ΣΕΣΥΑ: Για το νέο Ν.4636/2019 και την εφαρμογή του. Εντατικοποίηση για εργαζομένους, ωμή καταπάτηση δικαιωμάτων για αιτούντες άσυλο

Σύλλογος Εργαζομένων Συμβασιούχων Υπηρεσίας Ασύλου

Από 01/01/2020, η Υπηρεσία Ασύλου (ΥΑ) ξεκίνησε να εφαρμόζει το νέο νόμο σχετικά με την διαδικασία χορήγησης διεθνούς προστασίας στους αιτούντες και στις αιτούσες άσυλο. Ο νόμος 4636/2019, ο οποίος ψηφίστηκε την 01/11/2019, έπειτα από ελάχιστο χρόνο δημόσιας διαβούλευσης (μόλις τέσσερις εργάσιμες ημέρες), καταπατά θεμελιώδη δικαιώματα των αιτούντων / αιτουσών άσυλο και προγραμματισμένα περιορίζει δραματικά τόσο τη δυνατότητα εξασφάλισης ομαλών συνθηκών εξέτασης των αιτημάτων ασύλου όσο και τη διασφάλιση του ίδιου του δικαιώματος για διεθνή προστασία.

Όπως έχει ήδη επισημανθεί από τον Συνήγορο του Πολίτη, πολλές διατάξεις του κινούνται οριακά ή και εκτός του Ενωσιακού πλαισίου, με κίνδυνο έκδοσης σωρείας παράνομων διοικητικών πράξεων. Επίσης, προβλέπει συντομότερες προθεσμίες εξέτασης, χωρίς αυτό να είναι αντικειμενικά εφικτό, δεδομένης της υφιστάμενης δομής και οργάνωσης της ΥΑ και εμπλέκει τις αρμοδιότητες πολιτικού και αστυνομικού προσωπικού, δίνοντας στο μεν πρώτο την δυνατότητα να εκδίδει αποφάσεις επιστροφής, στο δε δεύτερο την δυνατότητα να εξετάζει αιτούντες /σες διεθνή προστασία –απόφαση που μας γυρνάει πίσω προ συστάσεως της Υπηρεσίας Ασύλου, όταν οι αιτήσεις ασύλου ήταν στην δικαιοδοσία των αρμόδιων υπηρεσιών της ΕΛ.ΑΣ. Σημειωτέον, με την αναδρομική εφαρμογή του ν.4636/2019, υπό την πίεση της ηγεσίας, και χωρίς να προβλέπεται σχετική αναδρομική ισχύς του ούτε μεταβατικές διατάξεις, μετατίθεται η επίλυση των προβλημάτων ερμηνείας στους /ις υπαλλήλους της Υπηρεσίας Ασύλου, ενώ κανονικά αποτελεί έργο του νομοθέτη.

Με τις νέες αλλαγές και κυρίως με την παύση χορήγησης ΑΜΚΑ, οι αιτούντες/αιτούσες άσυλο αντιμετωπίζουν σοβαρούς περιορισμούς στην πρόσβαση τους στο σύστημα υγείας, στην εκπαίδευση, στην αγορά εργασίας και, συνεπώς, δημιουργούνται εμπόδια ως προς τη συνολικότερη ένταξη τους στην ελληνική κοινωνία. Επιπρόσθετα, εισάγεται η συστηματική και πέραν του 18μηνου κράτηση των αιτούντων/σων άσυλο, ακόμα και για όσους/ες ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, διάταξη η οποία σε συνδυασμό με τα νέα κλειστά κέντρα κράτησης, δυσχεραίνει περαιτέρω τις ήδη τραγικές συνθήκες διαβίωσης των δεκάδων χιλιάδων που βρίσκονται στα ΚΥΤ των νησιών. Ο Ν. 4636/2019 θέτει επιπλέον εμπόδια στην πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου και στην εν τοις πράγμασι παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής, κατά παράβαση των διεθνών προτύπων για την πρόσβαση στα ένδικα μέσα, ενώ οποιαδήποτε αδυναμία συμμόρφωσης των αιτούντων/σών στις απαιτήσεις του, οδηγεί αυτόματα σε στέρηση δικαιωμάτων.

Η νέα νομοθεσία δεν έχει σκοπό να επιταχύνει τη διαδικασία ασύλου, πολλώ δε μάλλον να διασφαλίσει μία πιο αποτελεσματική και δίκαιη διαδικασία από την ήδη υπάρχουσα, εντούτοις, εισάγει έναν τιμωρητικό χαρακτήρα που θέτει εκτός διαδικασιών ασύλου ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων.

Η Υπηρεσία Ασύλου, ως αρμόδια να εφαρμόσει σε πρώτο βαθμό το Ν.4636/2019, αντιμετωπίζει ταυτόχρονα σοβαρά προβλήματα διοίκησης και υποστελέχωσης προσωπικού, ενώ από το 2014 προσλαμβάνει συμβασιούχους ορισμένου χρόνου, οι οποίοι μάλιστα αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των υπαλλήλων της (περίπου 600 εργαζόμενοι πανελλαδικά σε σύνολο περίπου 900). Οι συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου εργάζονται σε καθεστώς επισφάλειας, υφίστανται διακριτική μεταχείριση σε πολλά επίπεδα σε σχέση με το υπόλοιπο μόνιμο προσωπικό και έχουν βιώσει κατ’ επανάληψη πολύμηνες καθυστερήσεις στη μισθοδοσία τους. Ελλείψεις σε προσωπικό αντιμετωπίζει και η ΥΠΥΤ, τα ιατρικά κλιμάκια, τα κλιμάκια ψυχοκοινωνικής υποστήριξης και οι υπηρεσίες διερμηνείας σε όλα τα πλαίσια, τα οποία είναι απαραίτητα για τη διασφάλιση μιας δίκαιης εξέτασης.

Οι στόχοι που έχουν τεθεί με την εν λόγω μεταρρύθμιση, όπως η βελτίωση και η απλοποίηση της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, είναι μη ρεαλιστικοί, καθότι ο Ν. 4636/2019 περιέχει ασαφείς και πολύπλοκες διατάξεις που έχουν προκαλέσει ερμηνευτικά ζητήματα, έχουν δημιουργήσει πρόσθετο διοικητικό και γραφειοκρατικό βάρος, και, σε συνδυασμό με την έλλειψη κατάλληλης υποστήριξης και σχεδιασμού σε κεντρικό επίπεδο, οδηγούν μαθηματικά σε περαιτέρω εντατικοποίηση της εργασίας.

Το Σωματείο Εργαζομένων Συμβασιούχων της Υπηρεσίας Ασύλου θέτει σοβαρές επιφυλάξεις σχετικά με το κατά πόσο το συγκεκριμένο νομοθέτημα είναι εναρμονισμένο με το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ έχουμε προσπαθήσει επανειλημμένα από την ανάληψη καθηκόντων της νέας κυβέρνησης (Ιούλιος του 2019) να θέσουμε τους προβληματισμούς μας σε συνάντηση με τον αρμόδιο Υπουργό, χωρίς έχει υπάρξει ανταπόκριση.

Το Σωματείο μας στέκεται απέναντι σε κάθε παραβίαση που θίγει τα δικαιώματα αιτούντων /σών άσυλο και δικαιούχων διεθνούς προστασίας, διεκδικώντας συγχρόνως δίκαιους και ισότιμους όρους εργασίας για όλους τους/ις εργαζόμενους.