Ματώνοντας 70 χρόνια για τους Αμερικανούς

Το κείμενο μετέφρασε για το ThePressProject η Λαμπρινή Θωμά, με την άδεια του συγγραφέα

«Η άμβλυνση [της δύναμης] της Ευρωπαϊκής Αριστεράς ήταν σημαντικός λόγος για την ίδρυση του ΝΑΤΟ. Καθώς τα συστημικά μέσα ενημέρωσης γράψαν και γράφουν ωδές για τον Οργανισμό, με την ευκαιρία των 70 του χρόνων, φέτος, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι το ΝΑΤΟ γεννήθηκε με προθέσεις ελιτίστικες και αντιδημοκρατικές. Αιτία της δημιουργίας του ήταν να διαχειριστεί τη «Δημοκρατία» έτσι ώστε οι υπάρχουσες ελίτ να διατηρήσουν το στάτους τους.»

Ο Υβ Ενγκλέρ είναι καναδός ακτιβιστής, συγγραφέας και δημοσιογράφος. Έχει ασχοληθεί με την ιστορία της συμμετοχής του Καναδά στο ΝΑΤΟ και το βρώμικο ρόλο που έπαιξε η χώρα του στη Αϊτή, όσο ελάχιστοι ερευνητές. Φέτος, που η Βορειατλαντική Συμμαχία κλείνει τα 70 της χρόνια, έγραψε τέσσερα άρθρα για την ιστορία της, τον αληθινό εχθρό της (την Αριστερά) και την «προσφορά του Καναδά» σε αυτήν. Με την άδειά του, μεταφράσαμε τα δύο πρώτα άρθρα, που αφορούν στην συνολική, κοινή και με την Ελλάδα ιστορία του ΝΑΤΟ, για τα 70χρονα της «Συμμαχίας των Προθύμων» να ματώσουν με τους Αμερικάνους.-

«Στα 70χρονα του ΝΑΤΟ οφείλουμε να θυμηθούμε τις αντιδημοκρατικές του ρίζες».

«Η δύναμη των κομμουνιστών, όπου αυτή η δύναμη ανθίζει, εξαρτάται από την ικανότητά τους να καταπιέζουν και να καταστρέφουν τους ελεύθερους θεσμούς που τους αντιστέκονται. Τους επιλέγουν έναν έναν: τα πολιτικά κόμματα, τα εργατικά σωματεία, τις εκκλησίες, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τις εμπορικές ενώσεις, ακόμη και τις αθλητικές ομάδες και τα νηπιαγωγεία. Η Βορειατλαντική Συμμαχία, το ΝΑΤΟ, στοχεύει να αποτελέσει μια Παγκόσμια Διακήρυξη ότι δεν θα επιτρέψουμε ποτέ μεταξύ μας τέτοια κατάκτηση εκ των έσω». Λέστερ Πήρσον, ΥΠΕΞ του Καναδά και νομπελίστας Ειρήνης, Μάρτιος 1949

Με το ΝΑΤΟ να κλείνει τα 70 του χρόνια φέτος, είναι μια καλή ευκαιρία να ξαναδούμε την δημιουργία μιας στρατιωτικής συμμαχίας, που λειτουργεί υπό την καταγραμμένη αρχή ότι «η επίθεση εναντίον ενός συμμάχου θεωρείται επίθεση κατά όλων των συμμάχων». Σήμερα, η Βορειατλαντική Συμμαχία, που έστησαν ΗΠΑ, Βρετανία και Καναδάς, μετρά 29 κράτη μέλη.

Επισήμως, το ΝΑΤΟ ήταν η απάντηση της Δύσης στην επιθετική ΕΣΣΔ, αλλά ακόμη και η ιδέα ότι οι ΗΠΑ ή η Δυτική Ευρώπη απειλούνταν από την ΕΣΣΔ μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι για γέλια. Εικοσιπέντε εκατομμύρια Σοβιετικοί έχασαν τη ζωή τους στον πόλεμο, ενώ οι ΗΠΑ βγήκαν από αυτόν δυνατότερες από ότι μπήκαν. Μετά την καταστροφή του Β’ ΠΠ, οι Σοβιετικοί δεν είχαν λόγο να πολεμήσουν κατά των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, κάτι που οι Καναδοί και οι Αμερικάνοι αξιωματούχοι παραδέχονταν στις ιδιωτικές τους συζητήσεις.

Τον Απρίλιο του 1945, o πρέσβυς του Καναδά στην Ρωσία, Ντάνα Γουίλγκρες, έγραφε ότι «τα συμφέροντα της προνομιούχας Σοβιετικής τάξης είναι δεμένα με την συντήρηση μιας μακράς περιόδου ειρήνης». Η Σοβιετική ελίτ, συνέχιζε ο πρέσβυς, σε ένα εσωτερικό έγγραφο, «φοβούνται πολύ μιαν επίθεση από το εξωτερικό» και «είναι μονομανείς με τα προβλήματα ασφαλείας». Ο Γουίλγκρες πίστευε ότι οι Σοβιετικοί ήθελαν μιαν μεταπολεμική συμμαχία με τη Βρετανία, ώστε να διασφαλιστεί η ειρήνη στην Ευρώπη – με μια Σοβιετική σφαίρα επιρροής ανατολικά και μια Βρετανική δυτικά. Σε εσωτερικά έγγραφα φαίνεται ότι και οι Αμερικάνοι αξιωματούχοι  είχαν καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα.

Αντί για την άμυνα σε περίπτωση κάποιας ρωσικής επίθεσης, η ιδέα του ΝΑΤΟ συνελήφθη μερικώς και ως αντίδραση στην αυξανόμενη σοσιαλιστική τάση στη Δυτική Ευρώπη. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, άνθρωποι που δήλωναν κομμουνιστές πολέμησαν το Μουσολίνι στην Ιταλία, πολέμησαν κατά των φασιστών στην Ελλάδα και αντιστάθηκαν στη ναζιστική κατοχή στη Γαλλία. Ως αποτέλεσμα, είχαν υψηλό κύρος μετά τον πόλεμο, σε αντίθεση με τους πλουτοκράτες και τη δυτική Εκκλησία που στήριξαν τους φασίστες. Αν δεν υπήρχε η Αμερικάνικη και Βρετανική εμπλοκή, οι κομμουνιστές, χωρίς καμμία υποστήριξη από τη Μόσχα, θα είχαν πιθανότατα πάρει την εξουσία στην Ελλάδα και κερδίσει τις εκλογές του 1948 στην Ιταλία. Στη Γαλλία, το Κομμουνιστικό Κόμμα πήρε 30% στις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές, και ανέλαβε υπουργεία σε κυβέρνηση συνεργασίας.

Την εποχή της πρώτης μεταπολεμικής εκλογικής αναμέτρησης στην Ιταλία, ο καναδός διπλωμάτης Έσκοτ Ράιντ, εξηγούσε ότι «όλο το παιγνίδι των Ρώσων είναι, προφανώς, να κατακτήσουν χωρίς ένοπλη επίθεση». Όσο για τον Πήρσον, κατήγγειλε «την προσπάθεια μιας πλήρους Ρωσικής κατάκτησης της Ιταλίας, με συνταγματικά μέσα» και περιέγραφε τον ταξικό αγώνα των εργατών ως «ένα νέο απαίσιο είδος κινδύνου, την έμμεση επιθετικότητα» [της Μόσχας].

Οι αμερικάνοι αξιωματούχοι ήταν το ίδιο ανήσυχοι. Ο Τζωρτζ Κήνναν, που κυρίως χάρασσε την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης των ΗΠΑ, όταν φτιάχνονταν το ΝΑΤΟ, θεωρούσε «την πιο επικίνδυνη μορφή του κομμουνιστικού κινδύνου, το υπάρχον εσωτερικό πρόβλημα [της ύπαρξης κομμουνιστών] των δυτικών κοινωνιών». Και ο τότε διοικητής του ΝΑΤΟ, Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, εξηγούσε: «Μια μεγάλη και άμεση χρήση των στρατιωτικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ, τις οποίες αναπτύσσουμε, είναι να μεταδώσουν μιαν αίσθηση εμπιστοσύνης στους εκτεθειμένους [στον κομμουνιστικό κίνδυνο] πληθυσμούς, ώστε να σταθεροποιήσει, πολιτικά, την αντίθεσή τους στις κομμουνιστικές επιδρομές.».

Οι δημιουργοί του ΝΑΤΟ φοβούνταν ότι η δυναμική της δυτικοευρωπαϊκής ελίτ θα μειώνονταν, και η ευρύτερη άποψη μεταξύ τους ήταν ότι ο κομμουνισμός ήταν το κύμα του μέλλοντος. Δεκάδες χιλιάδες στρατιωτών από τη Βόρεια Αμερική εγκαταστάθηκαν στη Δυτική Ευρώπη, για να δυναμώσουν την εμπιστοσύνη της ελίτ στην αντιμετώπιση των συνεχώς αναπτυσσόμενων κομμάτων και κινημάτων.

Όπως φαίνεται, «τα μυστικά αντικομμουνιστικά ΝΑΤΟϊκά πρωτόκολλα» υποχρέωναν τις μυστικές υπηρεσίες των κρατών μελών της συμμαχίας να εμποδίζουν τα κομμουνιστικά κόμματα να αποκτήσουν ισχύ. Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, βγήκαν στην επιφάνεια πληροφορίες για ομάδες που οργάνωναν η CIA και η MI6 ως οπισθοφυλακή σε περίπτωση σοβιετικής εισβολής στη Δυτική Ευρώπη. Φυσικά, καμμία εισβολή δεν έγινε. Αντιθέτως, οι μυστικοί στρατοί του ΝΑΤΟ σημειώνουν: «ο Αληθινός και Απτός κίνδυνος [real and present danger] στα μάτια όσων καθορίζουν την στρατηγική του κρυφού πολέμου στην Ουάσιγκτον και το Λονδίνο, ήταν πάντα τα αριθμητικά ισχυρά Κομμουνιστικά Κομματα στις δημοκρατίες της Δυτικής Ευρώπης. Εξ ου και το δίκτυο, λόγω της πλήρους απουσίας μιας σοβιετικής εισβολής, πήρε τα όπλα σε πολλές χώρες και πολέμησε έναν μυστικό πόλεμο κατά των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς. Οι μυστικοί στρατοί … έβαλαν το χεράκι τους σε μια μεγάλη σειρά τρομοκρατικών επιχειρήσεων και παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επιρρίπτοντας μετά την ευθύνη στους Κομμουνιστές, ώστε να καταστρέψουν την εκλογική δύναμη της Αριστεράς».

Γνωστές ανεπίσημα ως «Επιχείρηση Ξίφος [gladio]», αυτές οι δεξιές ομάδες οπισθοφυλακής ανήκαν στην επίβλεψη του Νατοϊκού Γραφείο Ασφαλείας. Σύμφωνα με δημοσίευμα Ισπανικής Εφημερίδας, το Νοέμβριο του 1990, «Η Ανώτατη Έδρα Συμμαχικών Δυνάμεων στην Ευρώπη (The Supreme Headquarters Allied Powers, Europe – SHAPE), διευθυντικό όργανο των στρατιωτικών συστημάτων του ΝΑΤΟ, συντόνιζε τις ενέργειες του Ξίφους, σύμφωνα με όσα αποκάλυψε ο γενικός του γραμματέας, Μάνφρεντ Βέρνερ, σε κάποια συνάντηση επανασύνδεσης των πρέσβεων στο ΝΑΤΟ 16 εκ των κρατών μελών». Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε καταδικάσει την Επιχείρηση Ξίφος  [ελληνικό μέρος η Κόκκινη Προβιά], και είχε ζητήσει να διεξαχθεί έρευνα, η οποία δεν έγινε ποτέ.

Ο Καναδάς ήταν ένα από τα δύο κράτη που έμειναν εκτός των Μυστικών Νατοϊκών Στρατών του Ντάνιελ Γκάνσερ – το άλλο ήταν η Ισλανδία. Κανείς ερευνητής δεν τα συνέδεσε αυτά μεταξύ τους, αλλά ένα χρόνο μετά την ίδρυση του ΝΑΤΟ, η Βασιλική Αστυνομία του Καναδά (RCMP), ξεκίνησε μια υψηλής μυστικότητας επιχείρηση κατασκοπείας και κρατήσεων, υπό το όνομα PROFUNC [PROminent FUNCtionaries of the Communist Party – Κύριοι Λειτουργοί του Κομμουνιστικού Κόμματος]. Τον Οκτώβριο του 2010, η εκπομπή «Πέμπτη Εξουσία» του CBC και η εκπομπή Enquête του κρατικού ραδιοφώνου του Καναδά, αποκάλυψαν «Το μυστικό σχέδιο έκτακτης ανάγκης, υπό την ονομασία PROFUNC, που επέτρεπε στην αστυνομία να συλλάβει και να κρατήσει επ’ αόριστον Καναδούς που πιστεύονταν ότι έβλεπαν θετικά τον Κομμουνισμό». Σε περίπτωση κινδύνου για την «δημόσια ασφάλεια», 16.000 κομμουνιστές και 50.000 συμπαθούντες θα συλλαμβάνονταν και θα φυλακίζονταν σε κάποιο από τα οκτώ ειδικά στρατόπεδα ανά τη χώρα. Το σχέδιο αυτό ήταν σε ενέργεια από το 1950, που το ξεκίνησε ο αστυνομικός διευθυντής Στούαρτ Τέηλορ Γουντ, μέχρι και το 1983.

Η άμβλυνση [της δύναμης] της Ευρωπαϊκής Αριστεράς ήταν σημαντικός λόγος για την ίδρυση του ΝΑΤΟ. Καθώς τα συστημικά μέσα ενημέρωσης γράψαν και γράφουν ωδές για τον Οργανισμό, με την ευκαιρία των 70 του χρόνων, φέτος, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι το ΝΑΤΟ γεννήθηκε με προθέσεις ελιτίστικες και αντιδημοκρατικές. Αιτία της δημιουργίας του ήταν να διαχειριστεί τη «Δημοκρατία» έτσι ώστε οι υπάρχουσες ελίτ να διατηρήσουν το στάτους τους.

ΝΑΤΟ Και Αποικιοκρατία

Ο άλλος σημαντικός λόγος που οδήγησε στη δημιουργία του ΝΑΤΟ, ήταν η επιθυμία να ενισχύσει την αποικιοκρατική εξουσία, φέρνοντας παράλληλα τον κόσμο υπό την γεωπολιτική ομπρέλα των ΗΠΑ.

Από την πρώτη στιγμή, οι Καναδοί αξιωματούχοι είχαν έναν απίστευτα ελαστικό ορισμό του υποτιθέμενου αμυντικού χαρακτήρα του ΝΑΤΟ, που προέβλεπε πως «μια επίθεση εναντίον ενός μέλους της συμμαχίας θεωρείται ως επίθεση εναντίον όλων των συμμάχων». Σε μια συζήτηση του Κοινοβουλίου για το ΝΑΤΟ,  ο υπουργός Εξωτερικών Λέστερ Πέαρσον, είπε: «δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος διασφάλισης της ασφάλειας του Ειρηνικού Ωκεανού, αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, από το να επεξεργαστούμε, οι μεγάλες δημοκρατικές δυνάμεις μεταξύ μας, ένα σχέδιο ασφαλείας που τα αποτελέσματά του θα γίνουν αισθητά σε όλο τον κόσμο, περιλαμβανόμενης και της περιοχής του Ειρηνικού». Δύο χρόνια αργότερα έλεγε: «Η άμυνα της Μέσης Ανατολής είναι ζωτικής σημασίας για την αποτελεσματική άμυνα της Ευρώπης και της Βορειατλαντικής περιοχής». Το 1953, ο Πήρσον το πήγε ακόμη παραπέρα: «Τώρα υπάρχει μόνο ένα σχετικά μικρό [5000 χιλιόμετρα] γεωγραφικό κενό μεταξύ της Νοτιοανατολικής Ασίας και της περιοχής που καλύπτεται από τη συνθήκη του Βορείου Ατλαντικού, η οποία φτάνει στα ανατολικά όρια της Τουρκίας».

Κατά κάποιο τρόπο, η γνωστή παρουσίαση του ΝΑΤΟ ως μιας αμυντικής διευθέτησης ήταν η πρέπουσα. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο, στην Ευρώπη οι αποικιακές δυνάμεις ήταν οικονομικά αδύναμες, ενώ τα αντι-αποικιακά κινήματα συγκέντρωναν όλο και περισσότερη υποστήριξη. Οι Σοβιετικοί και η Κίνα του Μάο, για παράδειγμα, βοήθησαν τους Βιετναμέζους. Ομοίως, η Αίγυπτος στήριξε τους αλγερίνους πατριώτες και η Αγκόλα επωφελήθηκε από την ιδιαίτερα αλτρουιστική υποστήριξη της Κούβας. Η διεθνής ισορροπία δυνάμεων έγερνε μακρυά από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις.

Για να διατηρήσουν τις αποικίες τους, οι ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις εξαρτούνταν όλο και περισσότερο από τη διπλωματική και οικονομική βοήθεια των ΗΠΑ. Το ΝΑΤΟ ενέκρινε πολυάριθμα ψηφίσματα προς υποστήριξη των ευρωπαίων αποικιοκρατών. Το φθινόπωρο του 1951 ο Πήρσον απάντησε σε κινήσεις στο Ιράν και την Αίγυπτο, που θα αποδυνάμωναν τη βρετανική επιρροή, λέγοντας στο κοινοβούλιο: «Η Μέση Ανατολή παραείναι σημαντική στρατηγικά, για την υπεράσπιση της περιοχής του Βόρειου Ατλαντικού, για να επιτρέψουμε κενό ισχύος ή να περάσει σε μη φιλικά χέρια». Την επόμενη χρονιά, ο Καναδάς αναγνώρισε τις αποικίες του Βιετνάμ, της Καμπότζης και του Λάος ως «συνδεδεμένες πολιτείες» της Γαλλίας, ώστε, σύμφωνα με εσωτερική έκθεση «για να βοηθήσουν ένα νατοϊκό σύμμαχο, που δοκιμάστηκε σκληρά από προβλήματα εντός και εκτός των συνόρων του».

Ακόμη πιο σημαντικό είναι πως, ο Καναδάς έδωσε στη Γαλλία εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε στρατιωτικό εξοπλισμό, μέσω του Προγράμματος Αλληλοβοήθειας του ΝΑΤΟ. Αυτά τα όπλα χρησιμοποιήθηκαν ως επί το πλείστον για την κατάπνιξη των βιετναμέζικων και αλγερινών απελευθερωτικών κινημάτων. Το 1953 ο Πήρσον είπε στο βουλή: «Η βοήθεια που δώσαμε στη Γαλλία, ως μέλος του ΝΑΤΟ, μπορεί να την βοήθησε πρόσφατα στην εκπλήρωση ορισμένων από τις υποχρεώσεις της στην Ινδοκίνα». Ομοίως, η βοήθεια του Καναδά και των ΗΠΑ χρησιμοποιήθηκε από τους Ολλανδούς ώστε να συνεχίσουν να κατέχουν την Ινδονησία και τη Δυτική Παπούα Νέα Γουινέα, από τους Βέλγους στο Κονγκό, τη Ρουάντα και το Μπουρούντι, από τους Πορτογάλους στην Αγκόλα, τη Μοζαμβίκη και τη Γουινέα-Μπισσάου και από τους Βρετανούς σε αναρίθμητα μέρη [Η Κύπρος ανάμεσά τους]. Από το 1950 ως το 1958 ο Καναδάς χορήγησε το αστρονομικό ποσό των 1.526.956.000 δολαρίων (σε σημερινά, περίπου οκτώ δισεκατομμύρια δολάρια) σε πυρομαχικά, πολεμικά αεροσκάφη, στρατιωτική εκπαίδευση κλπ. στις ευρωπαϊκές χώρες, μέσω του Προγράμματος Αλληλοβοήθειας του ΝΑΤΟ.

Ο ρόλος που διαδραμάτισε το ΝΑΤΟ στη βορειοαμερικανική/ευρωπαϊκή υποταγή του Παγκόσμιου Νότου, ανησύχησε τους Ασιάτες και τους Αφρικανούς. Το φυλλάδιο του Νιγηριανού Εργατικού Κόμματος το 1964, με τίτλο «Η Συνωμοσία του ΝΑΤΟ στην Αφρική», αποδεικνύει τη στρατιωτική ανάμειξη του ΝΑΤΟ στην Ήπειρο, σε γη και θάλασσα. Το 1956, το ΝΑΤΟ ίδρυσε Επιτροπή για την Αφρική και τον Ιούνιο του 1959 το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο του ΝΑΤΟ, το κύριο σώμα λήψης πολιτικών αποφάσεων του οργανισμού, προειδοποιούσε ότι οι κομμουνιστές θα εκμεταλλευτούν την ανεξαρτησία των Αφρικανών, εις βάρος των Δυτικών πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων.

Το ΝΑΤΟ σχεδιάστηκε για να διατηρήσει την ενότητα μεταξύ των ιστορικών αποικιακών δυνάμεων και των ΗΠΑ, την ώρα που ο κόσμος βάδιζε στην αποιαποικιοποίηση. Και, επίσης, φτιάχτηκε για να ενισχύσει την αμερικάνικη επιρροή παγκοσμίως. Στην Ιστορία του Κορεατικού Πολέμου 1950-53, ο Ντέηβιντ Μπερσουσον γράφει ότι ο υπουργός Εξωτερικών του Καναδά «συμφώνησε με τον [πρόεδρο] Τρούμαν, και τον [υπουργό εξωτερικών] Ντην Άτσεσον, και άλλους αμερικανούς ηγέτες ότι η κορεατική σύγκρουση ήταν το πρώτο αληθινό τεστ για το ΝΑΤΟ, ακόμα κι αν έγινε στην άλλη άκρη του κόσμου».

Σχεδιασμένη να συντηρεί την εσωτερική ενότητα μεταξύ των κύριων καπιταλιστικών δυνάμων, το ΝΑΤΟ ήταν η μεταπολεμική αμερικανοκεντρική πολύπλευρη τάξη, που περιελάμβανε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Παγκόσμια Τράπεζα, τον Διεθνή Οργανισμό Εμπορίου και τα Ηνωμένα Έθνη. Για τις πρώτες τους δύο δεκαετίες, τα Ηνωμένα Έθνη δεν ήταν παρά ένας βραχίονας του Στέητ Ντηπάρτμεντ. […].-