«Κώδωνας κινδύνου» για 2.500 θέσεις εργασίας στον κλάδο του φαρμάκου

farmaka-xrimata2

Τον κώδωνα του κινδύνου κρούουν για ακόμη μια φορά οι επιχειρήσεις στον κλάδο του φαρμάκου εξαιτίας των αυξανόμενων επιβαρύνσεων, όπως ισχυρίζονται, προκειμένου μεταξύ άλλων να καλυφθεί το μεγάλο «κενό» ανάμεσα στο κλειστό όριο στον προϋπολογισμό ΕΟΠΥΥ-νοσοκομείων και στις πραγματικές ανάγκες ασφαλισμένων και ανασφάλιστων πολιτών.

Οι προειδοποιήσεις για μεγάλο πλήγμα στη λειτουργία της αγοράς γίνονται πιο συγκεκριμένες, με τις φαρμακευτικές σε επιστολή τους προς τον Πρωθυπουργό Α. Τσίπρα να αναφέρουν πως οι επιβαρύνσεις αναμένεται να οδηγήσουν στην απώλεια έως και 2.500 θέσεων εργασίας στον κλάδο (στην Ελλάδα, η απασχόληση στο στενό πυρήνα της παραγωγής φαρμακευτικών προϊόντων διαμορφώθηκε στα 14,4 χιλιάδες άτομα το 2017, μειωμένη ήδη κατά 14,3% σε σχέση με το 2016, όπως αναφέρεται στην πρόσφατη έκδοση «Η Φαρμακευτική Αγορά Στην Ελλάδα: Γεγονότα και Στοιχεία 2018» του ΙΟΒΕ).

Τα «χαράτσια» αφορούν στο μηχανισμό του clawback (αναγκαστικές επιστροφές για να καλυφθεί η «τρύπα» στις δαπάνες) και για τις αναγκαστικές εκπτώσεις του rebate, που φέτος συνολικά υπολογίζονται σε 1,8 δισ. ευρώ από περίπου 1,4 δισ. τη χρονιά που πέρασε. Σύμφωνα με τις εταιρείες, οι μέχρι τώρα εκτιμήσεις του πρώτου τριμήνου φανερώνουν σημαντική αύξηση στο εξωνοσοκομειακό (περίπου 15% σε σχέση με την ίδια περίοδο πέρυσι) αλλά και στο νοσοκομειακό claw back σε σχέση με τα αποτελέσματα του 2018. Παράλληλα η δαπάνη των ανασφαλίστων τοποθετείται στα 300 εκατ. φέτος (από 240 εκατ. το 2018), ενώ ήδη στο τετράμηνο το κόστος άγγιξε τα 93 εκατ. ευρώ.

Όπως τονίζουν οι φαρμακευτικές, πέρα από τον ορατό κίνδυνο απολύσεων στο χώρο, οι επιβαρύνσεις οδηγούν στην εξόντωση αρκετών και την αποδυνάμωση όλων των εταιρειών του κλάδου, στην αποτροπή της εισόδου νέων φαρμάκων στη χώρα, στην απόσυρση θεραπειών αλλά και στην σημαντική αποεπένδυση στον κλάδο. Οι επιχειρήσεις συμπληρώνουν ακόμη πως κανένα νέο φάρμακο δεν έχει εισαχθεί εδώ και ένα χρόνο στη χώρα μας ως απόρροια των καθυστερήσεων στις διαδικασίες αξιολόγησης και διαπραγμάτευσης των νέων θεραπειών και της έλλειψης προβλεψιμότητας.