Αυστραλία: Δημοσιογράφοι και ΜΜΕ υπό διωγμό μετά τις αποκαλύψεις για τις δολοφονίες από αυστραλούς στρατιώτες στο Αφγανιστάν

Περισσότεροι από 12 δημοσιογραφικοί όμιλοι και συνδικάτα δημοσιογράφων στην Αυστραλία ένωσαν σήμερα τις δυνάμεις τους για να ζητήσουν μεταρρυθμίσεις στη νομοθεσία για την ελευθερία του Τύπου μετά τις έρευνες της αστυνομίας στα γραφεία της κρατικής τηλεόρασης της χώρας και στο σπίτι μίας δημοσιογράφου.

Ο συνασπισμός Right to Know (Δικαίωμα στην ενημέρωση) ζήτησε από την κυβέρνηση της Αυστραλίας να τροποποιήσει τη νομοθεσία ώστε οι δημοσιογράφοι να μην κινδυνεύουν με φυλάκιση επειδή κάνουν τη δουλειά τους, αλλά και για να προστατευθεί το δικαίωμα των πολιτών στην ενημέρωση.

Η ομοσπονδιακή αστυνομία της Αυστραλίας πραγματοποίησε έρευνα στις 5 Ιουνίου στα γραφεία στο Σίδνεϊ του κρατικού τηλεοπτικού σταθμού της χώρας ABC εξαιτίας μιας εκπομπής που μετέδωσε στην οποία αποκάλυπτε τις παράνομες δολοφονίες που διέπραξαν οι αυστραλιανές ειδικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν.

Μία ημέρα νωρίτερα η αστυνομία είχε ερευνήσει το σπίτι στην Καμπέρα της δημοσιογράφου της News Corp Australia Ανίκα Σμέθερστ, η οποία είχε γράψει άρθρα για τα σχέδια της κυβέρνησης της Αυστραλίας να δώσει περισσότερες εξουσίες στις υπηρεσίες Πληροφοριών.

Και οι δύο όμιλοι έχουν προσφύγει στη δικαιοσύνη για τις έρευνες και έχουν ζητήσει να ακυρωθούν τα εντάλματα βάσει των οποίων πραγματοποιήθηκαν, αλλά και να τους επιστραφούν τα κατασχεθέντα έγγραφα.

Ο συνασπισμός ζήτησε επίσης την επαρκή προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, αλλά και μεταρρυθμίσεις στην ελευθερία της ενημέρωσης και τη νομοθεσία περί δυσφήμισης, καθώς και τη θέσπιση περιορισμών αναφορικά με το τι θεωρείται «απόρρητο» από την κυβέρνηση.

Ο συνασπισμός επιθυμεί οι δημοσιογράφοι να εξαιρούνται από τους νόμους για την εθνική ασφάλεια που υιοθετήθηκαν τα τελευταία επτά χρόνια και οι οποίοι «θα τους βάλουν φυλακή επειδή κάνουν τη δουλειά τους».

Στον συνασπισμό συμμετέχουν αντίπαλοι δημοσιογραφικοί όμιλοι, ανάμεσά τους ο ABC, o Νews Corp Australia του Ρούπερτ Μέρντοχ, η αυστραλιανή έκδοση της βρετανικής εφημερίδας The Guardian και ο γερμανικής ιδιοκτησίας όμιλος Bauer Media Group.

Επίσης οι επικεφαλής των τριών μεγαλύτερων δημοσιογραφικών ομίλων της Αυστραλίας ένωσαν τις δυνάμεις τους για να υπογραμμίσουν την ανάγκη για ισχυρή ελευθερία του Τύπου σε ένα τηλεοπτικό διάγγελμα.

Ο επικεφαλής της News Corp Australia Μάικλ Μίλερ κατήγγειλε τις έρευνες της αστυνομίας ως «εκφοβισμό». «Οι έρευνες αυτές θέτουν τη δημοκρατία μας σε κίνδυνο, θέτουν το δικαίωμά μας στην ενημέρωση σε κίνδυνο και θέτουν τους ανθρώπους που μιλούν στους δημοσιογράφους σε κίνδυνο», τόνισε.

Η αστυνομία της Αυστραλίας ανακοίνωσε ότι οι δύο έρευνες δεν σχετίζονται η μία με την άλλη, αλλά «και οι δύο αφορούν διαφορετικές καταγγελίες για τη δημοσιοποίηση απόρρητων εγγράφων, που αντίκειται στη νομοθεσία 1914, ένα πολύ σημαντικό ζήτημα το οποίο ενδεχομένως να υπονομεύει την εθνική ασφάλεια της Αυστραλίας».

Ο Αυστραλός πρωθυπουργός Σκοτ Μόρισον επεσήμανε ότι αν και στηρίζει την ελευθερία του Τύπου, «κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου». Αρνήθηκε ότι η κυβέρνησή του ζήτησε τις έρευνες αυτές και επεσήμανε ότι είναι ανοικτός στη βελτίωση της νομοθεσίας που αφορά τα μέσα ενημέρωσης.

Σύμφωνα με τον παγκόσμιο κατάλογο για την ελευθερία του Τύπου της οργάνωσης Δημοσιογράφοι χωρίς Σύνορα (RSF), η Αυστραλία βρίσκεται στην 21η θέση της κατάταξης, σημειώνοντας πτώση δύο θέσεων σε σχέση με πέρυσι.

Οι RSF επικρίνουν «τη δρακόντεια νομοθεσία» με την οποία είναι αντιμέτωποι δημοσιογράφοι, επισημαίνοντας ότι «η Αυστραλία υιοθέτησε το 2018 μία από τις πιο αυστηρές νομοθεσίες κατά της δυσφήμησης μεταξύ των ελεύθερων δημοκρατιών, ενώ η αντιτρομοκρατική της νομοθεσία και η νομοθεσία για την εθνική ασφάλεια καθιστούν την κάλυψη αυτών των θεμάτων σχεδόν αδύνατη».