Αλέξης Μπένος: «Άλλη στρατηγική πέρα από την καραντίνα απαιτεί ενδυναμωμένες υπηρεσίες δημόσιας υγείας»

Το antapocrisis συνομίλησε για την πανδημία του κορωνοϊού και την αντιμετώπισή της στην Ελλάδα, με τον Αλέξη Μπένο, καθηγητή Υγιεινής, Κοινωνικής Ιατρικής και Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στο ΑΠΘ και διευθυντή του Κέντρου Εκπαίδευσης και Έρευνας στη Δημόσια Υγεία, την Πολιτική Υγείας και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας [ΚΕΠΥ]

Ποια είναι η γνώση που έχει ως τώρα η επιστημονική κοινότητα για τον ιό; Τελικά είναι κάτι σαν μια γρίπη;

Αν και η ομάδα των κορωναϊών είναι ήδη γνωστή από προηγούμενες – σχετικά πρόσφατες – επιδημίες η τρέχουσα πανδημία προκλήθηκε από έναν ιό που δεν γνωρίζαμε και παρακολουθούμε βήμα – βήμα τη συμπεριφορά του. Φαίνεται ότι μοιάζει αρκετά με τη γρίπη αλλά – μέχρι σήμερα – μας δείχνει ότι έχει πολύ γρηγορότερη διασπορά και προκαλεί συχνότερα βαρύτερη και ποικιλόμορφη νόσο. Δεν ξέρουμε – παρότι ελπίζουμε – αν θα δείξει ότι έχει αντίστοιχη με τη γρίπη εποχικότητα, ή αν θα μας απασχολεί με την ίδια ένταση και τους καλοκαιρινούς μήνες. Η θνησιμότητα που προκάλεσε μέχρι σήμερα – 350.000 θάνατοι – είναι ήδη συγκρίσιμη με τη γρίπη. Επειδή συχνά λέγεται ότι “δεν είναι και τίποτε, σαν τη γρίπη είναι”, ακόμη και αν αποδειχθεί ότι όντως έχει παρόμοια συμπεριφορά με τη γρίπη δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι επιπτώσεις του έρχονται να προστεθούν σε αυτές της γρίπης.

Πώς εκτιμάτε το γεγονός ότι η Σουηδία έλαβε πιο ήπια μέτρα περιορισμού; Αυτό το μοντέλο θα μπορούσε να ακολουθηθεί και σε άλλες χώρες;

Η Σουηδία ακολούθησε σε μεγάλο βαθμό την προσέγγιση της συλλογικής ανοσίας (“ανοσία αγέλης”) και στηρίχθηκε στο γεγονός ότι οι υπηρεσίες υγείας της βρίσκονται σε σαφώς καλύτερη ετοιμότητα σε σύγκριση με την πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών. Παρόλα αυτά το γεγονός ότι σήμερα (24 Μαΐου 2020) στη Σουηδία έχουν καταγραφεί 4.125 θάνατοι και ο δείκτης θνησιμότητας είναι λίγο μικρότερος από αυτόν της Γαλλίας και ανάμεσα στους έξι υψηλότερους στον κόσμο αποδεικνύει τις θεμελιώδεις αδυναμίες αυτής της προσέγγισης. Ακόμη δεν γνωρίζουμε επαρκώς τον ιό, ούτε και το αν και τι βαθμού ανοσία προκαλεί, οπότε η προσέγγιση αυτή δεν μπορεί να τεκμηριωθεί.

Πότε θα επιστρέψουμε στην προηγούμενη μας ζωή; Όταν βρεθεί φάρμακο; Εμβόλιο; Άρα θα ζούμε για μήνες ή και χρόνο με το φόβο της επανόδου της καραντίνας; Υπάρχει άλλη στρατηγική;

Ο κορωναΐός ήρθε και θα παραμείνει μαζί μας. Η έρευνα για φάρμακο και εμβόλιο δεν θα έχει γρήγορα αποτελέσματα αλλά και η διάθεσή τους θα είναι προβληματική εφόσον καθορίζεται ακόμη από τον ιδιωτικό τομέα. Οι πιθανότητες για εμφάνιση νέου κύματος της επιδημίας σε λίγες εβδομάδες ή/και το φθινόπωρο είναι όντως υπαρκτές. Η καραντίνα είναι το τελευταίο οχυρό στην προσπάθεια ελέγχου της επιδημίας και χρησιμοποιήθηκε, ειδικά στη χώρα μας, επειδή δεν υπάρχουν ούτε υπηρεσίες δημόσιας υγείας ικανές και επαρκώς στελεχωμένες για την επιδημιολογική επιτήρηση, ούτε υπηρεσίες υγείας με δυνατότητες αντιμετώπισης – μετά από συνεχή δεκαετή πολιτική λιτότητας και αποδιάρθρωσής τους – των ιδιαίτερα διογκωμένων αναγκών για υψηλά εξειδικευμένη φροντίδα υγείας.

Η άλλη στρατηγική είναι, βασιζόμενοι σε έγκυρη και έγκαιρη εκτίμηση της διασποράς του ιού στον πληθυσμό (γεωγραφική, κοινωνικοεπαγγελματική, κλπ) να σχεδιάζουμε και εφαρμόζουμε μέτρα με στόχο τον κατά περίπτωση έλεγχο της. Π.χ. αν ξέραμε ότι σε μια περιοχή ή πόλη της χώρας έχουμε μεγαλύτερη διασπορά θα μπορούσαν να εφαρμοστούν περιοριστικά μέτρα μόνο σε αυτήν και να υλοποιηθεί επιθετική και μαζική ιχνηλάτηση κρουσμάτων με αντίστοιχη καραντίνα και παρακολούθησή τους. Για να μπορέσει να υλοποιηθεί όμως αυτή η στρατηγική απαιτούνται ενδυναμωμένες υπηρεσίες δημόσιας υγείας ικανές να μπορούν να εκτιμήσουν την κατάσταση και αντίστοιχα ενδυναμωμένες υπηρεσίες Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας ικανές να ανιχνεύουν και να περιθάλπτουν τα θετικά κρούσματα στην κοινότητα.

Ποια η γνώμη σου για τη διαχείριση του ανοίγματος που κάνει η κυβέρνηση; Στα σχολεία και στα καταστήματα για παράδειγμα. Για τον τουρισμό ποια πρέπει να είναι η κατεύθυνση;

Το πότε το που και το πως θα ανοίξουν οι κοινωνικοοικονομικές δραστηριότητες δεν μπορεί να απαντηθεί αν δεν έχουμε τα δεδομένα που είπαμε παραπάνω για την εκτίμηση της επιδημίας. Το άνοιγμα γίνεται χωρίς αυτά τα δεδομένα και κυρίως χωρίς ακόμη την ύπαρξη μηχανισμών που θα μας βοηθούσαν να εκτιμήσουμε, να ανιχνεύσουμε και να ελέγξουμε έγκαιρα ένα πιθανό νέο κύμα. Το ίδιο ισχύει και με τον τουρισμό και με το πρόβλημα πιθανής εισροής πληθυσμών σε περιοχές με υποβαθμισμένες υπηρεσίες υγείας. Η αδυναμία μάλιστα – μέχρι σήμερα – έγκυρης διάγνωσης ανοσίας (δεν υπάρχουν έγκυρες δοκιμασίες) δεν επιτρέπει τον έλεγχο της πιθανής διασποράς του ιού από τις μετακινήσεις πληθυσμών.

Ποια είναι τα τρία πιο άμεσα μέτρα που πρέπει να πάρει η κυβέρνηση για να υπάρχει ένα πιο προετοιμασμένο ΕΣΥ από το φθινόπωρο;

Όπως είπαμε απαιτείται η ενίσχυση και αναμόρφωση των υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός ικανός να ανιχνεύει, να γνωρίζει τη διασπορά, να προβλέπει την εξέλιξη της και να προωθεί τον έλεγχό της μέσω επιθετικής ιχνηλάτησης νέων κρουσμάτων. Απαιτείται δηλαδή ανασχεδιασμός, διορισμός μόνιμου και εξειδικευμένου προσωπικού και η ανάπτυξη δομών στην περιφέρεια. Η αναμενόμενη έλευση νέων κυμάτων της επιδημίας το φθινόπωρο και χειμώνα απαιτεί την στήριξη και αναδιοργάνωση των νοσοκομειακών υπηρεσιών του ΕΣΥ και ενδυνάμωση με διορισμό μόνιμου προσωπικού, προμήθεια τεχνολογικής υποστήριξης και μέσων ατομικής προστασίας σε όλο το σύστημα, με προτεραιότητα βέβαια τις ΜΕΘ. Τέλος απαιτείται η ενδυνάμωση με μόνιμο προσωπικό και αντίστοιχες υποδομές της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας ώστε να υπάρξει η δυνατότητα άμεσης διάγνωσης και φροντίδας των ήπιων περιστατικών και υποστήριξη της παράλληλης νοσηρότητας που αμελήθηκε την περίοδο αυτή.


Ο Αλέξης Μπένος είναι καθηγητής Υγιεινής, Κοινωνικής Ιατρικής και Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στο ΑΠΘ. Είναι διευθυντής του Κέντρου Εκπαίδευσης και Έρευνας στη Δημόσια Υγεία, την Πολιτική Υγείας και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΚΕΠΥ). Υπήρξε επιστημονικά υπεύθυνος από το 2004 ως το 2013, του Δικτύου Επιδημιολογικής Επιτήρησης Λοιμωδών Νοσημάτων στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας.