«Δεν θέλω να είμαι ήρωας. Απλά να σεβαστούν τη ζωή μου»

Εργαζόμενοι στα σουπερμάρκετ μιλούν για το τι βιώνουν καθημερινά στο εργασιακό περιβάλλον τους εν μέσω πανδημίας: «Δεν φοβάμαι, δεν προλαβαίνω να φοβηθώ έτσι όπως δουλεύουμε». Τι συμβαίνει με τα καταστήματα που ξαφνικά μετουσιώθηκαν σε... must προορισμό για τη μίνι απόδραση από τη ρουτίνα της καραντίνας

Για το καταναλωτικό κοινό η «μετακίνηση Β2», όπως γράφουμε στο SMS ή στο χαρτάκι εξόδου, συνεπάγεται έναν σταθμισμένο κίνδυνο, που τον ελαχιστοποιούμε τηρώντας τα απαραίτητα μέτρα – μάσκες, γάντια, αποστάσεις, πλύσιμο των χεριών με αντισηπτικό.

Ομως για τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες στα σουπερμάρκετ, τα δικά μας 15 λεπτά εξόδου είναι τα δικά τους 6ωρα, 8ωρα ή τα υπερωριακά 10ωρα και 12ωρα, που όσα μέτρα προστασίας κι αν πάρουν, όσο και να προσέχουν, δεν παύουν να ρισκάρουν, εξυπηρετώντας καθημερινά εκατοντάδες ανθρώπους, πιθανούς φορείς του ιού.

«Οχι άλλα συγχαρητήρια, παιδιά, όχι άλλα μπράβο, όχι άλλα πατ πατ στον ώμο». Ο Γιάννης είναι 36 χρόνων. Εδώ και έξι μήνες κόβει τυριά σε μεγάλο σουπερμάρκετ των βορείων προαστίων – πριν είχε πετσοκόψει τα όνειρά του, μέχρι που τα εγκατέλειψε εντελώς. Είχε σπουδάσει μάγειρας, αναγκάστηκε να αλλάξει πολλές δουλειές, ωστόσο, μέσα σε αυτή τη δύσκολη δεκαετία. Κατέληξε στο σουπερμάρκετ από ανάγκη, τουλάχιστον εδώ ο μισθός είναι μεν ο βασικός, αλλά είναι σίγουρος και σταθερός. Κι εκεί που ο ίδιος ένιωθε ο τελευταίος τροχός της αμάξης, να που τώρα ξαφνικά κάποιοι τον αντιμετωπίζουν σαν ήρωα – από τις πολυεθνικές που γυρίζουν σποτάκια για να… επιβραβεύσουν τον κάθε Γιάννη μέχρι την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον πρωθυπουργό, τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όλοι ξαφνικά θυμήθηκαν τον (κάθε) Γιάννη κι ευχαριστούν «τους ανθρώπους της πρώτης γραμμής», «τους ήρωες της καθημερινότητας», εκείνους που πάνε στις δουλειές τους για να μείνουμε εμείς σπίτι.

Αφιερώνουν και σε αυτούς ένα χειροκρότημα, μαζί με τους υγειονομικούς, τους φαρμακοποιούς και τα σώματα ασφαλείας, που, σύμφωνα με το επίσημο αφήγημα, συγκαταλέγονται επίσης στους «ακούραστους πολεμιστές» που μας προστατεύουν από τον αόρατο εχθρό.

«Κατά τα λοιπά, τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα, φτώχεια και των γονέων. Πληρωνόμαστε βεβαίως τις υπερωρίες, αλλά τι να σου κάνει ο βασικός μισθός που παίρνω εγώ…», λέει ο Γιάννης. «Ολα αυτά τα “εύγε” μού ακούγονται τόσο μα τόσο υποκριτικά… Δεν είμαστε ήρωες, ούτε μικροί ούτε μεγάλοι – ήρωες είναι οι γιατροί και οι νοσοκόμοι. Οπως, στις πυρκαγιές, ήρωες είναι οι πυροσβέστες. Κάθε φορά που ξεσπάει μια συμφορά, όλοι οι μεγαλόσχημοι θυμούνται τους πυροσβέστες. Και δώσ’ του εύγε και δώσ’ του συχαρίκια. Επί της ουσίας κάνουν κάτι γι’ αυτούς; Οχι. Τώρα οι “ήρωες” υποτίθεται ότι είμαστε όλοι εμείς που δεν καθόμαστε σπίτι, αλλά συνεχίζουμε να δουλεύουμε, ώστε να μένετε ασφαλείς εντός εσείς οι υπόλοιποι. Δεν χρειαζόμαστε “εύγε”, καλύτερες συνθήκες ζωής θέλουμε».

Από τη Γαλλία μέχρι την Αμερική, οι εργαζόμενοι στέλνουν παντού το ίδιο μήνυμα. «Κάποιοι λένε ότι είμαστε ήρωες. Δεν το νομίζω, κάνουμε τις δουλειές μας. Δεν θέλω να είμαι ήρωας. Απλά να σεβαστούν τη ζωή μου», απάντησε Ιταλίδα εργαζόμενη, αντιδρώντας στην εγκωμιαστική φιλολογία των ημερών. Τα λόγια της υιοθέτησαν οι Ελληνες συνάδελφοί της που συμμετείχαν στην Πανελλαδική Ημέρα Δράσης Εργαζομένων στα Σουπερμάρκετ, επιμένοντας «Δεν είμαστε αναλώσιμοι».

Από όλους τους εργαζόμενους στα σούπερ μάρκετ που συναντήσαμε, ούτε ένας δεν αποδέχθηκε για τον εαυτό του τον τίτλο του «ήρωα». Αλλοι γελάνε, άλλοι χαμογελάνε ειρωνικά, άλλοι πάλι χαμηλώνουν με σεμνότητα το βλέμμα. «Ανθρωποι μέσα στους ανθρώπους είμαστε κι εμείς», λέει η κυρία Ξένια, χαμογελώντας μέσα από τη μαύρη μάσκα της.

«Παρατηρώ τον κόσμο, έχει αλλάξει συμπεριφορά ή, σωστότερα, έχει φτάσει στα όριά της η συμπεριφορά που πάντα είχε: όσοι ήταν ευγενικοί έχουν γίνει ευγενέστατοι, όσοι ήταν αγενείς έχουν γίνει αγενέστατοι. Βλέπουμε ακραία πράγματα, άλλοι να μη χαμπαριάζουν τίποτα από όλη αυτή τη συμφορά και να κάνουν φασαρία γιατί τηρούμε τα μέτρα κι έτσι αναγκάζονται να στέκονται στην ουρά για κάποια ώρα κι άλλοι να είναι τόσο ακραία φοβισμένοι, που να μπαίνουν μέσα με γάντια, μάσκα, γυαλιά ηλίου και σκούφο. Ο ιός είναι καθρέφτης και μάλιστα μεγεθυντικός. Οσο για μένα, δεν φοβάμαι, δεν προλαβαίνω να φοβηθώ έτσι όπως δουλεύουμε».

Οι εργαζόμενοι στα σουπερμάρκετ –μικρά και μεγάλα– έχουν ξεπεράσει προ πολλού τα όριά τους. Μετά την πίεση των πολιτών στα κοινωνικά δίκτυα και αφού το πρώτο κύμα πανικού και μαζικής εφόρμησης για προμήθειες πέρασε, τουλάχιστον είδαν να σώζονται οι Κυριακές τους, αφού το μέτρο να παραμένουν τα καταστήματα ανοιχτά αποσύρθηκε. Ταυτόχρονα, οι αλυσίδες προχωρούν σε προσλήψεις με τρίμηνες συμβάσεις, ενώ σε πολλά καταστήματα υπάρχουν αγγελίες για αναζήτηση προσωπικού. «Καλημέρα, ενδιαφέρεσαι να εργασθείς για γέμισμα ραφιού σε κατάστημα σουπερμάρκετ από αύριο;»

«Είμαστε τρομοκρατημένες»

H Στέλλα, με την έναρξη της καραντίνας, δέχτηκε αυτό το μήνυμα στο τηλέφωνό της από την προωθητική εταιρεία στην οποία εργαζόταν. Είναι μία από τις πολλές κοπέλες που προσπάθησαν να καλύψουν τα κενά καταστημάτων σουπερμάρκετ, τα οποία δεν μπορούσαν να καλύψουν με το υπάρχον προσωπικό τον φόρτο εργασίας την πρώτη περίοδο του πανικού. Με 30 ευρώ μεροκάματο δουλεύει καθημερινά περίπου εδώ και ένα μήνα, μαζί με την αδελφή της, στον Πειραιά. Το πόστο της είναι σε διάδρομο τροφίμων, έναν διάδρομο που βγάζει καθημερινά 10.000 ευρώ τζίρο. «Είμαστε τρομοκρατημένες. Φοράμε διπλά γάντια, τα χέρια μας έχουν σκάσει και τα νύχια μας σπάνε σαν φλούδες. Είναι στιγμές που νιώθω ότι θα πάθω κρίση πανικού. Μέσα σε αυτές τις 8 ώρες δεν αγγίζουμε το δέρμα μας. Παπούτσια και ρούχα δεν μπαίνουν καν στο σπίτι, αλλάζουμε πριν μπούμε και απολυμαίνουμε τα πάντα», λέει η Στέλλα.

Στη Ναύπακτο δεν υπάρχει κανένα κρούσμα. Ετσι, και σε σουπερμάρκετ της περιοχής, η καθημερινότητα κυλά ήρεμα και οι εργαζόμενοι, αν και με μεγαλύτερο φόρτο εργασίας, έχουν αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις. «Στην πλειοψηφία, ο κόσμος είναι συνειδητοποιημένος αλλά και αρκετά χαλαρός. Οι περισσότεροι από εμάς σκεφτόμαστε τους Αθηναίους που είναι στην πρώτη γραμμή του προβλήματος», λέει ο Ακης, διευθυντής καταστήματος γνωστής αλυσίδας σουπερμάρκετ στην περιοχή. «Τις πρώτες μέρες με τα τρόφιμα έγινε χαμός, εξαφανίστηκαν αμέσως. Κάναμε τον τζίρο της εβδομάδας τον Χριστουγέννων μέσα σε μία μέρα. Και παρόλο που φέτος δεν έρχονται εκδρομείς από την Αθήνα για το Πάσχα, οι ντόπιοι ψωνίζουν συνέχεια. Τα σουπερμάρκετ είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι αυτής της κρίσης», παραδέχεται.

Η διεθνής των εργαζομένων στις υπεραγορές

«Κορονοϊός: Τα χαμηλά μεροκάματα του τρόμου. Ταμίες, εργάτες καθαριότητας, ντελίβερι. Οι λιγότερο ευνοημένοι, οι πρώτοι στη γραμμή όταν τα στελέχη αποσύρονται». Με αυτό το πρωτοσέλιδο χαιρέτιζε η γαλλική εφημερίδα «Libération» στα τέλη Μαρτίου τα υποτιμημένα επαγγέλματα που ρισκάρουν τη ζωή τους εν μέσω κορονοϊού, σε μεγάλο εξασέλιδο αφιέρωμα. «Είμαστε σίγουροι ότι η ιεραρχία τού κύρους και των εισοδημάτων στην κοινωνία μας αντιστοιχούν στην κοινωνική χρησιμότητα των επαγγελμάτων που τα απολαμβάνουν;» αναρωτιόταν το κεντρικό άρθρο της εφημερίδας.

Στη Γαλλία και στο Βέλγιο, οι εργαζόμενοι σε μεγάλες αλυσίδες σουπερμάρκετ κατέβηκαν κατά τόπους σε απεργίες και στάσεις εργασίας, απαιτώντας να ληφθούν σοβαρά μέτρα ασφαλείας για τον κορονοϊό. Η αλυσίδα Carrefour στη Γαλλία, μετά τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων, ανακοίνωσε μόλις στις αρχές Απριλίου ότι θα παρέχει σε όλους τους ιατρικές μάσκες, έχοντας προμηθευτεί στοκ δύο εκατομμυρίων. Αντίστοιχα μέτρα απαίτησαν εργαζόμενοι στη βελγική εταιρεία Delhaize, προχωρώντας σε κλείσιμο υποκαταστημάτων. Για να συμμορφωθούν οι εταιρείες έπρεπε να προηγηθούν όχι μόνο κρούσματα αλλά και θάνατοι εργαζομένων από κορονοϊό.

«Αξίζει η παράδοση των ειδών μαναβικής σας όσο μια ανθρώπινη ζωή;» Αυτό το ερώτημα έθεσε πρόσφατα στους αναγνώστες της η εφημερίδα «New York Times», καταγράφοντας σε όλη την Αμερική κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας εργαζομένων του λεγόμενου «μπλε κολάρου», όπως αποκαλούνται οι χαμηλόμισθοι κυρίως χειρώνακτες μισθωτοί, μεταξύ άλλων σε μεγάλες αλυσίδες μεταφοράς και παράδοσης τροφίμων και σε υπερ-αποθήκες ηλεκτρονικού εμπορίου όπως η Amazon. «Eργαζόμενοι που φοβούνται για τη ζωή τους περισσότερο από όσο φοβούνται τα αφεντικά τους», όπως σημειώνει η εφημερίδα, ξεπερνάνε τον φόβο της απόλυσης και προχωρούν σε αποχή από την εργασία, δηλώνουν ομαδικά ασθένεια ή κατεβαίνουν σε «άγρια απεργία» (χωρίς να καλύπτονται συνδικαλιστικά), απαιτώντας την άμεση λήψη μέτρων προστασίας από τον κορονοϊό.

«Πολλές μεγάλες εταιρείες δεν παρέχουν καν στους εργαζόμενους γάντια ή αντισηπτικό, κάποιες τούς απαγορεύουν να φοράνε μάσκες με τη δικαιολογία ότι τρομάζουν τους πελάτες». Οι μαρτυρίες των εργαζομένων των ΗΠΑ δεν διαφέρουν πολύ από όσα συμβαίνουν δίπλα μας: «Στον Πύργο, στην πρώτη περιοχή που μπήκε σε καραντίνα, οι εργαζόμενοι των σουπερμάρκετ ήρθαν αντιμέτωποι με τη φράση “όχι μάσκα, γιατί τρομάζετε τους πελάτες”», διαβάζουμε σε ανταπόκριση σωματείου εργαζομένων στα εμπορικά καταστήματα του Νομού Ηλείας, που συμμετείχε στην Πανελλαδική Ημέρα Δράσης στις 15 Απριλίου.

«Πάμε μια βόλτα στο σουπερμάρκετ»

«Είπε “Θέλω να ζήσω όπως οι συνηθισμένοι άνθρωποι, να κάνω ό,τι κάνουν” […] Την πήγα λοιπόν στο σουπερμάρκετ, από κάπου έπρεπε να αρχίσω. “Προσποιήσου ότι δεν έχεις καθόλου χρήματα” της λέω. “Ω, είσαι τόσο αστείος” γέλασε. “Α, ναι; Δεν βλέπω κανέναν άλλο να γελάει εδώ. Είσαι σίγουρη ότι θες να ζήσεις όπως οι συνηθισμένοι άνθρωποι;”»

Το τραγούδι Common People των Pulp, ένας ειρωνικός ύμνος προλεταριακού φλερτ σε μια σνομπ αστή που θέλει να κάνει «ταξικό τουρισμό» με τους «ανθρώπους του λαού», ξαναζεί μέρες δόξας εν μέσω πανδημίας κορονοϊού, όταν το σουπερμάρκετ, εκτός από ναός κατανάλωσης, γίνεται, τηρουμένων των αναλογιών, ο νέος ναός τής (εξ αποστάσεως) κοινωνικότητας.

Με τα περισσότερα εμπορικά καταστήματα κλειστά, τις εξόδους απαγορευμένες, πλην της ανάγκης του κατοικίδιου και του ξεμουδιάσματος των πιασμένων από την ακινησία μυών, το σουπερμάρκετ εκπληρώνει –εκτός από τις ανάγκες ανεφοδιασμού των νοικοκυριών– ακόμα και την ανάγκη μας «να βγούμε έξω, να αλλάξουμε παραστάσεις, να δούμε κανέναν άνθρωπο». Εστω κι αν το «έξω» πρακτικά σημαίνει να σταθούμε στην ουρά μπροστά στις γυάλινες εισόδους, ενάμισι μέτρο ο ένας πίσω από τον άλλον, και η αλλαγή παραστάσεων περιορίζεται στο να χαζέψουμε τα ράφια με τις μουστάρδες, τα σαμπουάν και τις χλωρίνες.

Η Ελπίδα, εργαζόμενη σε κατάστημα στο λιμάνι του Πειραιά, ερχόταν μέχρι και πρόσφατα σε επαφή όχι μόνο με κατοίκους αλλά και με τουρίστες. «Εξακολουθούν να μπαίνουν στο μαγαζί περισσότεροι από το επιτρεπτό και σίγουρα στους διαδρόμους δεν τηρείται η απόσταση. Εμείς, δε, αναγκαστικά βρισκόμαστε ανάμεσά τους» λέει. «Ολοι τρέμουμε, φοβόμαστε πως έχουμε νοσήσει ήδη. Είμαστε μια κινητή βόμβα για τα σπίτια μας».

Καθημερινά η Ελπίδα έρχεται αντιμέτωπη με ευτράπελα και εντάσεις. «Ο κόσμος έχει τα προβλήματά του και ξεσπά πάνω μας. Υπήρχαν στιγμές που έβγαζα οινοπνεύματα και απολυμαντικά από τις αποθήκες και δεν προλάβαινα να τα τοποθετήσω στα ράφια, μου τα έπαιρναν από τα χέρια. Οι ηλικιωμένοι, δε, λένε “έχουμε περάσει Κατοχή, χούντα, οικονομική κρίση, εδώ θα κολλήσω;”. Μας έχουν κάνει παρατήρηση επειδή έχουμε κλείσει την καφετέρια του τρίτου ορόφου και δεν μπορούν να κάτσουν. Ο κόσμος είναι εξαγριωμένος και έρχονται οι ίδιοι και οι ίδιοι και περνάνε ώρες μόνο για να χαζέψουν. Τα σούπερ μάρκετ είναι οι νέες εκκλησίες, οι άνθρωποι τα βλέπουν σαν μια διέξοδο. Και η πολιτική του μαγαζιού είναι “δεν θα πιέζουμε τον κόσμο να φύγει”».

Το σκηνικό φαίνεται πως διαφοροποιείται από γειτονιά σε γειτονιά και έχει να κάνει και με το μέγεθος του μαγαζιού. Οσο πιο μικρό, κι άρα πιο ανθρώπινο, τόσο βελτιώνεται για τους εργαζόμενους.

Ο Γιώργος είναι ιδιοκτήτης ενός μικρού σουπερμάρκετ σε έναν καταπράσινο δρόμο της Νέας Ερυθραίας. Πρόκειται για το μπακάλικο του παππού του, που τώρα έχει πάρει φραντσάιζ μια μικρή αλυσίδα. «Οι πελάτες μας είναι οι άνθρωποι της γειτονιάς, γνωριζόμαστε χρόνια τώρα. Οπότε οι σχέσεις μας με τους περισσότερους είναι φιλικές, έτσι κι αλλιώς. Δεν δημιουργήθηκε κανένα πρόβλημα και η δουλειά αυξήθηκε, αφού τα μεγάλα καταστήματα έχουν αναμονή για να κάνουν παραδόσεις, ενώ εμείς μπορεί να εξυπηρετήσουμε και αυθημερόν. Υπάρχει δε μεγαλύτερη ζεστασιά, πολλοί μας λένε κι ένα “μπράβο” ή ένα “ευχαριστώ”. Πριν, για κάποιους ήμασταν αόρατοι».

Ακριβώς το ίδιο κλίμα μάς περιγράφει από την άλλη άκρη της Αττικής ο Μιχάλης, εργαζόμενος σε μικρό σουπερμάρκετ στα Καμίνια. «Οι πελάτες είναι πιο υπομονετικοί, εφαρμόζουν τα μέτρα, τηρούν τις αποστάσεις. Φέρονται καλύτερα πλέον στους εργαζόμενους, αυτό είναι το θετικό του κορονοϊού. Οι μεγαλύτεροι ηλικιακά πελάτες ήταν οι πιο δύσκολοι, δεν υπάκουαν στα μέτρα, έβλεπες γιαγιάδες που έρχονταν εδώ 5 φορές τη μέρα χωρίς χαρτιά», λέει. «Ολοι θορυβηθήκαμε, κάποιοι αγχώθηκαν, βάλαμε προστατευτικά τζάμια στα ταμεία, προμηθευτήκαμε μάσκες και γάντια. Αλλά μετά το συνηθίσαμε, αρχίσαμε να καλαμπουρίζουμε, ήταν μια εμπειρία μέσα στην οικογένεια του σουπερμάρκετ, ένα μάθημα για μας».