Βουλή: Υποσχέσεις για ισχυρές επιχειρήσεις και χτύπημα «κάτω από τη μέση» στις ΣΣΕ από Μητσοτάκη

Στον προσεχή Ιούλιο παρέπεμψε ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, για τα «νέα» για ενδεχόμενη αύξηση του κατώτατου μισθού, ενώ υποστήριξε ότι η καλύτερη «κοινωνική πολιτική» είναι η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. «Δεν υπάρχει ισχυρή χώρα χωρίς ισχυρές επιχειρήσεις», είπε κάνοντας λόγο για «Συμφωνία Αλήθειας που υπογράψαμε με τον κόσμο των επιχειρήσεων προεκλογικά», ενώ ευχήθηκε μεταξύ άλλων «το κλίμα της αγάπης της σημερινής ημέρας να βρει αντανάκλαση στη σημερινή συνεδρίαση». Να σημειωθεί πως ο πρωθυπουργός απάντηση το πρωί, στη Βουλή, σε ερωτήσεις του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξη Τσίπρα, και του γενικού γραμματέα του ΚΚΕ, Δημήτρη Κουτσούμπα, για τα εργασιακά.

Όσον αφορά στη διαδικασία στη Βουλή, προφανώς σε συνεννόηση με τον υπουργό Εργασίας, Γιάννη Βρούτση, ο πρωθυπουργός στη δευτερολογία του προσπάθησε να καταφέρει ένα ύπουλο χτύπημα στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, για τις οποίες οι εργοδότες έχουν προσφύγει στον Άρειο Πάγο

Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο πρωθυπουργός σχετικά με την διαδικασία πιστοποίησης της εγκυρότητας μιας υπογεγραμμένης σύμβασης «υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη διαδικασία, όχι εξαιρετικά περίπλοκη. Πρέπει να τεθούν υπόψη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, οι επιπτώσεις από την αύξηση, από την επεκτασιμότητα των κλαδικών συμβάσεων, έτσι ώστε το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας να γνωμοδοτήσει και στη συνέχεια να αποφασίσει ο Υπουργός». Αιτιολόγησε, μάλιστα, αυτή την πρακτική λέγοντας πως συμβαίνει για «να μην έχουμε το προηγούμενο κλαδικές συμβάσεις οι οποίες επεκτάθηκαν με υπουργικές αποφάσεις, χωρίς καμία αξιολόγηση στοιχείων, βρίσκονται σήμερα στο Συμβούλιο της Επικρατείας και κινδυνεύουν να κριθούν άκυρες επειδή ακριβώς δεν τηρήθηκε αυτή η διαδικασία». Ουσιαστικά δηλαδή στήριξε ένα πάγιο αίτημα των εργοδοτικών οργανώσεων.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε νωρίτερα κάνει ειδική αναφορά στο νόμο λέγοντας πως «υπάρχει μία διαδικασία η οποία έχει καθοριστεί με νόμο. Είναι μία νομοθεσία η οποία πηγαίνει αρκετά χρόνια πίσω και ορίζει ότι για να επεκταθεί μία κλαδική σύμβαση και να καταλαμβάνει όλες τις επιχειρήσεις του κλάδου πρέπει καταρχάς να πιστοποιηθεί με κάποιον τρόπο ότι οι επιχειρήσεις που την έχουν υπογράψει αντιπροσωπεύουν το 50,1% των εργαζομένων». Πρόσθεσε πως «μία κλαδική σύμβαση για να μπορεί να επεκταθεί θα πρέπει να απηχεί τις απόψεις της πλειοψηφίας των επιχειρήσεων».

Η πρακτική που ακολούθησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης προφανώς είναι συμβατή και με τις απόψεις που εξέφρασε στην πρωτολογία του. Εκεί, που, μεταξύ άλλων, θέλησε να παρουσιάσει ως… φιλική προς την εργασία την στήριξη των εργοδοτών. Όπως είπε «εμείς μειώνουμε τους φόρους, απλοποιούμε το αδειοδοτικό περιβάλλον, διευκολύνουμε τις επιχειρήσεις στο μέτωπο της ρευστότητας και οι επιχειρήσεις με τη σειρά τους έχουν υποχρέωση να επενδύουν στην Πατρίδα μας, αλλά πρωτίστως να φροντίζουν τους εργαζόμενούς τους».

Στήριξε τις εξαιρέσεις από τις συλλογικές συμβάσεις λέγοντας ότι «καλώς προβλέπεται αυτή η εξαίρεση σε περιπτώσεις που με τη σύμφωνη γνώμη εργαζομένων και εργοδοσίας μία επιχείρηση, για να αποφύγει το φάσμα της χρεοκοπίας, που θα οδηγήσει νομοτελειακά στην απόλυση όλων των εργαζομένων, μπορεί να ζητήσει και να συμφωνηθεί μία εξαίρεση από τις συλλογικές συμβάσεις». Μάλιστα, εμμέσως τάχθηκε και υπέρ της μεγαλύτερης απελευθέρωσης του καθεστώτος απολύσεων σημειώνοντας πως «οι επιχειρήσεις πρέπει να διευκολύνονται στο να προσλαμβάνουν ευκολότερα. Όπως ευκολότερα πρέπει να ελέγχονται και οι λόγοι για τους οποίους λύνεται μια εργασιακή σχέση».

Εν κατακλείδι, ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, εμφανίστηκε ως πρώτος των «αρίστων» στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εργοδοσίας, με τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξη Τσίπρα, από την άλλη πλευρά να έχει… σηκώσει το λάβαρο της επανάστασης και της υπεράσπισης των συμφερόντων των εργαζομένων, θεωρώντας πως ο κόσμος της δουλειάς και οι απόμαχοί της έχουν ξεχάσει τη διακυβέρνησή του, το 3ο μνημόνιο και τις αντεργατικές, αντιλαϊκές και σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές που εφάρμοσε.

Οι εργαζόμενοι ζουν καθημερινά στο πετσί τους τις αντεργατικές πολιτικές και των δύο, σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, με: την εντατικοποίηση της εργασίας, την επέκταση των ελαστικών σχέσεων εργασίας, της ανακύκλωση της ανεργίας, την εργοδοτική τρομοκρατία, την εργασιακή επισφάλεια, την απληρωσιά, την ατιμωρία των παραβατικών εργοδοτών, την ανυπαρξία κρατικών ελέγχων στους χώρους εργασίας, την παντελή έλλειψη μέτρων υγιεινής και ασφάλειας που έχει οδηγήσει σε ραγδαία αύξηση των εργατικών ατυχημάτων και των εργατικών δυστυχημάτων. Όπως επίσης, τα συνεχή χτυπήματα -μέσω νομοθετικών παρεμβάσεων- στο δικαίωμα στην απεργία, στις συνδικαλιστικές ελευθερίες, το φακέλωμα συνδικάτων και συνδικαλιστών, το νόμο για τον κατώτατο μισθό, την κατάργηση της Κυριακής αργίας κτλ. Για όλα αυτά… κουβέντα και από τους δύο.

Οι συνταξιούχοι, επίσης, ζουν καθημερινά στο πετσί τους τις αντικοινωνικές και αντασφαλιστικές πολιτικές και των δύο: τις συνεχείς περικοπές, που έχουν καταστήσει τη σύνταξη προνοιακό επίδομα, το κούρεμα των αποθεματικών των ταμείων, τους αντασφαλιστικούς νόμους όλων των προηγούμενων χρόνων αλλά και τον τωρινό, του Βρούτση, την κατάργηση του ΕΚΑΣ, τις κινήσεις που κάνουν διαχρονικά για να μετατραπεί το ασφαλιστικό από υποχρέωση του κράτους σε πεδίον δόξης λαμπρό για τους ιδιώτες και για τζογάρισμα των χρημάτων των ασφαλισμένων, μέσω της εμπορευματοποίησής του. Για όλα αυτά… κουβέντα και από τους δύο.

Αλλά, όπως έχει σημειώσει το ΜΕΤΑ, στην πρόσφατη ανακοίνωσή του για την απεργία στις 18 Φλεβάρη, ενάντια στο ασφαλιστικό Βρούτση, οι εργαζόμενοι, άνεργοι, συνταξιούχοι, νέοι και νέες, που μεταναστεύουν κατά χιλιάδες για ένα καλύτερο μέλλον, έχουν γνώση του εμπαιγμού των αστικών κομμάτων εξουσίας και θα τους χαλάσουν τα σχέδια.