Ρομπόλης, Μπέτσης: Οι αριθμοί που… δεν λένε την αλήθεια για το ασφαλιστικό

Γιατί η εστίαση στην αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα. Τα αισιόδοξα μηνύματα για το ασφαλιστικό σύστημα που στέλνουν οι εκθέσεις των δανειστών. Γράφουν οι Σάββας Ρομπόλης, ομότιμος καθηγητής του Πάντειου Πανεπιστηµίου, και ο Βασίλης Μπέτσης, υποψήφιος διδάκτωρ

Τις τελευταίες, ιδιαίτερα, δύο δεκαετίες στην Ελλάδα, αποτελεί συνήθης πρακτική περιορισμένου αριθμού παραγόντων της οικονομικής, κοινωνικής, δημοσιογραφικής, κ.λπ. ζωής, η αναφορά ότι το Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΣΚΑ) στη χώρα μας απειλείται ανησυχητικά από τις παθογένειές του, την οικονομική κρίση, την υψηλή ανεργία, την ευελιξία της απασχόλησης, τους χαμηλούς μισθούς [μέσος μηνιαίος μισθός πλήρους απασχόλησης 1.170 ευρώ (μεικτά) και μερικής απασχόλησης 404 ευρώ (μεικτά), ΕΦΚΑ-Απρίλιος 2019], τις δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις κ.λπ.

Στις συνθήκες αυτές, υποστηρίζεται λανθασμένα ότι οι σημερινοί νέοι δεν θα λάβουν σύνταξη παρά την καταβολή από μέρους τους των νομοθετημένων εισφορών. Η αναφορά αυτή, προφανώς για ευνόητους λόγους, έχει σχέση με την άποψη αλλαγής του αναδιανεμητικού χαρακτήρα του ΣΚΑ σε ultra-κεφαλαιοποιητικό και ιδιωτικοποιημένο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.

Όμως, αξίζει να σημειωθεί ότι οι προαναφερόμενες απειλές, όπως προκύπτει από την έρευνα, δεν σημαίνει ότι υπονομεύουν υπαρξιακά την προοπτική του ΣΚΑ στην Ελλάδα. Κι αυτό γιατί αν και πολύπλοκο, πολυπαραγοντικό και δυσνόητο το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, ακόμη και για οικονομολόγους, εντούτοις η ανάπτυξη, τα τελευταία χρόνια, σε πανεπιστημιακό επίπεδο της εξειδίκευσης των οικονομικών της κοινωνικής ασφάλισης, παρέχει τεχνικά και αναλυτικά τη δυνατότητα κατανόησης της συνθετότητας και πολυπλοκότητας της λειτουργίας της.

Πράγματι, η δυσκολία κατανόησης της λειτουργίας και της μακροχρόνιας προοπτικής του κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος από τους παράγοντες της κοινωνικο-οικονομικής και δημοσιογραφικής ζωής συνίσταται, κατά βάση, στην εμπλοκή των εργαζομένων, των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων διαφορετικών γενεών καθώς και στον ετεροχρονισμό της καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών και της χορήγησης των συνταξιοδοτικών παροχών.

Έτσι, η εστίαση αποκλειστικά και μόνο στην αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους ως παράγοντα για την αποτίμηση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του ΣΚΑ δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα, λόγω ακριβώς της πολυπλοκότητας που χαρακτηρίζει το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Κι αυτό γιατί οι σχετικές μελέτες ακόμη και των δανειστών (2018) δείχνουν την οικονομική βιωσιμότητα του κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος της Ελλάδας μέχρι το 2070, με επίπεδο συντάξεων [άθροισμα κύριας και επικουρικής ασφάλισης 935 ευρώ (μεικτά) σε τρέχουσες τιμές, 54% αναπλήρωση].

Επιπρόσθετα, εκτιμάται ότι με αυτό το ποσό της σύνταξης, η συνολική συνταξιοδοτική δαπάνη διαμορφώνεται το 2070 στο 10,6% του ΑΕΠ (από 17% που είναι σήμερα) και ο κρατικός προϋπολογισμός θα χρηματοδοτήσει το ΣΚΑ με πόρους που αντιστοιχούν μόλις στο 4,5% του ΑΕΠ από 9% του ΑΕΠ που καταβάλλει σήμερα.

Στην προοπτική αυτή, όπου η συνολική συνταξιοδοτική δαπάνη (10,6% του ΑΕΠ το 2070) υπολείπεται του ανώτερου επιπέδου του 16,2% του ΑΕΠ (Ε.Ε.-28, 11% του ΑΕΠ το 2070), δημιουργούνται σημαντικά περιθώρια βελτίωσης και όχι κατάρρευσης, όπως υποστηρίζεται, των συνταξιοδοτικών παροχών, επιτυγχάνοντας έτσι την αναγκαία ισορροπία οικονομικής βιωσιμότητας και κοινωνικής αποτελεσματικότητας του ΣΚΑ στην Ελλάδα.

Επιπλέον, οι πρόσφατες αποφάσεις του ΣτΕ με τις αναγκαίες, κατάλληλες και ποσοτικοποιημένες αλλαγές που θα συντελεσθούν δεν πρόκειται να παρεκκλίνουν από το ουδέτερο δημοσιονομικό αποτέλεσμα και ως εκ τούτου να απειλήσουν τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του ΣΚΑ.

Παράλληλα, ο βασικός δημογραφικός δείκτης που δείχνει τη γήρανση του πληθυσμού και επηρεάζει σημαντικά ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης είναι ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων (Old – dependency ratio) και εκφράζεται από τον λόγο του πληθυσμού ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω προς τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό που είναι τα άτομα ηλικίας 15-64 ετών.

Ο δείκτης αυτός σύμφωνα με τις πρόσφατες (2018) προβολές της Eurostat για την Ελλάδα από 34,1% που ήταν το 2018 θα αυξηθεί στο 58,4% το 2070 (όταν στις προηγούμενες δημογραφικές προβολές η εκτίμηση για το 2070 ήταν στο 63,1%), σημειώνοντας βελτίωση στη σχετική πρόβλεψη της Eurostat για την Ελλάδα. Επιπλέον προβλέπεται ότι το 2070 αυτοί που θα εισφέρουν (εκτιμάται μέσος μηνιαίος μισθός 1.800 ευρώ μεικτά) στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα θα είναι 3,9 εκατ. άτομα και οι συνταξιούχοι 2,58 εκατ. άτομα, θεωρώντας ως υπόθεση εργασίας την απαισιόδοξη και δυσμενή για την Ελλάδα προοπτική ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ θα είναι μόλις 0,8%.

Με άλλα λόγια, ακόμη και με την απαισιόδοξη προοπτική (μέση ετήσια αύξηση του ΑΕΠ 0,8%) της ελληνικής οικονομίας μέχρι το 2070, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα διατηρείται οικονομικά βιώσιμο, έχοντας ταυτόχρονα σημαντικά περιθώρια (συνολική συνταξιοδοτική δαπάνη 10,6% του ΑΕΠ το 2070) διεύρυνσης της κοινωνικής του αποτελεσματικότητας, διαμέσου των αυξήσεων των συνταξιοδοτικών παροχών, σε βαθμό που να αποδεικνύεται με τον πιο εύληπτο τρόπο η μη επαλήθευση των φημολογούμενων απειλών του ΣΚΑ, με την έννοια της αδυναμίας ικανοποίησης των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και χορήγησης των συνταξιοδοτικών παροχών στο μέλλον.