Οικονομικός πόλεμος στη Βενεζουέλα: ένα έγκλημα σε εξέλιξη

«Η πραγματικότητα των κυρώσεων δεν είναι τόσο απλή», λέει ο Βενεζουελανός οικονομολόγος Φρανσίσκο Ροντρίγκες σε μια ανάλυση που δημοσίευσε στους New York Times. «Το να κάνεις τα στραβά μάτια στις ταλαιπωρίες που προκαλούν δεν πρόκειται να φέρει δημοκρατία στη Βενεζουέλα. Αυτό που θα κάνει είναι να επιδεινώσει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Οι λιμοί δεν ανατρέπουν τους δικτάτορες, οδηγούν μόνο στην απώλεια ζωών».

Ο Ροντρίγκες, όπως μπορεί να καταλάβει κανείς από το ύφος του, απέχει πολύ από υποστηρικτή της Μπολιβαριανής Επανάστασης, ήταν πάντα ξεκάθαρος αντίπαλος, τόσο του Τσάβες όσο και του Μαδούρο.

Η άποψή του δημιούργησε έντονες διαμάχες μεταξύ των εχθρών της Βενεζουέλας που αρνούνται μέχρι σήμερα τον εγκληματικό χαρακτήρα του οικονομικού πολέμου που επέβαλαν στον λαό της.

Ο οικονομολόγος υποστηρίζει ότι «αν αναφέρουν στις πνευματικές ελίτ της αντιπολίτευσης ότι οι κυρώσεις επιδεινώνουν την κρίση της χώρας, είναι πιθανό να πάρουν τη σιωπή σαν απάντηση ή επιχειρήματα που ισχυρίζονται ότι όλα αυτά είναι μια πλάνη, ότι η οικονομική κρίση της χώρας άρχισε πολύ καιρό πριν».

Ωστόσο, αξίζει να θυμηθούμε ότι από το 2007, η κυβέρνηση της Βενεζουέλας άρχισε να καταγγέλλει την ύπαρξη οικονομικού πολέμου εναντίον της χώρας. Εκείνη την εποχή, υποστήριξε τον ισχυρισμό της αναφορικά με τις πρακτικές έλλειψης βασικών προϊόντων που προωθούσε η αντιπολίτευση και τις οποίες χρησιμοποιούσαν οι αμερικανικές υπηρεσίες για να παρουσιάσουν τη Βενεζουέλα σαν μια χώρα που κινδυνεύει να αθετήσει τα διεθνή της χρέη. Από αυτές τις αξιολογήσεις απουσίαζε φυσικά κάθε προσπάθεια εξωτερικής χρηματοδότησης.

Μ’αυτά και μ’αυτά, στα μέσα του 2013, ο γενικός διευθυντής του FAO, José Graziano da Silva, συνεχάρη τη Βενεζουέλα και άλλες 15 χώρες που ανταποκρίθηκαν με επιτυχία στην επίτευξη των στόχων για την εξάλειψη της πείνας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του FAO, το 1990 και το 1992, η Βενεζουέλα καταγράφονταν με το 13,5% του πληθυσμού της να υποφέρει από πείνα, ενώ μεταξύ του 2007 και του 2012 ο αριθμός αυτός μόλις άγγιζε το 5%.

Η αναστροφή αυτών των επιτευγμάτων ήταν ο στόχος των ΗΠΑ ήδη από τη διακυβέρνηση του Ομπάμα και που έχει ισχυροποιηθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του Ντόναλντ Τράμπ.

Ο Ροντρίγκες λέει ότι «τα τελευταία δύο χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν όλο και πιο αυστηρές οικονομικές κυρώσεις κατά της Βενεζουέλας. Οι κυρώσεις αυτές περιόρισαν την πρόσβαση της κυβέρνησης στην εξωτερική χρηματοδότηση, περιόρισαν την ικανότητά της για πώληση περιουσιακών στοιχείων και, πιο πρόσφατα, την εμπόδισαν να πουλάει πετρέλαιο στις Ηνωμένες Πολιτείες».

Η κυβέρνηση της Βενεζουέλας έχει καταγγείλει «ότι αυτά τα μονομερή εξαναγκαστικά μέτρα σχεδιάστηκαν για να καταστρέψουν τη Βενεζουέλα». Ο Ροντρίγκες υποστηρίζει ότι «οι αρχιτέκτονες τους δήλωσαν ότι η εφαρμογή τους δεν θα προκαλέσει δεινά στους Βενεζουελανούς».

Επιβεβαιώνει ότι η λογική αυτών των μέτρων σήμαινε ότι η κυβέρνηση της Βενεζουέλας θα έσπευδε να παραιτηθεί ή ότι θα προέκυπτε πραξικόπημα πριν από την πλήρη επιβολή των κυρώσεων. Δύο χρόνια μετά από αυτήν την επιθετική κλιμάκωση, το μόνο που έχουν επιτύχει είναι να κάνουν το λαό της Βενεζουέλας να υποφέρει. «Οι κίνδυνοι ενός λιμού – και το τι πρέπει να γίνει για να σταματήσει – απουσιάζουν συνήθως και από τις συνομιλίες των Αμερικανών νομοθετών αλλά και της αντιπολίτευσης της Βενεζουέλας».

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Ροντρίγκες, το 2017 η οικονομία της Βενεζουέλας θα έχανε 17 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Ο ίδιος εξηγούσε ότι «τα πράγματα θα επιδεινωθούν με το εμπάργκο στο πετρέλαιο φέτος. Αν λάβουμε υπόψη μας την ιστορική εμπειρία άλλων χωρών που αντιμετώπισαν παρόμοιες καταστάσεις στο παρελθόν (όπως το Ιράκ, το Ιράν και τη Λιβύη), ο νέος γύρος κυρώσεων για το πετρέλαιο θα μπορούσε να προκαλέσει μια επιπλέον απώλεια 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως στην ήδη αποδεκατισμένη πετρελαϊκή βιομηχανία, που αντιστοιχεί σε περισσότερα από τα δύο τρίτα των εισαγωγών της χώρας το 2018».

Ο Φρανσίσκο Ροντρίγες αποκαλύπτει ότι μια πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι 68% των Βενεζουελανών λένε ότι οι κυρώσεις βλάπτουν την ποιότητα ζωής τους, γι’αυτό πιστεύει ότι «το θέμα που θα πρέπει να απασχολήσει τη διεθνή κοινότητα για το πώς θα βοηθήσει τη Βενεζουέλα, θα πρέπει να επικεντρωθεί στον τρόπο με τον οποίο θα αποτρέψει εκατοντάδες χιλιάδες Βενεζουελανούς να πεθαίνουν από την πείνα».

Ο Φρανσίσκο Ροντρίγκες είναι οικονομολόγος, προϊστάμενος του Torino Economics και πρώην ερευνητικός διευθυντής των εκθέσεων του Γραφείου Ανθρώπινης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών παρόλα αυτά, εξακολουθεί να μην θυμάται ότι το 2015 ο FAO και η κυβέρνηση της Βενεζουέλας προώθησαν το πρόγραμμα της συνεργασίας για την Ασφάλεια και την Διατροφική Κυριαρχία στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική (SANA), με στόχο την καταπολέμηση της πείνας.

Τον αρχικό προϋπολογισμός του προγράμματος, ύψους 12 δισεκατομμυρίων δολαρίων, προσέφερε η κυβέρνηση της Βενεζουέλας. Το πρόγραμμα SANA γεννήθηκε με σκοπό να λειτουργήσει με ιδιαίτερη έμφαση στις χώρες της ALBA (χώρες της Μπολιβαριανής Συμμαχίας για τους Λαούς της Αμερικής μας) και στις 21 χώρες που συσπειρώθηκαν στη συμφωνία της Petrocaribe.