Τι συζητά η Επιτροπή Επιστημόνων για εργαστηριακό έλεγχο, εμβόλια και μελέτες για τον κοροναϊό

Το μέλος της Επιτροπής Επιστημόνων για τον κοροναϊό, ο αναπληρωτής εκπρόσωπος του υπουργείου Υγείας, υποπτέραρχος Πολεμικής Αεροπορίας, παθολόγος – λοιμωξιολόγος Δημήτρης Χατζηγεωργίου αναφέρθηκε το απόγευμα της κυριακάτικης ενημέρωσης στην επέκταση των ενδείξεων και κριτηρίων για εργαστηριακό έλεγχο που συζητούνται πολύ διεξοδικά εντός της Επιτροπής. Όπως είπε, ίσως γνωρίζετε, ήδη υπάρχουν δύο μεγάλες κατηγορίες εργαστηριακών δοκιμασιών (τεστ) που γίνονται σε σχέση με τον ιό που προκαλεί τη νόσο COVID-19.

Η μία κατηγορία αφορά τις μοριακές εξετάσεις ανίχνευσης του ίδιου του ιού, που πραγματοποιούνται είτε για να γίνει διάγνωση της νόσου σε κάποιον ασθενή που παρουσιάζει ύποπτα συμπτώματα, είτε σε ασυμπτωματικά άτομα για το λόγο της έγκαιρης διάγνωσης, ώστε να προστατευθεί ένας κλειστός ή ευάλωτος πληθυσμός, παραδείγματος χάριν νοσοκομείο, γηροκομείο, στρατιωτική μονάδα και λοιπά, είτε στα πλαίσια ιχνηλάτησης. Η εξέταση αυτή είναι απόλυτα αξιόπιστη και ταυτόχρονα ακίνδυνη και ανώδυνη και πραγματοποιείται με τη λήψη δείγματος από το ρινοφάρυγγα, χρησιμοποιώντας μια ειδική μπατονέτα.

Η άλλη κατηγορία αφορά τις εξετάσεις αντισωμάτων και γίνεται με λήψη αίματος, είτε από το δάχτυλο είτε από τη φλέβα με σύριγγα. Αυτή η δεύτερη κατηγορία εξετάσεων απαιτεί ακόμα έλεγχο της αξιοπιστίας της, επειδή αν και κυκλοφορούν πολλά τέτοια τεστ στο εμπόριο δεν έχουν ακόμα αποδείξει την ακρίβεια, τη συνέπεια και την επαναληψιμότητα των αποτελεσμάτων και επομένως δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διάγνωση σε συγκεκριμένους ασθενείς, αλλά μόνο στα πλαίσια οροεπιδημιολογικής μελέτης σε έναν πληθυσμό.

Τέτοιες μελέτες επιδημιολογίας έχουν αρχίσει και πραγματοποιούνται στην Ελλάδα, όπως σας έχει μιλήσει και ο καθηγητής κύριος Τσιόδρας και αυτές έχουν σκοπό να αποδείξουν σε τι ποσοστό υπάρχει ανοσία στο πληθυσμό μιας περιοχής, σε έναν κλειστό πληθυσμό ή στη χώρα ολόκληρη, καθώς επίσης και πότε χρονικά εμφανίζεται η ανοσία και για πόσο διαρκεί.

Να αναφέρουμε τώρα και μερικά ενδιαφέροντα θέματα από την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας σχετικά με το μηχανισμό δημιουργίας των βλαβών στον πνεύμονα, αλλά και τις προσπάθειες που γίνονται για ανακάλυψη φαρμάκων για θεραπεία της νόσου COVID-19.

Οι περισσότεροι ασθενείς που καταλήγουν από το νέο κορονοϊό παρουσιάζουν ένα είδος πνευμονίας με βαριά αναπνευστική ανεπάρκεια, που σημαίνει ότι οι κυψελίδες του πνεύμονα δεν μπορεί να λειτουργήσουν και να απορροφήσουν το οξυγόνο από τον αέρα της ατμόσφαιρας και να το αποδώσουν στο αίμα και τους ιστούς. Δημοσιεύτηκαν λοιπόν στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού New England General of Medicine, τα αποτελέσματα μιας μελέτης η οποία ήταν διεθνής και έγινε από επιστήμονες των Πανεπιστημίων Γερμανίας, Βελγίου, Ελβετίας και Αμερικής. Οι επιστήμονες προσπάθησαν να διαλευκάνουν το μηχανισμό με τον οποίο ο ιός προσβάλει τον πνεύμονα, μέσω της εξέτασης ιστολογικών παρασκευασμάτων από ασθενείς που κατέληξαν από τη νόσο και διαπίστωσαν ότι οι βλάβες που παρατηρούνται είναι παρόμοιες με τις βλάβες άλλων ιογενών πνευμονιών, με τρεις όμως τουλάχιστον χαρακτηριστικές διαφορές.

Η πρώτη αφορά την καταστροφή του ενδοθηλίου, δηλαδή η εσωτερική επικάλυψη, των μικρών αγγείων, η δεύτερη την παρουσία μικροθρομβώσεων μέσα στα αγγεία και η τρίτη τη δημιουργία μιας μορφής νεοαγγείωσης, που σημαίνει την ανάπτυξη ενός δικτύου καινούριων αλλά ατελών αγγείων γύρω από την κυψελίδα. Στην ίδια μελέτη φάνηκε επίσης ο κεντρικός ρόλος των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ACE2 στην παθογένεια του συγκεκριμένου ιού σε σύγκριση με άλλους αναπνευστικούς ιούς.

Σε μια άλλη μελέτη, πάλι από τη Γερμανία, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό JAMA, αναλύθηκαν μετά θάνατον τα ιστολογικά ευρήματα των περιπτώσεων ασθενών που απεβίωσαν στη διάρκεια λοίμωξης από COVID-19. Τα αποτελέσματα ήταν ότι σε όλους σχεδόν τους ασθενείς υπήρχαν μικροσκοπικά ευρήματα στους πνεύμονες, παρόμοια με αυτά που έχουν περιγραφεί σε ασθενείς με άλλους beta-κορονοϊούς όπως είναι αυτοί που προκαλούν το SARS και το MERS.

Τα αποτελέσματα των νέων αυτών μελετών, και ιδιαίτερα της πρώτης, πιθανότατα θα συμβάλλουν σε νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις στην προσπάθεια αντιμετώπισης του ιού.

Η μέχρι τώρα προσπάθεια στο να πετύχουμε τη θεραπεία του ιού, ήταν να χρησιμοποιούνται φάρμακα που ήδη έχουν χρησιμοποιηθεί σε άλλες ιατρικές καταστάσεις και έχουν πιθανώς δραστικότητα έναντι άλλων ιών ή και παρασίτων, ελπίζοντας ότι θα έχουν αποτέλεσμα και έναντι του νέου ιού. Η τακτική αυτή δεν έχει αποδώσει παρά φτωχά, μέχρι στιγμής, αποτελέσματα.

Μία άλλη πιο ορθολογική προσέγγιση θεραπείας είναι να στοχεύσουμε σε κάποια από τις 25 ειδικές πρωτεΐνες του νέου SARS-CoV-2 και αδρανοποιώντας αυτή την πρωτεΐνη, να διακόψουμε τον κύκλο ζωής του ιού. Ήδη κάποια ερευνητικά εργαστήρια στον κόσμο ακολουθούν αυτό το δρόμο ο οποίος, όμως, είναι πιο δύσκολος και χρονοβόρος. Ένας από τους τρόπους να ανακαλύψουμε φάρμακα που αδρανοποιούν τις πρωτεΐνες του ιού, είναι να δοκιμάζονται, μέσω πανίσχυρων υπολογιστών, τρισδιάστατα μοντέλα πιθανών φαρμακευτικών μορίων, τα οποία συγγενεύουν στη δομή τους με τις πρωτεΐνες στόχος. Στη συνέχεια, οι ενώσεις που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη συγγένεια δοκιμάζονται στο κατά πόσο μπορούν να αναστείλουν τον πολλαπλασιασμό του ιού σε πειραματικά μοντέλα, δηλαδή σε κυτταροκαλλιέργειες ή σε πειραματόζωα.

Η ανακάλυψη φαρμάκων μέσω της μελέτης αλληλεπιδράσεων της τρισδιάστατης δομής των πρωτεϊνών δεν είναι κάτι καινούριο, αφού έχει χρησιμοποιηθεί από την δεκαετία του ’90, για την εύρεση κάποιων φαρμάκων για τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας που προκαλεί το AIDS.

Οι σημερινοί υπολογιστές, όπως ο υπερυπολογιστής «Summit» στο Oak Ridge του National Laboratory, που είναι ένα εκατομμύριο φορές ισχυρότερος και ταχύτερος από τους υπολογιστές της εποχής εκείνης, μπορούν να κάνουν πολλές επεξεργασίες ταυτόχρονα, επιτρέποντας την παράλληλη εκτέλεση προσομοιώσεων μοριακής αλληλεπίδρασης πολλών αντιγράφων των μορίων στόχος, αφού στη φύση η τρισδιάστατη δομή των πρωτεϊνών δεν είναι απόλυτα σταθερή.

Ωστόσο σε ένα υπερ-ρεαλιστικό επιταχυνόμενο κόσμο της έρευνας για τον ιό SARS-CoV-2 που προκαλεί τη νόσο COVID, οι εξελίξεις γίνονται γρήγορα ξεπερασμένες. Λόγω συνεχών μεταλλάξεων σε συγκεκριμένα σημεία του γονιδιώματος, οι πρωτεΐνες των διαφόρων στελεχών του ιού παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλομορφία και οι διαδικασίες πρέπει να επαναλαμβάνονται πολλές φορές. Έτσι, πρόσφατα επιστρατεύτηκε η τεχνητή νοημοσύνη μέσω των υπερυπολογιστών ή με τη χρήση τεράστιων πόρων υπολογιστικού νέφους, να βοηθήσει στην πρόβλεψη της αλληλεπίδρασης της κάθε υποψήφιας θεραπευτικής ουσίας με την πρωτεΐνη στόχο του ιού.

Κανένα από αυτά τα σύγχρονα μέσα της φαρμακευτικής επιστήμης δεν εγγυάται την επιτυχία για την ανεύρεση ενός αποτελεσματικού φαρμάκου, εντός ενός δεδομένου χρονικού πλαισίου δύο, τριών ή έξι μηνών. Όμως θεωρούμε ότι ένας συνδυασμός ορθολογισμού, επιστημονικής γνώσης και εφευρετικότητας, μαζί με τα πιο ισχυρά διαθέσιμα εργαλεία και, κυρίως, με τη συνεργασία επιστημόνων από διάφορα πεδία, θα μας δώσουν το καλύτερο αποτέλεσμα.