«Ένας πολίτης-δολοφόνος ενός αστυνομικού θα τύχαινε ποτέ του προνομίου της επιείκειας από το ίδιο δικαστήριο;»

Σχόλιο του Θανάση Καμπαγιάννη, δικηγόρου και μέλους της Πολιτικής Αγωγής του αντιφασιστικού κινήματος στη δίκη της Χρυσής Αυγής (αναδημοσιεύεται με την άδειά του από τη σελίδα του στο Facebook)

Γκραφίτι του bleeps.gr

«Η πολιτική κοινωνία – όπως και η φύση – δεν επιτρέπει τα κενά. Όπου το κοινωνικό αίσθημα της δικαιοσύνης δεν ικανοποιείται, άλλες πρωτοβουλίες φύονται και νομιμοποιούνται. Και το λέω αυτό χωρίς να πιστεύω ότι ο Κορκονέας – και ο κάθε Κορκονέας – έπρεπε να πεθάνει στη φυλακή, καθώς τα 11 χρόνια φυλακή για τον οποιοδήποτε είναι ήδη πολλά. Το κρίσιμο στην υπόθεση είναι το μήνυμα του κράτους ότι τα παραστρατημένα του παιδιά ήταν και θα είναι πάντα ‘δικά του’».

Η στιγμή των ελαφρυντικών είναι, για την ποινική δίκη, η στιγμή της επιείκειας. Η ενοχή έχει καταγνωστεί και δεν τίθεται σε αμφιβολία. Η αψάδα της αντιπαράθεσης υπεράσπισης και πολιτικής αγωγής είναι πλέον παρελθόν. Η συζήτηση για τα ελαφρυντικά δεν ακυρώνει την απόφαση περί ενοχής. Έχει όμως επίπτωση στο ύψος της ποινής. Η επιείκεια ως διακριτή φάση της ποινικής δίκης – όπως και ο γραπτός νόμος, η δημόσια ακροαματική διαδικασία, η διαφοροποίηση κατηγόρου και δικαστή, η πρόβλεψη πλαισίου ποινής – είναι μια κατάκτηση του ανθρώπινου πολιτισμού. Κάθε κατηγορούμενος τη δικαιούται ως δυνατότητα, ανεξάρτητα από την καταγνωσθείσα ενοχή του (ο αθώος δεν την χρειάζεται): ακόμα και ένας αμετανόητος δολοφόνος όπως ο Κορκονέας, τελεσίδικα καταδικασμένος για ανθρωποκτονία από πρόθεση ενός 15χρονου παιδιού, δικαιούται να την αξιώσει.

Όμως, η χορήγηση στον Κορκονέα του ελαφρυντικού του σύννομου βίου (όπως έχει διαμορφωθεί το – πάλαι ποτέ – ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου στον νέο Ποινικό Κώδικα) είναι εσφαλμένη. Αυτό που είχε να εξετάσει το δικαστήριο δεν ήταν το ποινικό μητρώο του Κορκονέα (έστω και αν φαινομενικά η αλλαγή του Ποινικού Κώδικα αποσκοπούσε στην παράκαμψη της γνωστής νομολογίας των δικαστηρίων που απαιτούσαν ιδιαίτερες πράξεις πέραν του καθαρού ποινικού μητρώου για τη διάγνωση ‘έντιμου βίου’). Το δικαστήριο είχε μπροστά του έναν αστυνομικό. Το ποινικό μητρώο του καθαρό θα ήταν. Η στοιχειώδης αναλογικότητα θα επέτασσε αυστηρότερα κριτήρια εκτίμησης του σύννομου βίου: για να αξιώνει το κράτος την ιδιότητα μιας ανώτατης ηθικής αρχής που επιβάλλει τη νομιμότητα, χρειάζεται να επιδεικνύει ιδιαίτερη αυστηρότητα στους λειτουργούς του που φέρουν την εξουσία επιβολής της, πρώτα και κύρια στους αστυνομικούς.

Το δικαστήριο – και χωρίς να θέλω να απαλλάξω από την ευθύνη τους 4 λαϊκούς δικαστές, εννοώ ιδίως τους 3 τακτικούς δικαστές που ο λόγος τους μέτρησε καταλυτικά σ’ ένα κατεξοχήν νομικό ζήτημα σαν και αυτό – έστειλε το μήνυμα της ανοχής της βίας ενός αστυνομικού που, με σκοπό και σχέδιο, δολοφόνησε έναν 15χρονο μαθητή. Η ιερή στιγμή της επιείκειας τσαλαπατήθηκε. Ο πήχυς του ‘σύννομου’ για τους φορείς της νομιμότητας μπήκε πολύ χαμηλά. Κάθε πολίτης, ακόμα και ο πλέον άσχετος με τον νόμο, δικαιούται να αναρωτιέται: ένας πολίτης-δολοφόνος ένος αστυνομικού θα τύχαινε ποτέ του προνομίου της επιείκειας από το ίδιο δικαστήριο; Και τι θα σκεφτόντουσαν, αλήθεια, οι συγγενείς και οι συνάδελφοι του νεκρού αστυνομικού σε μια ανάλογη υπόθεση;

Η πολιτική κοινωνία – όπως και η φύση – δεν επιτρέπει τα κενά. Όπου το κοινωνικό αίσθημα της δικαιοσύνης δεν ικανοποιείται, άλλες πρωτοβουλίες φύονται και νομιμοποιούνται. Και το λέω αυτό χωρίς να πιστεύω ότι ο Κορκονέας – και ο κάθε Κορκονέας – έπρεπε να πεθάνει στη φυλακή, καθώς τα 11 χρόνια φυλακή για τον οποιοδήποτε είναι ήδη πολλά. Το κρίσιμο στην υπόθεση είναι το μήνυμα του κράτους ότι τα παραστρατημένα του παιδιά ήταν και θα είναι πάντα ‘δικά του’.