Πωλ Γκωγκέν: Η πολυχρωμία της αποικιοκρατίας

Από τους προδρόμους της μοντέρνας τέχνης, άνοιξε με τη ζωγραφική του νέους δρόμους στην τέχνη που κυριαρχούνταν από τις φωτεινές και απαλές πινελιές των ιμπρεσιονιστών, εισάγοντας έντονα χρώματα και περιγράμματα και μοτίβα ενός «Ινδιάνου σε εξορία», όπως είχε χαρακτηρίσει κάποτε τον εαυτό του

Ο Πολ Γκωγκέν σίγουρα δεν ήταν ο σύζυγος που θα ονειρευόταν οποιαδήποτε γυναίκα ή ο φίλος που θα ήθελε κανείς να έχεις. Άπιστος, βίαιος και αναξιόπιστος, ο ζωγράφος είχε την τύχη το ταλέντο και η κληρονομιά του να επισκιάσουν τον κάθε άλλο παρά αξιέπαινο χαρακτήρα του. Από τους προδρόμους της μοντέρνας τέχνης, άνοιξε με τη ζωγραφική του νέους δρόμους στην τέχνη που κυριαρχούνταν από τις φωτεινές και απαλές πινελιές των ιμπρεσιονιστών, εισάγοντας έντονα χρώματα και περιγράμματα και μοτίβα ενός «Ινδιάνου σε εξορία», όπως είχε χαρακτηρίσει κάποτε τον εαυτό του.

Αυτοπροσωπογραφία με φωτοστέφανο

Γεννήθηκε στις 7 Ιούνη 1848 στο Παρίσι, αλλά όταν ήταν ενάμιση ετών η οικογένειά του μετακόμισε στη Λίμα του Περού, καθώς ο πατέρας του ήταν δημοσιογράφος αντίθετος στο Ναπολέοντα Γ’ που τον ίδιο καιρό εγκαθίδρυε πραξικοπηματικά την εξουσία του. Ο πατέρας πέθανε εν πλω, κι η μητέρα του, Περουβιανής καταγωγής η ίδια, έζησε λίγα χρόνια με τα παιδιά της στα κτήματα ενός θείου της, πριν επιστρέψει στη Γαλλία. Στα 17 του χρόνια μπήκε στο εμπορικό ναυτικό και γύρισε σε πολλά μέρη του κόσμου. Στη συνέχεια εργάστηκε για μια δεκαετία περίπου ως χρηματιστής, μέχρι που το κραχ του 1882 του επέτρεψε, όπως έλεγε ο ίδιος, να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη μουσική. Σημαντική επίδραση άσκησε πάνω του η γνωριμία με το διάσημο ιμπρεσιονιστή ζωγράφο Καμίλ Πισαρό, και οι πρώτοι του πίνακες αφορούσαν σκηνές της γαλλικής πρωτεύουσας. Έζησε ένα χρόνο στην Κοπεγχάγη με τη Δανή σύζυγό του, την οποία κακοποιούσε όμως βάναυσα, και τα πέντε παιδιά τους, αποφασίζοντας τελικά να γυρίσει μόνος στο Παρίσι για να ακολουθήσει καριέρα ζωγράφου.

Αρχικά δεν είχε ιδιαίτερη έμπνευση ή επιτυχία ως ζωγράφος. Αν και συμμετείχε σε εκθέσεις μαζί με τους ιμπρεσιονιστές, δε συγκινούνταν από το στιλ τους. Αποσύρθηκε στη Βρετάνη σε μια αποικία καλλιτεχνών, όπου ζωγράφιζε πίνακες σε παστέλ αποχρώσεις, επηρεασμένος από τον ιμπρεσιονιστή Ντεγκά, διάσημο για τους πίνακες με τις χορεύτριές του. Η ρήξη του με τον ιμπρεσιονισμό έρχεται ένα χρόνο μετά, το 1888, με το έργο «Το όραμα μετά το κήρυγμα», καθαρά συμβολιστικού χαρακτήρα και με χρώματα πλούσια και έντονα. Η επιρροή του από το συμβολισμό, οφείλεται και στη συναναστροφή του με διάσημους ποιητές του συγκεκριμένου ρεύματος, όπως ο Μαλαρμέ, ο Ρεμπώ και ο Βερλαίν.

Το έργο του προκάλεσε αρνητικές αντιδράσεις, που αποτυπώνονται σε μια επιστολή του Γκωγκέν στο φίλο του Βίνσεντ Βαν Γκονγκ: Ζωγράφισα μόλις ένα θρησκευτικό πίνακα, πολύ κακά εκτελεσμένο, αλλά ήταν ενδιαφέρον να το ζωγραφίσω και μου αρέσει. Ήθελα να το δώσω στην εκκλησία του Pont – Aven. Φυσικά δεν το ήθελαν.

Το όραμα μετά το κήρυγμα

Τον ίδιο εκείνο χρόνο, ο Γκωγκέν καλεί τον Βαν Γκογκ να μείνει και να δουλέψει μαζί του στην Αρλ της Νότιας Γαλλίας. Ο Ολλανδός ζωγράφος δέχεται, μολονότι ήδη ταλαιπωρούνταν από ψυχικά προβλήματα. Σύντομα η συνύπαρξη θα αποδειχτεί προβληματική, με το Γκωγκέν να αποφασίζει να μετακομίσει. Η ταραχή του Βαν Γκογκ ήταν τόσο μεγάλη, που θεωρείται αφορμή για το διαβόητο επεισόδιο κατά το οποίο έκοψε μέρος του αυτιού του.  Η επικρατέστερη εκδοχή θέλει το Βαν Γκογκ να προβαίνει σε απόπειρα επίθεσης κατά του Γκωγκέν με ξυράφι, πριν το στρέψει τελικά στον εαυτό του, υπάρχει όμως και μια εκδοχή σύμφωνα με την οποία στην πραγματικότητα ο ίδιος ο Γκωγκέν τραυμάτισε με μαχαίρι το φίλο του, αλλά στη συνέχεια εκείνος συμφώνησε να τον καλύψει για να τον προστατεύσει από τις συνέπειες.

Αν και δεν ξανασυναντήθηκαν έκτοτε, οι δυο καλλιτέχνες εξακολούθησαν να έχουν επικοινωνία ως το θάνατο του Βαν Γκογκ δυο χρόνια μετά.

Βυθισμένος σε οικονομικές δυσκολίες και αποτελματωμένος δημιουργικά, ο Γκωγκέν αποφασίζει να πάει στην Ταϊτή, για να δραπετεύσει και να βρει ξανά τη χαμένη του έμπνευση.

Από πού ερχόμαστε, τι είμαστε, πού πάμε;

Έφτασε το 1891 στη γαλλική Πολυνησία, όπου έζησε για δυο χρόνια σε μια καλύβα, ζωγραφίζοντας πολύχρωμα τοπία και πορτραίτα ιθαγενών γυναικών, ανάμεσά τους κι εκείνο της 13χρονης ντόπιας δεύτερης συζύγου του, μολονότι τυπικά παρέμεινε παντρεμένος στη Γαλλία μέχρι και την παροδική επιστροφή του στο Παρίσι το 1893. Μην καταφέρνοντας να προσελκύσει κοινό με τους εξωτικούς του πίνακες, αλλά και τη συγγραφή των σχετικών απομνημονευμάτων του, εγκαταστάθηκε μόνιμα στη γαλλική Πολυνησία από το 1895 , ενώ έζησε με άλλες δύο ιθαγενείς, 14 ετών αμφότερες. Παρά την τεράστια επίδραση που άσκησαν, κυρίως μετά το θάνατό του, οι πίνακές του στη γαλλική και όχι μόνο ζωγραφική, στο πέρασμα των δεκαετιών ερμηνεύτηκαν ως παραδείγματα αποικιοκρατικής αντίληψης και επιβολής. Μάλιστα, ο Γκωγκέν, απογοητευμένος που δε βρήκε το στερεότυπο του «ευγενούς αγρίου» που είχε στο μυαλό του, κατηγορούσε τους ντόπιους για υπερβολικό «εκδυτικισμό», τον οποίο φυσικά εκ των πραγμάτων επέβαλαν οι συμπατριώτες του αποικιοκράτες. Έφυγε από τη ζωή στις 8 Μάη του 1903, πιθανότητα από επιπλοκές σύφιλης, πριν προλάβει να δει την αναγνώριση από ομοτέχνους, κοινό και κριτικούς, που τον κατέταξαν σε έναν από τους σημαντικότερους ζωγράφους της γενιάς του, παρά την αμφιλεγόμενη ιδεολογική νοηματοδότηση των ταϊτινών πινάκων του.

Δύσκολες Νύχτες