Άκυρη σύμβαση εγγύησης δανείου! Δικαίωση γιατί η τράπεζα «εκμεταλλεύτηκε την απειρία της εγγυήτριας»

Ηχηρό «χαστούκι» δίνει το Πολυμελές Πρωτοδικείο της Αθήνας με πρόσφατη απόφαση του (υπ´ αριθμόν 184/2019) σε τράπεζα, η οποία διεκδικούσε από εγγυήτρια καταναλωτικού δανείου, οφειλή ύψους 31.000 ευρώ.

Το Δικαστήριο ακύρωσε τη σύμβαση εγγύησης του δανείου (σύμφωνα με τα άρθρα 178-179 ΑΚ), κρίνοντας ότι η τράπεζα εκμεταλλεύτηκε τη κουφότητα και την απειρία της εγγυήτριας στις τραπεζικές συναλλαγές και την απάλλαξε από την υποχρέωση καταβολής του ποσού. Παράλληλα, υποχρέωσε την τράπεζα να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα ύψους 650 ευρώ!

Τι συνέβη 

Η περιπέτεια της εγγυήτριας άρχισε το 2008, όταν ήταν μόλις 23 ετών! Η κοπέλα, ούσα παντελώς άπειρη με τις τραπεζικές συναλλαγές, συμβλήθηκε ως εγγυήτρια στη δανειακή σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ θυγατρικής της τράπεζας και του τότε συντρόφου της. Βάση της σύμβασης χορηγήθηκε στον άνδρα με τον οποίο διατηρούσε ολιγόμηνο συναισθηματικό δεσμό, καταναλωτικό δάνειο ύψους 14.000 ευρώ, προκειμένου να αποπληρώσει οφειλές του σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα.

Ωστόσο, η τραπεζική υπάλληλος που κατήρτισε τη σύμβαση την διαβεβαίωσε ότι πρόκειται για μία εντελώς τυπική διαδικασία που θα διευκόλυνε την έγκριση του δανείου του συντρόφου της.

Από τότε, η κοπέλα ουδεμία ενημέρωση είχε για την κίνηση του λογαριασμού της εν λόγω δανειακής σύμβασης ούτε από την τράπεζα ούτε από τον σύντροφό της, αφού η σχέση τους έληξε λίγους μήνες μετά.

Οι οχλήσεις 8 χρόνια μετά

Οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά, οχλήθηκε τηλεφωνικώς, από εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, η οποία, το πρώτον την ενημέρωσε ότι υφίσταται σε βάρος της απαίτηση ύψους 31.000 ευρώ περίπου, η οποία προερχόταν από το εν λόγω δάνειο, το οποίο σταμάτησε να εξυπηρετεί σχεδόν αμέσως μετά την εκταμίευση του ποσού του δανείσματος ο πρώην σύντροφός της.

Όπως προέκυψε από τα στοιχεία της υπόθεσης που εξέτασε το Πολυμελές Πρωτοδικείο της Αθήνας, η υπάλληλος της τράπεζας διαβεβαίωσε την 23χρόνη τότε κοπέλα ότι «πρόκειται για μια εντελώς τυπική διαδικασία που θα διευκόλυνε την έγκριση του από τα κεντρικά», ενώ παράλληλα της είπε ότι δεν έχει να φοβάται τίποτα. Η κοπέλα, όπως αναφέρεται στην απόφαση, σε ηλικία μόλις 23 ετών και ούσα παντελώς άπειρη με τις τραπεζικές συναλλαγές, αφού δεν είχε ποτέ δανειοδοτηθεί έως τότε από κάποιο πιστωτικό ίδρυμα ούτε είχε κάποια οφειλή προς οιονδήποτε πιστωτικό ή άλλο φορέα, γεγονός για το οποίο ενημέρωσε την υπάλληλο και χωρίς να διαθέτει ιδιαίτερη πανεπιστημιακή μόρφωση, αφού ήταν απόφοιτος λυκείου και εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος (γραμματέας) σε εταιρεία, συμβλήθηκε ως εγγυήτρια στη δανειακή σύμβαση.

Επιπλέον, η υπάλληλος, συμπλήρωσε ανακριβώς τα στοιχεία της προσωπικής -περιουσιακής κατάστασης των συμβαλλομένων και συγκεκριμένα τόσο του δανειολήπτη – πρωτοφειλέτη, όσο και της εγγυήτριας, με σκοπό την υψηλότερη βαθμολογία στη συστημική αξιολόγηση του δανείου από το αρμόδιο τμήμα, ώστε να καταστεί απολύτως βέβαιη η έγκριση του από αυτό.

Έθεσε ανακριβώς θετική απάντηση σε ερωτήσεις

Συγκεκριμένα, έθεσε ανακριβώς θετική απάντηση στις ερωτήσεις αν η εγγυήτρια διαθέτει οικόπεδα, κτίρια, αυτοκίνητο και οφειλή δανείου από αυτοκίνητο, ενώ η τελευταία δεν διέθετε ούτε ακίνητη περιουσία ούτε Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ούτε και είχε κάποια οφειλή, ενώ αντίθετα καταχώρησε ανακριβώς αρνητική απάντηση στις ερωτήσεις αν ο δανειολήπτης είχε οφειλές από οιασδήποτε φύσης δάνειο (καταναλωτικό, προσωπικό, επαγγελματικό ή στεγαστικό), ενώ ο σκοπός του ληφθέντος δανείου ήταν η αποπληρωμή υφιστάμενων υποχρεώσεων αυτού προς άλλα πιστωτικά ιδρύματα.

Τελικά, το Πολυμελές Πρωτοδικείο κατέληξε ότι:

«Η ενάγουσα ωθήθηκε στην υπογραφή της δανειακής σύμβασης με την ιδιότητα της εγγυήτριας, παρασυρθείσα από τις διαβεβαιώσεις της υπαλλήλου της εναγόμενης ότι πρόκειται μόνο για μία απλή και τυπική υπογραφή στο κείμενο της δανειακής σύμβασης, που θα διευκόλυνε την έγκριση του δανείου από το αρμόδιο τμήμα χορήγησης, χωρίς επ’ ουδενί να αντιλαμβάνεται τη σημασία και το μέγεθος της ευθύνης που συνεπάγεται η πράξη της.

Το βέβαιον δε είναι ότι το συγκεκριμένο ποσό αποταμιεύτηκε και έκανε χρήση του αποκλειστικά ο τότε σύντροφός της και δανειολήπτης και ουδεμία ωφέλεια είχε εξ αυτού η ίδια η εγγυήτρια, η οποία -σημειωτέον- λίγους μήνες μετά την υπογραφή της δανειακής σύμβασης διέκοψε τη σχέση της με τον δανειολήπτη και έκτοτε δεν είχε καμία επικοινωνία μαζί του.

Εξάλλου, δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα διαθέτει ιδιαίτερη μόρφωση, εκπαιδευτική, επαγγελματική ή κοινωνική, για να αντιληφθεί τη σημασία της εκ μέρους της σύναψης σύμβασης εγγύησης με την τράπεζα, προκειμένου να εξυπηρετήσει και εξασφαλίσει το δάνειο που έλαβε ο τότε σύντροφος της, αφού, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, επρόκειτο για μια νεαρή κοπέλα 23 ετών, απόφοιτη λυκείου, που δεν διέθετε καμία εμπειρία στις τραπεζικές συναλλαγές, αφού δεν είχε ποτέ δανειοδοτηθεί από κάποιο πιστωτικό ίδρυμα ούτε είχε και κάποια οφειλή προς οιονδήποτε πιστωτικό ή μη φορέα.

Πέραν δε τούτων, η εναγόμενη τραπεζική εταιρεία δεν έλεγξε προσηκόντως την οικονομική δυνατότητα της ενάγουσας για την παροχή της εγγύησης και την εκ μέρους της ανάληψη τέτοιας υποχρέωσης, αφού επρόκειτο για μια απλή μισθωτή υπάλληλο που δεν διέθετε άλλους οικονομικούς πόρους για τη διαβίωση της πέραν του μισθού της, αλλά ούτε και προέβη – ως όφειλε – στην ορθή αξιολόγηση των οικονομικών της στοιχείων, τα οποία, απεναντίας συμπλήρωσε ανακριβώς, προκειμένου να επιτύχει υψηλότερη βαθμολογία στη συστημική αξιολόγηση του δανείου από το αρμόδιο τμήμα, όπως εκτενώς ανωτέρω εκτέθηκε.

Ειδικότερα, η εναγόμενη τράπεζα υποχρεούταν σε παροχή ενημέρωσης, πληροφοριών και εξηγήσεων σε σχέση με το αντικείμενο της σύμβασης και μάλιστα τέτοιων, που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην απόφαση της εγγυήτριας, και μάλιστα φέρει την ευθύνη να απαντά αληθώς στις ερωτήσεις του εγγυητή, να τον διαφωτίζει αυτεπάγγελτα όταν είναι σαφές από την εμπειρία της ότι ο τελευταίος δεν έχει αντιληφθεί το αντικείμενο της κύριας συναλλαγής (πίστωσης), για τον κίνδυνο που προκαλείται από την αφερεγγυότητα του πρωτοφειλέτη και τη μη εξυπηρέτηση του δανείου εκ μέρους του και να μην υποβαθμίζει εν γνώσει της τον κίνδυνο που αναλαμβάνει ο εγγυητής παρουσιάζοντας πλασματικά την ανάληψη της εγγύησης εκ μέρους του ως «απλώς τυπικό στοιχείο» όπως συνέβη εν προκειμένω.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι οικονομικές δυνάμεις της ενάγουσας, η οποία ήταν και παραμένει μια απλή μισθωτή υπάλληλος με χαμηλό μηνιαίο εισόδημα από την εργασία της, δεν δικαιολογούσαν την ανάληψη τέτοιας υποχρέωσης με ελεύθερη βούληση και συνείδηση των πράξεών της.

Κατά συνέπεια, η εναγόμενη δια της προστηθείσας υπαλλήλου της εκμεταλλεύτηκε την κουφότητα και την απειρία της στις τραπεζικές συναλλαγές για να την επηρεάσει και να της επιβάλει – έστω και με έμμεσο τρόπο- την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης και δεν την ενημέρωσε – ως όφειλε σαν υπεύθυνος πιστωτικός φορέας – για το μέγεθος και τη σοβαρότητα της ευθύνης, το ύψος της οφειλής που αναλάμβανε, στο ίδιο ύψος με την κύρια οφειλή του πρωτοφειλέτη και τον κίνδυνο να βρεθεί εκτεθειμένη στην αποπληρωμή της κύριας οφειλής, σε περίπτωση μη ανταπόκρισης του πρωτοφειλέτη στις δανειακές του υποχρεώσεις ακόμα και με την προσωπική της περιουσία, όπερ και συνέβη, αφού ο δανειολήπτης – πρωτοφειλέτης σχεδόν αμέσως μετά την κατάρτιση της επίμαχης δανειακής σύμβασης και την εκταμίευση του ποσού του δανείσματος σταμάτησε να αποπληρώνει τις οφειλόμενες δόσεις αυτού, όπως προκύπτει από την αναλυτική κίνηση του λογαριασμού της δανειακής του σύμβασης, στην οποία εμφαίνεται ότι η τελευταία καταβολή που πραγματοποίησε έλαβε χώρα την 05-12-2008 και έκτοτε δεν προέβη σε καμία άλλη καταβολή οιουδήποτε ύψους έναντι της οφειλής του προς την εναγόμενη τραπεζική εταιρεία και για το λόγο αυτό η τελευταία μετέφερε στις 05-10-2009 το δάνειο σε οριστική καθυστέρηση με οφειλόμενο την ως άνω ημερομηνία ποσό ύψους 14.151,58 ευρώ».

Το Δικαστήριο έκρινε ότι:

«Η συμβατική συμπεριφορά της τράπεζας ήταν αθέμιτη και καταπλεονεκτική σε βάρος της ενάγουσας και δεν μπορούν οι όροι της να συγχωρεθούν και δικαιολογηθούν αποκλειστικά και μόνο προς όφελος του πιστούχου και της τράπεζας, διότι διαταράσσουν υπέρμετρα την ισορροπία μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από την έννομη σχέση του δανείου σε σχέση με τις τρεις εμπλεκόμενες πλευρές, προδήλως δε καταχρηστικά, δυσανάλογα και αντίθετα στα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καταπλεονεκτικά και άδικα σε βάρος της εγγυήτριας, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να αφεθεί ανυπεράσπιστη ως το πλέον αδύναμο μέρος της σύμβασης πίστωσης, στο έλεος των συμφερόντων και των αποφάσεων των άλλων συμβαλλομένων.

Η εξέλιξη αυτή είναι αφόρητα επαχθής για την εγγυήτρια, η οποία δεσμεύθηκε υπέρμετρα πέρα από κάθε έννοια συμβατικής ελευθερίας και λογικής, χωρίς να έχει ως αντιστάθμισμα οποιοδήποτε συμφέρον ή ενδιαφέρον από τη σύμβαση πίστωσης υπέρ του πρωτοφειλέτη, από την οποία οφέλη είχαν μόνο η τράπεζα, η οποία εξασφάλισε την απαίτηση της με την προσωπική περιουσία της εγγυήτριας και ο πιστούχος, ο οποίος καρπώθηκε το προϊόν του δανείσματος, είναι δε προφανής η δυσαναλογία παροχής -αντιπαροχής μεταξύ των συμβαλλομένων στη σύμβαση πίστωσης-εγγύησης.

Ως εκ τούτου, βάσει των ανωτέρω, προκύπτει ότι η συγκεκριμένη δικαιοπραξία ήταν αισχροκερδής, καταπλεονεκτική και αντικείμενη στα χρηστά ήθη σε βάρος της εγγυήτριας, διότι εξωθήθηκε στην υπογραφή της χωρίς αντίστοιχη παροχή – ωφέλεια για την ίδια, με εκμετάλλευση της κουφότητας και της απειρίας της από την τράπεζα, αλλά και τον πρωτοφειλέτη, οι οποίοι πέτυχαν τη λήψη ωφελημάτων για λογαριασμό τους και μόνον από την εκταμίευση και χρήση του εν λόγω δανείου.

Τούτο υπερβαίνει το μέτρο που είναι φυσικό και επιτρεπτό κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, καθώς η συμβατική ελευθερία της εγγυήτριας δεσμεύτηκε υπέρμετρα».