Το εργατικό τραγούδι και το λαϊκό κίνημα

Από το Γιώργο Αλεξάτο, ιστορικό - συγγραφέα

Ο πολιτισμός αποτελεί καίριο πεδίο ιδεολογικής διαπάλης μεταξύ της άρχουσας τάξης και του λαϊκού μας κινήματος.

Μιλώντας για το «εργατικό τραγούδι», θα πρέπει να το διαχωρίσουμε από το «τραγούδι της εργασίας», στο οποίο εντάσσονται και τραγούδια που δεν αναφέρονται στον κόσμο της εξαρτημένης μισθωτής εργασίας, συμπεριλαμβάνοντας και θέματα που αφορούν ανεξάρτητους παραγωγούς, όπως μικροϊδιοκτήτες αγρότες και τεχνίτες, ψαράδες, επιτηδευματίες και άλλους.

Ως εργατικό τραγούδι ορίζουμε αυτό που αντλεί τη θεματική του από τον κόσμο που υφίσταται άμεσα την καπιταλιστική εκμετάλλευση και κατά συνέπεια την εργατική τάξη.

Ως τέτοιο, το εργατικό τραγούδι αποτελεί είδος που εμφανίζεται σχεδόν ταυτόχρονα με την εμφάνιση των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, αποτελώντας μία από τις εκφράσεις του λαϊκού τραγουδιού των πόλεων. Εκείνου του τραγουδιού που εμφανίζεται και αναπτύσσεται στα αστικά κέντρα, όπου συρρέουν πληθυσμοί από την ηπειρωτική και νησιωτική ύπαιθρο, οι οποίοι συνδιαμορφώνουν τη δική τους κοινή μουσική έκφραση, με τη σύμμειξη ρυθμών και ακουσμάτων της δημοτικής παράδοσης, έχοντας δεχτεί και επιρροές από ξένα, δυτικά ακούσματα, καθώς τα αστικά κέντρα και κυρίως τα εμποροναυτιλιακά κέντρα, αποτελούν τόπο συνάντησης πολλαπλών ντόπιων και ξένων πολιτισμικών και πολιτιστικών ρευμάτων.

Αυτή ακριβώς η ιδιαιτερότητα είναι που κάνει αναγκαία και τη διάκριση ανάμεσα στο παραδοσιακό δημοτικό τραγούδι και στο λαϊκό τραγούδι των πόλεων. Μια διάκριση που εμφανίζεται και διεθνώς, εκφραζόμενη με τους όρους folk και pop.

Το ελληνικό λαϊκό τραγούδι των πόλεων, έχοντας τις ρίζες του κυρίως στα αστικά εμποροναυτιλιακά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ιδιαίτερα στην Πόλη και τη Σμύρνη, θα εμφανιστεί στην Ελλάδα στα χρόνια του Μεσοπολέμου, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, με τη μορφή του ρεμπέτικου. Ένα είδος τραγουδιού που διαμορφώνεται στα αστικά κέντρα της χώρας μας και κυρίως στους προσφυγικούς συνοικισμούς, ως έκφραση εκείνου του κόσμου που κινείται στα συγκεχυμένα όρια μεταξύ των πιο φτωχών τμημάτων της εργατικής τάξης της εποχής και του κοινωνικού περιθωρίου.

Είναι αυτή ακριβώς η κοινωνική του απεύθυνση που θα του προσδώσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, τα οποία θα εμποδίσουν τη συνάντηση με το αναπτυσσόμενο εκείνα τα χρόνια εργατικό κίνημα. Για τους πρωτοπόρους αγωνιστές του Μεσοπολέμου, η θεματολογία της ποινικής παραβατικότητας και η εξύμνηση του τρόπου ζωής του «ρεμπέτη» αντίκειται στην επιδίωξη της ταξικής συνειδητοποίησης και του αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση. Όπως έγραφε ο ηγέτης του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης, τα τραγούδια «της κάμας και του τεκέ» δεν μπορούσαν να αποτελούν πολιτιστική έκφραση της αγωνιζόμενης εργατικής τάξης.

Εντούτοις και στον βαθμό που κατά την περίοδο 1930-36 αναπτύσσονται μεγάλοι εργατικοί και λαϊκοί αγώνες, ενώ το ρεμπέτικο, χάρη και στη δισκογραφία, αποκτά όλο και πιο διευρυμένο εργατικό και λαϊκό κοινό, θα υπάρξουν σημαντικά βήματα σύγκλισης. Τα τραγούδια «Είμαι εργάτης τιμημένος» και «Ο θερμαστής», των Παναγιώτη Τούντα και Γιώργου Μπάτη, είναι χαρακτηριστικά.

Η συνάντηση του ρεμπέτικου με τον ευρύτερο κόσμο της εργατικής τάξης και των άλλων κυριαρχούμενων λαϊκών τάξεων και στρωμάτων, θα συντελεστεί, παραδόξως, στα χρόνια της δικτατορίας Μεταξά.

Η λογοκρισία μουσικών ρυθμών, που κρίνονται «ξένοι» και «ανατολίτικοι», και της θεματολογίας της παραβατικότητας από τη δικτατορία, που ευνοεί τον «εξευρωπαϊσμό» του λαϊκού πολιτισμού, θα συντελέσει στην τομή την οποία πραγματοποιεί ένα νέο ύφος, το οποίο συνδέεται με το έργο ενός νέου λαϊκού συνθέτη, του Βασίλη Τσιτσάνη.

Θα ακολουθήσει η περίοδος της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου, η Μεγάλη Δεκαετία του 1940, κατά την οποία το λαϊκό τραγούδι των πόλεων θα καταξιωθεί ως η κύρια μορφή μουσικής έκφρασης του λαϊκού κόσμου, ενώ η θεματολογία του αντλεί από τις συνθήκες ζωής και τους αγώνες του λαού μας. Την περίοδο αυτή θα μεσουρανήσει ο Τσιτσάνης και θα τον ακολουθήσουν και πολλοί άλλοι νέοι, αλλά και παλιότεροι λαϊκοί συνθέτες.

Το λαϊκό τραγούδι εκείνης της περιόδου θα αποτελέσει τη βάση για τη διαμόρφωση του μεταπολεμικού λαϊκού τραγουδιού. Ενός τραγουδιού που περισσότερο παρά ποτέ άλλοτε θα αντλήσει τη θεματική του από τις συνθήκες ζωής της ηττημένης στον Εμφύλιο εργατικής τάξης, με κύριο εκφραστή τον λαϊκό τραγουδιστή Στέλιο Καζαντζίδη.

Είναι εκατοντάδες τα τραγούδια των δεκαετιών 1950 και ’60 που αναφέρονται στη φτώχεια, την ανεργία, τις δύσκολες συνθήκες εργασίας, την κοινωνική αδικία και εκμετάλλευση, τη μετανάστευση. Και μέσα απ’ αυτά εκφράζεται μια εργατική τάξη που προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της, σε συνθήκες άγριας εκμετάλλευσης και αστυνομοκρατίας, σε μια χώρα αμερικανοκρατούμενη.

Συχνά αφελείς και χωρίς άμεσες αναφορές σε ιδεολογικοπολιτικά προτάγματα, οι στίχοι των εργατικών τραγουδιών εκείνων των χρόνων, εκφράζουν, εντούτοις, το αυθόρμητο ταξικό ένστικτο για το οποίο έκανε λόγο ο Λένιν, τονίζοντας πως αποτελεί στοιχείο πρωτογενούς ταξικής συνειδητοποίησης.

Η εργατική τάξη της εποχής αρνείται, μέσα και από τα τραγούδια που την εκφράζουν, το καθεστώς που επέβαλαν οι νικητές του Εμφυλίου. Όπως αναφέρω συχνά, μιλώντας για το λαϊκό τραγούδι εκείνων των χρόνων, μια ενσωματωμένη και παραιτημένη εργατική τάξη θα τραγουδούσε «Στο Άλα Κάλα Κούμπα τρελαίνονται για ρούμπα». Ετούτη η εργατική τάξη τραγουδούσε «Πικρό σαν δηλητήριο είναι το διαβατήριο που πήρα για τα ξένα» και «Να σου δώσω μια να σπάσεις, αχ, βρε κόσμε γυάλινε».

Άλλωστε, είναι η ίδια εργατική τάξη που ανέδειξε την καθημαγμένη και διωκόμενη Αριστερά σε αξιωματική αντιπολίτευση το 1958, μόλις εννιά χρόνια από την πολιτικοστρατιωτική συντριβή στον Γράμμο. Το 25% της ΕΔΑ σ’ εκείνες τις εκλογές σήμαινε 55%, 60%, ακόμη και 70% στις εργατογεινονιές. Ανάλογα ήταν τα ποσοστά της Αριστεράς στους εργατικούς-λαϊκούς δήμους όλης της χώρας κατά τις αυτοδιοικητικές εκλογές όλης εκείνης της περιόδου.

Πάνω σ’ αυτή τη λαϊκή μουσική έκφραση θα βασιστεί ο Μίκης Θεοδωράκης για τη μεγάλη πολιτιστική αναγέννηση από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, ενώ ο πρωτοπόρος κλάδος των οικοδόμων θα συγκρούεται με τις δυνάμεις καταστολής, με τα γιαπιά ν’ αντιλαλούν το τραγούδι που ερμήνευσε ο Καζαντζίδης: «Οικοδόμοι παλικάρια».

Το εργατικό τραγούδι θα εμφανιστεί με νέα μορφή μετά τη Μεταπολίτευση. Σαφώς πολιτικοποιημένο, πλέον, θα συνοδεύει τους εργατικούς και λαϊκούς αγώνες της εποχής, με την καθοριστική συμβολή του Μάνου Λοΐζου, ενώ δεν θα απουσιάσει και από τη στιχουργική τομή που επιχειρεί ο Μανώλης Ρασούλης.

Σήμερα, δεκαετίες μετά, μοιάζει να διασχίζουμε την έρημο. Μεσολάβησε η κυριαρχία του σκυλάδικου και των τεκνο-τσιφτετελιών, ως έκφραση της ιδεολογικής ηγεμονίας του μικροαστισμού, στις εποχές της επίπλαστης προμνημονιακής «ευημερίας». Τότε που κυρίαρχη αναδεικνυόταν η φιγούρα αυτών που ήθελαν να είναι «και του λιμανιού και του σαλονιού».

Τις συνέπειες της πολιτισμικής και πολιτιστικής υποχώρησης τις βιώνουμε και στις μέρες μας. Ένα παράδειγμα νομίζω πως αρκεί:

Ενώ ο ξεριζωμός εκατοντάδων χιλιάδων, κυρίως νέων ανθρώπων, που αναζητούν την τύχη τους στα ξένα, προσλαμβάνει διαστάσεις ανάλογες με τη μεταναστευτική αιμορραγία της δεκαετίας του ’60, δεν υπάρχει ούτε ένα τραγούδι που ν’ αναφέρεται σ’ αυτή τη νέα εθνική και λαϊκή τραγωδία.

Μπροστά λοιπόν στο λαϊκό και εργατικό κίνημα προβάλλει επιτακτικό το καθήκον να δοθεί ξανά η μάχη για την εργατική ιδεολογική ηγεμονία στο λαϊκό τραγούδι και συνολικότερα στο πεδίο του πολιτισμού.