«Μεγάλος Περίπατος της Αθήνας»: Οι προτάσεις του Συλλόγου Υποψήφιων Διδακτόρων ΕΜΠ

Την ανάγκη για μια ολιστική προσέγγιση, που θα προσεγγίζει συνολικά τον κοινωνικό-οικονομικό χαρακτήρα του κέντρου, την προσβασιμότητα και το δημόσιο χαρακτήρα των κοινόχρηστων χώρων επισημαίνει ο σύλλογος υποψήφιων διδακτόρων στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, με αφορμή το σχέδιο για τον «Μεγάλο Περίπατο».

Επισημαίνει δε την ανάγκη τα όποια νέα μέτρα να κατευθυνθούν σε περιοχές του κέντρου με οξυμένα προβλήματα, όπως η Κυψέλη, τα Εξάρχεια και του Γκύζη, αντί να αφορά ήδη «προνομιακές» περιοχές του όπως η Ηρώδου Αττικού. Επισημαίνει τέλος την ανάγκη να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην επίπτωση των πεζοδρομήσεων στο παραδοσιακό εμπόριο και τις υπάρχουσες χρήσεις και αξίες της γης, καθώς σε ανάλογες περιπτώσεις στην Ελλάδα ή στην Ευρώπη υπήρξε «εισβολή» χρήσεων τουρισμού και αναψυχής.

«Η δεκαετία της οικονομικής κρίσης και των μέτρων λιτότητας άφησε τα σημάδια της στις πόλεις, τα κέντρα και τις γειτονιές τους. Ειδικά στην Αθήνα, το αποτύπωμα της κρίσης παραμένει ορατό μέσω της έντασης των κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων, της στεγαστικής κρίσης, της φτώχειας και των λουκέτων στα καταστήματα. Το κέντρο της Αθήνας είναι διαχρονικά ο “πυκνωτής” όλων εκείνων των φαινομένων που επηρεάζουν την ζωή στην πόλη. Ακόμα και κατά τη διάρκεια της κρίσης το Αθηναϊκό κέντρο έδειξε μια δυναμική διατήρησης του χαρακτήρα του, της πολυ-λειτουργικότητάς του και του ρόλου του να προσελκύει το σύνολο των διαφορετικών κοινωνικο-οικονομικών στρωμάτων της Αθήνας, συμπεριλαμβανομένων των πιο “ευάλωτων” κατοίκων -των μικρομεσαίων, των φτωχών, των μεταναστών-τριών.

Τα κυκλοφοριακά προβλήματα που διαχρονικά το χαρακτηρίζουν, η έλλειψη χώρων για την απρόσκοπτη κίνηση των πεζών, παιδιών, ΑμΕΑ, κλπ., οι λίγοι και παραμελημένοι δημόσιοι χώροι (όχι μόνο του κέντρου αλλά και των γειτονιών της Αθήνας), δεν αποτέλεσαν εμπόδιο στη λειτουργία του ως πόλου έλξης για τις ανάγκες των κατοίκων και των εργαζομένων της πόλης. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια το αθηναϊκό κέντρο αποτέλεσε και πόλο έλξης για επισκέπτες και τουρίστες οι οποίοι εκτός του αρχαιολογικού μνημειακού αποθέματος ανακαλύπτουν την Αθήνα, ως μια ιδιαίτερη και ζωντανή σύγχρονη πόλη, που φέρει και διαπραγματεύεται συλλογικά την πρόσφατη ιστορική μνήμη της. Από την άλλη, η έκρηξη του αστικού τουρισμού συνοδεύεται και από νέες πρακτικές στην αγορά ακινήτων (π.χ. Airbnb, Golden Visa), που δημιουργούν επείγοντα προβλήματα αλλάζοντας τον ποικιλόμορφο χάρτη της πόλης μέσω του εκτοπισμού κατοίκων χαμηλότερων εισοδημάτων, αύξησης των ενοικίων για την κατοικία, το μικρό εμπόριο και την μικρή βιοτεχνία και διάρρηξη του κοινωνικο-οικονομικού ιστού μέσω της εμπορευματοποίησής της τουριστικά και όχι μόνο», αναφέρει ο σύλλογος στην τοποθέτησή του.

«Το σχέδιο για τον “Μεγάλο Περίπατο της Αθήνας” εξαγγέλθηκε ακριβώς εν μέσω μιας εξαιρετικά κρίσιμης συνθήκης, όχι μονάχα κατά τη διάρκεια των μέτρων για την πανδημία και την αναγκαία “κοινωνική αποστασιοποίηση”, αλλά και στο πλαίσιο των επίμονων επιπτώσεων της κρίσης και της έντονης τάσης τουριστικοποίησης της Αθήνας (…).Το σχέδιο, εστιάζει σε επιμέρους ζητήματα λειτουργίας του δημόσιου χώρου, αποφεύγοντας μια ολιστική προσέγγιση που θα αφορά συνολικά τον κοινωνικο-οικονομικό χαρακτήρα του κέντρου, την προσβασιμότητα από όλους και τον ελεύθερο χαρακτήρα του δημόσιου χώρου. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τις κυκλοφοριακές παρεμβάσεις, αυτές στηρίζονται μόνο σε τοπικές κυκλοφοριακές έρευνες, αγνοώντας μια ευρύτερη μελέτη των κυκλοφοριακών αναγκών της πόλης σε μητροπολιτικό επίπεδο.

Για παράδειγμα, η δημιουργία εκτεταμένων δικτύων πεζοδρόμων και ποδηλατοδρόμων που θα βελτίωναν τη σύνδεση του κέντρου με τις γειτονιές της Αθήνας, θα ενίσχυε την προσβασιμότητα για τους κατοίκους, πέρα από τα σημεία ιστορικού ενδιαφέροντος και τη θεματική κατάτμηση της πόλης σε «τουριστικούς θύλακες». Αντ’ αυτού, η διαπλάτυνση των πεζοδρομίων και η επέκταση των χώρων πρασίνου προτείνεται να εφαρμοστεί σε ήδη «πράσινους» οδικούς άξονες όπως η Ηρώδου Αττικού, αντί για συνοικίες του κέντρου με χρόνιες οξυμένες ελλείψεις σε χώρους πρασίνου, παιδικές χαρές, κ.λπ. όπως τα Εξάρχεια, του Γκύζη, η Κυψέλη. Τα προβλήματα που έχει ήδη προκαλέσει η εφαρμογή του σχεδίου έχουν διαταράξει την καθημερινότητα όσων ζουν και εργάζονται στο κέντρο της πόλης, επιβαρύνοντας τους με μεγάλη κυκλοφοριακή συμφόρηση στην Πανεπιστημίου και τους γύρω δρόμους.

Ερωτήματα δε εγείρονται με ζητήματα προσβασιμότητας από ΑΜΕΑ στην περιοχή διαμόρφωσης καθώς και με τα υψηλά κοστολογημένα τιμολόγια αστικού εξοπλισμού που για την ώρα έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Επιπλέον, η πρόταση δεν στηρίζεται με σαφήνεια σε κάποιο σχεδιασμό προστασίας για τις υφιστάμενες δραστηριότητες του αθηναϊκού κέντρου, δεν προβλέπει δηλαδή τις επιπτώσεις του “Μεγάλου Περιπάτου” στο παραδοσιακό εμπόριο και τις υπάρχουσες χρήσεις και αξία της γης.

Οι προτεινόμενες εκτεταμένες πεζοδρομήσεις, χωρίς την ανάλογη προστασία των χρήσεων γης και των χρηστών της πόλης, μάλλον απειλούν παρά ενισχύουν τις παραδοσιακές εμπορικές λειτουργίες. Προοικονομείται αντίθετα η αντικατάστασή τους με χρήσεις κατά βάση τουριστικές ή αναψυχής –που απευθύνονται περισσότερο σε εκείνους που θέλουν να καταναλώσουν (σ)το κέντρο της πόλης (επισκέπτες και τουρίστες), παρά στους χρήστες του (κατοίκους, εργαζόμενους, γυναίκες ή μετανάστες)-, διευκολύνοντας την ανεξέλεγκτη αύξηση των ενοικίων μακροχρόνιας μίσθωσης κατοικιών ή επαγγελματικών χώρων. Με τη διάθεση όλο και μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χώρου σε χρήσεις εστίασης (τραπεζοκαθίσματα), ο δημόσιος χώρος αντί να αυξάνεται και να διατίθεται ελεύθερα στο κοινό, εμπορευματοποιείται, αποκλείοντας όχι μόνο συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα αλλά και συρρικνώνοντας όποιες δυνατότητες εναλλακτικής χρήσης και δράσης στον κοινό ελεύθερο χώρο της πόλης».

Οι υποψήφιοι διδάκτορες του ΕΜΠ επισημαίνουν την ανάγκη δημόσιου διαλόγου πριν τη λήψη αποφάσεων. Μία τόσο σημαντική πολεοδομική παρέμβαση υπερτοπικής σημασίας για το κέντρο της Αθήνας θα όφειλε να έχει τεθεί υπό δημόσια διαβούλευση από τον Δήμο Αθηναίων, πριν την εφαρμογή του σχεδίου και της πολιτικής ανάπλασης που αυτό καθορίζει. Οι παρεμβάσεις τέτοιας κλίμακας που επηρεάζουν άμεσα κι έμμεσα κατοίκους, επαγγελματίες, εργαζόμενους κλπ. οφείλουν να υπηρετούν τις αρχές του συνολικού σχεδιασμού που εδράζει στις συμμετοχικές και δημοκρατικές διαδικασίες με όρους διαφάνειας και διαλόγου. πρόταση για τον “Μεγάλο Περίπατο της Αθήνας” μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά στη βελτίωση της ζωής της πόλης μόνο εφόσον συμπεριλάβει συγκεκριμένες θεσμικές πολεοδομικές και περιβαλλοντικές ρυθμίσεις για το ευρύτερο αθηναϊκό κέντρο και όχι τμηματικές σχεδιαστικές/κυκλοφοριακές προτάσεις.

Εφαρμόζοντας σαφή πολιτική και θεσμοθετώντας την προστασία των χρήσεων του κέντρου, ειδικά των παραδοσιακών λειτουργιών και δραστηριοτήτων και του ειδικού εμπορίου, η πόλη μπορεί να διατηρήσει ζωντανή τη διάδραση των διαφορετικών επαγγελμάτων, κοινωνικών ομάδων και χρήσεων που γεννούν το δυναμικό και ιδιαίτερο χαρακτήρα της».