλιώς της συμπόρευσης  με ό,τι ισχύει για τις άλλες τάξεις (εδώ η ομογενοποίηση έγινε όχι υπέρ, μα κατά των μαθητών), αλλά και με «πρωτοτυπίες»…από το παρελθόν όπως  η αναγραφή της διαγωγής και οι πολυήμερες αποβολές ως τρόποι διαχείρισης του bullying, η ενίσχυση του εξετασιοκεντρικού χαρακτήρα του Γυμνασίου και ιδιαίτερα του Λυκείου με την επανεισαγωγή της Τράπεζας Θεμάτων, ενός θεσμού που ξεκάθαρα προάγει την μηχανιστική αποστήθιση και την άκριτη διδασκαλία, θέτει σε ρυθμούς πανελληνίων μαθητές και εκπαιδευτικούς από την Α’ Λυκείου, απευθύνεται σε λίγους κι ανθεκτικούς σε ψυχή και τσέπη κ.α..

Ωστόσο, αυτό που παρέμενε κρυφό μέχρι πρότινος ήταν το πώς θα χωριστεί η πίτα των ωρολογίων προγραμμάτων ημερησίων Γυμνασίων και Λυκείων προκειμένου να επιτευχθεί το  όνειρο του σχολείου δεξιοτήτων, ενός σχολείου που στοχεύει να καλλιεργήσει δεξιότητες εις βάρος της κριτικής σκέψης και ουσιαστικής μάθησης.

Τα αποκαλυπτήρια έγιναν αρχικά με το ωρολόγιο πρόγραμμα των Γυμνασίων. Η «πίτα» του ωρολογίου προγράμματος στο ημερήσιο Γυμνάσιο είναι χωρισμένη σε 32 κομμάτια, 32 διδακτικές ώρες. Η Οικιακή Οικονομία, ένα μάθημα ορισμός της διεπιστημονικής και διαθεματικής προσέγγισης της γνώσης, που αντιμετωπίζει την καθημερινότητα των μαθητών ως σύνολο διαφορετικών συνιστωσών κοινωνικού περιεχομένου κι όχι μόνο, υποβαθμίστηκε ακόμα περισσότερο «διαθέτοντας» την μία από τις δύο πολύτιμες διδακτικές ώρες που της απέμειναν μετά από περικοπές χρόνων, στην πληροφορική, στις δεξιότητες. Αυτή η ενίσχυση από την άποψη των διδακτικών ωρών της πληροφορικής προστέθηκε στο ευνοϊκό πλαίσιο  που διαμορφώθηκε για τα αντικείμενα δεξιοτήτων στο Γυμνάσιο με το πρόσφατο πολυνομοσχέδιο-νόμο καθώς Αγγλικά και Πληροφορική προήχθησαν από μαθήματα Β’ και Γ’ κατηγορίας, σε μαθήματα Α’ και Β’ κατηγορίας αντίστοιχα. Παράλληλα, ενισχύθηκε ο εξετασιοκεντρικός χαρακτήρας του Γυμνασίου με αύξηση των γραπτώς εξεταζομένων μαθημάτων κατά τρία, προοιωνίζοντας την αύξηση των γραπτώς εξεταζομένων μαθημάτων και στο Λύκειο.

Ακολούθησε η ανακοίνωση του ωρολογίου προγράμματος του Λυκείου, το οποίο ήταν το Βατερλό των εικαστικών μαθημάτων και των αντικειμένων κοινωνικού περιεχομένου. Τα 35 τεμάχια-διδακτικές ώρες της πίτας ξαναμοιράστηκαν εξαφανίζοντας τους όποιους «βαθμούς ελευθερίας» άφηνε το σημερινό σύστημα στους μαθητές δίνοντας τους τη δυνατότητα να επιλέξουν  μαθήματα ανάλογα με τα ενδιαφέροντα τους, αλλά και τα ίδια τα μαθήματα. Έτσι, Γεωλογία και Διαχείριση Φυσικών Πόρων, Ελληνικός και Ευρωπαϊκός Πολιτισμός και Καλλιτεχνική Παιδεία (Εικαστικά ή Μουσική ή Στοιχεία Θεατρολογίας), αντικαταστάθηκαν από το τέταρτο μάθημα επιλογής, που πλέον είναι υποχρεωτικό και δεν είναι άλλο από την Πληροφορική, ενώ χάθηκε και η δυνατότητα επιλογής της ξένης γλώσσας που επιθυμούν να συνεχίσουν να διδάσκονται οι μαθητές καθώς Αγγλικά και Β’ Ξένη Γλώσσα μπήκαν δυναμικά στο υποχρεωτικό πρόγραμμα με τρεις και δύο διδακτικές ώρες αντίστοιχα, εκτοπίζοντας τελείως την ερευνητική εργασία και «κλέβοντας» και μία διδακτική ώρα από την Πολιτική Παιδεία. Έτσι, ενώ οι μαθητές επέλεγαν την ξένη γλώσσα της αρεσκείας τους στην Α’ Λυκείου ανάμεσα σε Αγγλικά, Γερμανικά και Γαλλικά κυρίως, τώρα είναι αναγκασμένοι να παρακολουθούν και Αγγλικά τρεις ώρες και Β’ Ξενη γλώσσα δύο ώρες επιβαρύνοντας τον οικογενειακό προϋπολογισμό με επιπλέον φροντιστήρια  ξένων  γλωσσών.

Μελετώντας το ωρολόγιο πρόγραμμα της Β’ Λυκείου που ανακοινώθηκε, βλέπουμε ότι η Β’ Λυκείου θρηνεί δύο μαθήματα κοινωνικού περιεχόμενου: ένα από τη Γενική Παιδεία με τίτλο   «Σύγχρονος Κόσμος: Πολίτης και Δημοκρατία» κι ένα από την κατεύθυνση, την Κοινωνιολογία. Επιπλέον, καταργείται η ερευνητική εργασία, γνωστή ως project και στη Γενική Παιδεία επωφελούνται τα μαθήματα των Ξένων Γλωσσών, της Πληροφορικής και της Φυσικής Αγωγής τις επιπλέον διδακτικές ώρες, ενώ στην κατεύθυνση των ανθρωπιστικών σπουδών η Κοινωνιολογία αντικαταστάθηκε επίσης από γλώσσα, τα Λατινικά και στην κατεύθυνση των θετικών σπουδών με το γνωστό αυθαίρετο τρόπο, μία διδακτική ώρα Φυσικής αποδόθηκε στα Μαθηματικά.

Στην Γ’ Λυκείου συνεχίζεται η «αναβάθμιση» μια και  μειώνονται οι ώρες των τριών μαθημάτων όλων των κατευθύνσεων κατά μία και αποδίδονται για μια ακόμα φορά στα ίδια αντικείμενα πάνω κάτω: Αγγλικά και Φυσική Αγωγή. Εξαφανίζεται η Κοινωνιολογία και δίνει τη θέση της στα Λατινικά και καταργούνται και τα μαθήματα επιλογής μέσα σε αυτά και το Ελεύθερο και Γραμμικό Σχέδιο, ειδικά μαθήματα για ορισμένες σχολές. Εισάγεται παράλληλα, ο θεσμός του κόντρα μαθήματος, δηλαδή ενός μαθήματος που θα είναι κόντρα στις επιλογές των μαθητών. Οι υποψήφιοι των ανθρωπιστικών σπουδών θα διδάσκονται Μαθηματικά και των άλλων κατευθύνσεων Ιστορία.

Μπορούμε λοιπόν, μελετώντας τις αλλαγές στα ωρολόγια προγράμματα των ημερησίων Γυμνασίων και Λυκείων και δεδομένων και των αλλαγών για την «αναβάθμιση» της εκπαίδευσης που αποτελούν πλέον νόμο του κράτους να εξάγουμε ορισμένα συμπεράσματα:

  1. Είναι γνωστό ότι  το μοίρασμα της πίτας των ωρολογίων προγραμμάτων επηρεάζει άμεσα ειδικότητες και διδακτικά αντικείμενα προκαλεί υπεραριθμίες, πλεονάσματα σε κάποιες και οργανικά κενά σε κάποιες άλλες ανάλογα με τις ειδικότητες που πριμοδοτεί κι εκείνες που περιορίζει ή εξαφανίζει σε κάποιες βαθμίδες εκπαίδευσης δημιουργώντας τεχνητές διαθεσιμότητες κι ίσως απολύσεις… Αυτό που αποδεικνύεται για ακόμα μια φορά είναι ότι το μοίρασμα ή αλλιώς το ξαναμοίρασμα της πίτας δεν είναι τυχαίο, αλλά προϊόν συντεχνιακών πιέσεων και πολύ περισσότερο αποτέλεσμα κυβερνητικών «οραμάτων» για τους επιθυμητούς αυριανούς πολίτες, των προσταγών της αγοράς εργασίας, αλλά και επιθυμητών «εκπτώσεων» των δημοσιονομικών δαπανών.
  2. Το νέο όραμα για την εκπαίδευση των μαθητών δεν περιλαμβάνει την κριτική σκέψη και τον κοινωνικό προβληματισμό, αλλά την ανάπτυξη δεξιοτήτων. Αντικείμενα δεξιοτήτων κατακλύζουν τα ωρολόγια προγράμματα σε υπερβολική δόση εξοβελίζοντας τελείως από το Λύκειο μαθήματα καλλιτεχνικής παιδείας και περιορίζοντας στο ελάχιστο κοινωνιολογικά μαθήματα, οτιδήποτε μπορεί να «αφυπνίσει» συνειδήσεις και να επιτρέψει την ανάπτυξη πολιτικά ενεργών, σκεπτόμενων και δημιουργικών πολιτών. Από την άλλη τα μαθήματα των φυσικών επιστημών παραμένουν σε σταθερά κρίσιμη κατάσταση στο Γυμνάσιο κυρίως από πλευράς διδακτικών ωρών, ενώ στο Λύκειο που επιβιώνουν με σχετική αξιοπρέπεια παρά τον ξαφνικό θάνατο του μαθήματος επιλογής της Α’ Λυκείου « Γεωλογία και Διαχείριση Φυσικών Πόρων» και την περικοπή ωρών από τον προσανατολισμό, λόγω του εξετασιοκεντρικής προσέγγισης που τώρα θα επεκταθεί σε όλες τις τάξεις του Λυκείου, αποτυγχάνουν να δημιουργήσουν τον επιστημονικά εγγράμματο και περιβαλλοντικά ευαισθητοποιημένο πολίτη.
  3. Προωθείται για ακόμα μια φορά η στείρα αποστήθιση εννοιών, τύπων, γραμματικών φαινομένων, η άκριτη διδασκαλία των επιθυμητών κεφαλαίων, παραγράφων και κειμένων σε όλα τα μαθήματα της Τράπεζας Θεμάτων που θα επιλέγονται από τους σοφούς του ΙΕΠ- που βρίσκονται οι περισσότεροι στο ασφαλές περιβάλλον εκτός τάξης για πολλά χρόνια- καθώς και η μηδενική αλληλεπίδραση μαθητών- εκπαιδευτικών. Η προκαθορισμένη ύλη θα πρέπει να βγει πάση θυσία στις γεμάτες αίθουσες των 25-27 μαθητών δίνοντας έναν διεκπεραιωτικό και ανούσιο χαρακτήρα στη διδασκαλία και ευνουχίζοντας τη μάθηση που μαζί με τη θεσμοθέτηση της βάσης του δέκα θα οδηγήσουν νομοτελειακά στη μαζική μεταφορά του μαθητικού πληθυσμού στα υποβαθμισμένα ΕΠΑΛ και τη δημιουργία μεταγυμνασιακών ΙΕΚ.
  4. Οποιοσδήποτε βαθμός ελευθερίας των μαθητών του Λυκείου, έχει εξαφανιστεί. Όλα τα μαθήματα είναι πλέον υποχρεωτικά, για την πρώτη Λυκείου τουλάχιστον. Δεν αναγνωρίζεται και δεν δίνεται πλέον στους 15χρονους μαθητές καμία δυνατότητα να επιλέξουν μαθήματα που ταιριάζουν με τις κλίσεις και τα ενδιαφέροντα τους ενώ στους 16χρονους και 17χρονους δίνεται μόνο η επιλογή της ομάδας προσανατολισμού. Δεν υπάρχουν επίσης πια «ελεύθερα» και δημιουργικά μαθήματα τέχνης και πολιτισμού. Η αλήθεια είναι ότι τα μαθήματα τέχνης και πολιτισμού στο Λύκειο ήταν υποβαθμισμένα, αλλά τουλάχιστον υπήρχαν ως επιλογή, μια «επιλογή» που συνήθως εξαφανιζόταν με τη δικαιολογία ότι δεν βρίσκονται καθηγητές ή αρκετοί μαθητές για τη σύσταση τμήματος, αλλά τουλάχιστον υπήρχε..  Αντί η επιλογή- βάλσαμο για τη δημιουργικότητα και τη φαντασία των μαθητών να γίνει πραγματική επιλογή, καταργήθηκε τελείως με το πρόσχημα ότι οι περισσότεροι μαθητές «επιλέγουν» την πληροφορική…
  5. Τέλος, στο όνομα της Γενικής παιδείας και της σφαιρικής μόρφωσης συνεχίζεται η αντιπαιδαγωγική καινοτομία του «κόντρα μαθήματος» που υιοθετήθηκε από την προηγούμενη κυβέρνηση στις τελικές προαγωγικές εξετάσεις της Β’ Λυκείου και σύμφωνα με την οποία και οι μαθητές του προσανατολισμού των ανθρωπιστικών σπουδών έπρεπε να εξεταστούν στην Άλγεβρα και οι μαθητές του προσανατολισμού θετικών σπουδών στο μάθημα «Πολίτης και Δημοκρατία». Ωστόσο αυτά τα μαθήματα ήταν μαθήματα γενικής παιδείας και για τις δύο ομάδες προσανατολισμού της Β’ Λυκείου. Τώρα, με το νέο ωρολόγιο πρόγραμμα της Γ’ Λυκείου, εισάγεται και η διδασκαλία κόντρα μαθήματος στις διαφορετικές ομάδες προσανατολισμού.

Καταλήγοντας φαίνεται ότι στο «αναβαθμισμένο» ελληνικό σχολείο του 2020 η τέχνη και ο πολιτισμός εξοστρακίζονται από το Λύκειο, τα «επικίνδυνα» μαθήματα κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού περιορίζονται δραματικά,  η φαντασία, η ευαισθησία, η κριτική σκέψη, η περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση, ο επιστημονικός εγγραμματισμός εκφυλίζονται καθώς αξιολογούνται μέσα από τυποποιημένες και εξαντλητικές εξετάσεις μέχρι τελικής πτώσεως με έμφαση στην κάλυψη ενός μεγάλου εύρους ύλης κι όχι στην εμβάθυνση, τα φροντιστήρια ενισχύονται δραματικά, , οι δεξιότητες ανθίζουν φαινομενικά, οι αδύναμοι και μέτριοι μαθητές χωρίς οικονομική υποστήριξη περιθωριοποιούνται και αποκλείονται, ενώ αποτυχημένες μέθοδοι και πρακτικές από το παρελθόν  όπως ποινές, διαγωγή, συνεχείς εξετάσεις επιστρατεύονται για να λύσουν προβλήματα του παρόντος και του μέλλοντος. Πρόκειται για ένα σχολείο που εξοντώνει τους μαθητές, υπονομεύει τους εκπαιδευτικούς και φορτώνει με δυσβάστακτα βάρη την ελληνική οικογένεια ένα σχολείο μακριά από τις σύγχρονες ανάγκες της νεολαίας και της ελληνικής κοινωνίας. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι αυτοί που συμφώνησαν με το νομοσχέδιο-νόμο είναι μόνο οι ιδιοκτήτες των ιδιωτικών σχολείων και των φροντιστηρίων…

Υ.Γ. Το τι σχολείο θέλουμε και η επικείμενη αξιολόγηση – χειραγώγηση είναι αντικείμενο άλλης παρουσίασης…