Κορονοϊός: Οι άνθρωποι της πρώτης γραμμής μιλούν για τη μάχη με τον ιό και για την επόμενη ημέρα

Δεν θα σβήσουν τα κρούσματα και στην διάρκεια του καλοκαιριού – Παρά τις ελλείψεις σε υλικά και υποδομές έστησαν άμεσα τις διαδικασίες υποδοχής και αξιολόγησης των περιστατικών – Τι λένε για την αντιμετώπιση του δεύτερου κύματος – Θέσπιση του οικογενειακού γιατρού αλλά και επενδύσεις χρειάζονται την επόμενη ημέρα

Από τον Πάνο Γαρουφαλιά

Μια χώρα με φανερές ελλείψεις σε προσωπικό, υποδομές και υλικά κατάφερε να αντιμετωπίσει τον κορονοϊό υποδειγματικά δίνοντας «μαθήματα» διαχείρισης σε πολλές προηγμένες χώρες. Αυτή η χώρα είναι η Ελλάδα η οποία εν πολλοίς στηρίχτηκε στο κουτσουρεμένο ΕΣΥ και το προσωπικό του το οποίο έβγαλε ασπροπρόσωπη την χώρα σε αυτή την δύσκολη κατάσταση.

Η ομάδα κρούσης του συστήματος Υγείας ήταν αναμφίβολα οι γιατροί και το νοσηλευτικό προσωπικό των ΤΕΠ, ήταν στην πρώτη γραμμή της μάχης με τον κορονοϊό. Η larissanet μίλησε με τους διευθυντές των ΤΕΠ του ΓΝΛ και του ΠΓΝΛ Δημήτρη Μπαμπαλή και Γεωργία Παπαδάμου, οι οποίοι ξεδιπλώνουν τις εμπειρίες σε αυτή την δύσκολη κατάσταση. Παράλληλα αναφέρονται και στην επόμενη ημέρα, μια ημέρα που πρέπει να αλλάξουν πολλά αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε ένα δεύτερο κύμα ή μια άλλη ενδεχόμενη πανδημία στο μέλλον. Μια μέρα που πρέπει να έχει σχέδιο και επενδύσεις στον τομέα της Υγείας.

Δ. Μπαμπαλής:
Μετά τον κορονοϊό να μη στρίψουμε το κεφάλι από την Υγεία

Η γραμμή κρούσης απέναντι στον ιό στο ΓΝΛ ήταν το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου. Ένα τμήμα που πραγματικά δέχθηκε πλήθος περιστατικών κυρίως από την Ν. Σμύρνη δίνοντας την δική του μάχη για να βοηθήσει τους συνανθρώπους μας που είχαν νοσήσει. Γι’ αυτή την πραγματικά δύσκολη περίοδο μιλά στην larissanet o διευθυντής του ΤΕΠ (Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών) του ΓΝΛ παθολόγος- εντατικολόγος κ. Δημήτρης Μπαμπαλής.

«Η πρώτη φάση ήταν όταν ακόμη ο ιός δεν είχε επεκταθεί στην Ευρώπη και αναρωτιόμασταν αν θα έρθει και σε εμάς. Όμως τότε ετοιμάσαμε τις διαδικασίες και αυτό φάνηκε χρήσιμο στην πορεία. Στο ΓΝΛ είχαμε και πρόβλημα με τους χώρους. Οι χώροι είναι ακατάλληλοι. Ήταν ένα κτίριο εγκαταλειμμένο πολλά χρόνια. Δεν υπήρχαν διαδικασίες για απομόνωση ασθενών. Όταν ξεκίνησε το θέμα με την Ιταλία όλοι φοβόταν ότι θα γίνουν όλοι σαν τους γείτονες μας. Τότε επιταχύνθηκαν οι διαδικασίες και παράλληλα έγιναν αλλαγές στους χώρους. Περισσότερο με φαντασία παρά με πραγματική επένδυση. Όμως στην συνέχεια δεν μπορούμε να πάμε μόνο με φαντασία, πρέπει να φτιάξουμε και τις υποδομές μας», παρατηρεί ο κ. Μπαμπαλής.

Αναφέρεται όμως και στην περίοδο που η πανδημία χτύπησε την πόλη. «Στη Λάρισα δεν περάσαμε ποτέ τη φάση των πολλών περιστατικών. Έχουμε μια συνεχή ροή, με βασανιστικό ρυθμό. Ξεκινήσαμε από τους πρώτους να έχουμε κρούσματα και έχουμε μείνει τελευταίοι στην Ελλάδα που συνεχίζουμε να έχουμε περιστατικά. Έχουμε συγκεκριμένη εστία ροής κρουσμάτων που απασχολεί την κάθε μας εφημερία. Στην φάση της έξαρσης και της καραντίνας βοήθησε πάρα πολύ, μειώθηκε πάρα πολύ η κίνηση στα επείγοντα. Ό,τι άλλο εκτός από κορονοϊό ήταν κυρίως βαριά περιστατικά από άλλες παθήσεις. Κάναμε την καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση μη έχοντας πλέον το φόρτο πολύ ελαφρών περιστατικών, που έρχονται καθώς δεν έχουν πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας», τονίζει ο κ. Μπαμπαλής.

Πρωτοφανή μέτρα προστασίας και μια νέα πανδημία, στην ουσία μια νέα πραγματικότητα είχαν να αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι των επειγόντων περιστατικών που δούλευαν πολλές ώρες και κάτω από μεγάλη πίεση. «Υπήρχε φόβος στο προσωπικό καθώς υπήρχε το άγνωστο. Αυτό που ακούγαμε ήταν τα χιλιάδες περιστατικά κορονοϊού σε επαγγελματίες σε όλο τον κόσμο. Παρά αυτή την κατάσταση το προσωπικό παρέμεινε και έδωσε με σθένος την μάχη στην πρώτη γραμμή. Να πούμε ότι στην αρχή δεν υπήρχε καμιά προετοιμασία και υπήρχε έλλειψη των μέτρων προστασίας στην αγορά. Ακόμη και με δωρεές ήταν αδύνατον να βρεθούν κατάλληλα και επαρκή σε ποσότητα μέσα προστασίας για το προσωπικό. Υπήρχε ο φόβος ότι κάποια στιγμή θα τελειώσουν τα μέτρα προστασίας και θα μέναμε εκτεθειμένοι. Είχαμε αποφασίσει ότι σε τέτοιο ενδεχόμενο δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να μην δούμε τον κόσμο. Τώρα φοβάμαι ότι θα έχουμε πάλι ελλείψεις. Τώρα που απομακρύνεται ο φόβος στερεύουν τα χρήματα», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Όμως έχει ανοίξει και μια κουβέντα για την επόμενη ημέρα στον τομέα της Υγείας. Αλήθεια τι μπορεί να γίνει για να αλλάξει η εικόνα; «Την επόμενη ημέρα δεν πρέπει να στρίψουμε το κεφάλι μας από το σύστημα υγείας. Βλέπω μια τάση που λέει ότι “το υγειονομικό, τώρα ας δούμε την οικονομία”. Σωστά να την δούμε αλλά δεν πρέπει να σταματήσουμε να βλέπουμε την υγειονομική κρίση. Δεν ξέρω αν θα έρθει το δεύτερο κύμα. Ξέρω όμως ότι εμείς εδώ δεν έχουμε τελειώσει από κορονοϊό. Φοβάμαι ότι θα είναι μια διαδικασία σταγόνας. Νομίζω ότι δεν θα σβήσουν τα κρούσματα και στην διάρκεια του Καλοκαιριού. Η Επόμενη μέρα είναι μια άλλη μέρα, μια καινούργια πραγματικότητα. Ελπίζω ότι θα είναι μια μέρα με λογική. Αλλά φοβάμαι πως η κατεύθυνση της κυβέρνησης είναι προς τα ΣΔΙΤ. Είναι μια κατεύθυνση που δεν δικαιολογείται σε σχέση με όσα ζήσαμε τους προηγούμενους μήνες. Ο ιδιωτικός τομέας απουσίασε πλήρως. Η μόνη συμμετοχή του ήταν οι χρηματοδότες. Έγκαιρά και σοφά χρηματοδότησαν με δωρεές το ΕΣΥ και δεν θέλησαν να μπουν μέσα», υπογραμμίζει ο Δημήτρης Μπαμπαλής.

Ετοιμαζόμαστε για ένα ενδεχόμενο νέο κύμα του ιού; Μάλλον όχι λέει ο διευθυντής των ΤΕΠ του ΓΝΛ. «Νομίζω ότι έχουμε το καλοκαίρι για να προετοιμαστούμε αλλά καμιά τέτοια πρόθεση. Τα στοιχεία δείχνουν ότι είμαστε προτελευταία χώρα στο δυτικό κόσμο σε δαπάνες που αφορούν τον κορονοϊό. Δεν έγιναν μόνιμες επενδύσεις. Οι επενδύσεις που έγιναν δεν αφορούν στα ΤΕΠ. Για να αντιμετωπίσουμε το δεύτερο κύμα πρέπει τώρα να γίνει μια σοβαρή προσπάθεια να ξαναοργανωθούμε και να γίνουν επενδύσεις», επισημαίνει.

Γ. Παπαδάμου:
Κρατήσαμε άμυνα απέναντι στον κορονοϊό

Η παθολόγος και διευθύντρια του ΤΕΠ (Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών) του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας κα Γεωργία Παπαδάμου μιλά για το πώς η ίδια όσο και η ομάδα τις πολέμησαν τον ιό από την πρώτη γραμμή της μάχης. «Το νοσοκομείο ήταν έτοιμο από τις 22 Ιανουαρίου. Εγκαινιάστηκε το τμήμα λοιμωδών νοσημάτων και το μικρό δωματιάκι που ήταν έξω από τα ΤΕΠ για την υποδοχή των ασθενών. Δημιουργήσαμε το δωμάτιο διαχείρισης υπόπτων περιστατικών. Αρχικά όσοι είχαν ελαφρά συμπτώματα τους εξετάζαμε και τους συμβουλεύαμε να παραμείνουν σε κατ’ οίκον παρακολούθηση. Ο γιατρός της διαλογής βγήκε μπροστά στα περιστατικά και με μια γρήγορη διάγνωση κρίναμε ποιος έπρεπε να κάνει εισαγωγή στο νοσοκομείο και ποιος όχι. Είχαμε πρωτοφανή μέτρα προστασίας. Στο ύποπτο περιστατικό έπρεπε γρήγορα να λάβουμε όλα τα μέτρα προστασίας. Επίσης είχε διαδικασία να βγάλουμε μετά την στολή. Όλα αυτά γινόταν με προσοχή ώστε να μην υπάρξει καμιά περίπτωση μετάδοσης του ιού», περιγράφει η κα Παπαδάμου.

Εμπειρία των μέτρων υπήρχε από την αντιμετώπιση της ιλαράς –προ διετίας- και αυτό ήταν κάτι που βοήθησε στην προσαρμογή της νέας δύσκολης κατάστασης. «Εμείς κρατούσαμε μια μεγάλη άμυνα μπροστά που προσπαθούσε να κρατήσει μακριά τον ιό για να μην έχουμε σε καμιά περίπτωση διασπορά του ιού μέσα στο νοσοκομείο. Αυτό είχε ψυχικό και σωματικό κόστος. Πολλές ώρες δουλειάς και μάλιστα με μεγάλη πίεση και με μεγάλη ευθύνη», αναφέρει η διευθύντρια του ΤΕΠ του ΠΓΝΛ.

Το ερώτημα είναι τι θα μπορούσαμε να κάνουμε σε επίπεδο πρωτοβάθμιας υγείας για να μπορέσουμε να είμαστε πιο έτοιμοι. Άλλωστε η πανδημία μας δίδαξε την ώρα που πολλοί επιστήμονες κάνουν λόγο για ένα δεύτερο κύμα του ιού το Φθινόπωρο. «Πρέπει να αναβαθμίσουμε την πρωτοβάθμια περίθαλψη. Πρέπει να γίνει θεσμός ο οικογενειακός γιατρός. Από την άλλη πιστεύω ότι αν υπάρξει δεύτερο κύμα σαφώς θα είμαστε πιο έτοιμοι καθώς υπάρχει πλέον πλούσια εμπειρία. Αφού τελειώσει αυτή η ιστορία θα πρέπει να γίνει σύσκεψη των ιατρών της ΜΕΘ, των λοιμωξιολόγων, και των ιατρών των ΤΕΠ ώστε να υπάρξει ακόμη καλύτερη διαχείριση. Ευτυχώς στα ΤΕΠ δεν είχαμε γιατρούς που νόσησαν. Αν συμβεί αυτό στο επόμενο κύμα καταλαβαίνετε ότι το ΤΕΠ θα είναι ακάλυπτο. Από την άλλη πρέπει οι μονάδες λοιμώξεων να εξοπλιστούν ακόμη περισσότερο και να ανοίξουν κι άλλα κρεβάτια», υποστηρίζει η κα Παπαδάμου.

Αν υπάρξει δεύτερο κύμα είναι δεδομένο ότι αυτό θα συμπέσει με την έξαρση της γρίπης στη χώρα μας. «Είναι αλήθεια ότι το νέο κύμα εφόσον υπάρξει θα συμπέσει με την κύμα της γρίπης και θα πρέπει να γίνει διαχείριση των περιστατικών. Είναι χρήσιμο οι θάλαμοι αρνητικής πίεσης να έχουν και κάμερες για να μπορούμε να παρακολουθούμε τον ασθενή» επισημαίνει.

Τέλος, όπως μας είπε σε αυτή την δύσκολη κατάσταση της έκανε θετική εντύπωση το ενδιαφέρον των Λαρισαίων για τους δικούς τους ανθρώπους που ήθελαν να προστατεύσουν από τον ιό. Στις περισσότερες των περιπτώσεων ήταν ηλικιωμένοι που δεν έπρεπε να εκτεθούν.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι ομάδες γιατρών και νοσηλευτών των δύο νοσοκομείων της πόλης, συμμετείχαν με συνεργεία στην λήψη δειγμάτων σε επιχειρήσεις του ΕΟΔΥ στη Ν. Σμύρνη, προσφέροντας και εκεί σημαντικό έργο, κάτω από πραγματικά δύσκολες συνθήκες. Ήταν πάντα πραγματικά στην πρώτη γραμμή αντιμέτωποι με τον κορονοϊό.