Ο καθηγητής του Εργατικού Δικαίου της Παντείου, Γ. Κουζής, εφ’ όλης της ύλης

Μιλά στην εκπομπή «Στη δουλειά & στον αγώνα» για την αύξηση του κατώτατου μισθού, την επεκτασιμότητα ΣΣΕ, τις ελαστικές σχέσεις εργασίας και τη μαύρη εργασία, τις ομαδικές απολύσεις σε τράπεζες και μεγάλες επιχειρήσεις, την εντατικοποίηση στην εργασία και τα ατυχήματα, καθώς και την ανάγκη για ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος

Στην εκπομπή «Στη δουλειά & στον αγώνα», που μεταδίδεται από το ραδιόφωνο της ΕΡΤopen και το διαδικτυακό ραδιόφωνο 2510, μίλησε ο καθηγητής του Εργατικού Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Γιάννης Κουζής, για την αύξηση του κατώτατου μισθού, για την ευέλικτες σχέσεις εργασίας, για την επεκτασιμότητα των συλλογικών συμβάσεων, τις ομαδικές απολύσεις αλλά και για το συνδικαλιστικό κίνημα κτλ. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, στην εποχή των μνημονίων, έγιναν πάνω από 100 παρεμβάσεις σε εργασιακά ζητήματα, πράγμα που οδήγησε στη χειροτέρευση της ζωής των εργαζομένων, τόσο στο εργασιακό τοπίο όσο και στο κοινωνικό· αυτές οι παρεμβάσεις παραμένουν ανέπαφες, πράγμα που σημαίνει πως το νέο τοπίο που δημιουργήθηκε στην αγορά εργασίας είναι κάτι που θα μείνει, κι οτιδήποτε πάει προς αλλαγή πρέπει να έχει τη σύμφωνη γνώμη των δανειστών.

(Τα έντονα κόκκινα γράμματα παραπέμπουν στα λεπτά της ηχητικού που ακολουθεί στο τέλος του κειμένου – η εκπομπή μεταδόθηκε στις 26-01-2019).

Για τον κατώτατο μισθό (00:35)

Δεν μπορεί να μην πει κανείς ότι δεν είναι θετικό η αύξηση του κατώτατου μισθού. Ωστόσο, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας κάτω από ποιους όρους και συνθήκες γίνεται. Κατά την άποψή μου, οι μισθοί θα έπρεπε να αυξάνονται κατά πολύ νωρίτερα, άλλωστε, με βάση το 2ο μνημόνιο αυτό έπρεπε να γίνει μετά το τέλος του 2016. Πέραν αυτού, αυτή η αύξηση που δίνεται τώρα δίνεται υπό την έγκριση -όπως προβλέπεται από τις μνημονιακές και μεταμνημονιακές δεσμεύσεις- των δανειστών, αλλά και του ΣΕΒ που αντιδρά και θέλει «συγκρατημένη» αύξηση, για να μην υπάρχουν, όπως ισχυρίζεται, προβλήματα στην ανταγωνιστικότητα.

Στην Ελλάδα, η «παραμονή» του κατώτατου μισθού επί 7 χρόνια στα ίδια επίπεδα είναι ένα πρωτοφανές φαινόμενο. Αυτό έχει δημιουργήσει ένα απόλυτο βάλτωμα στους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα, κι αυτό δεν αφορά μόνον στο κατώτατο μισθό. Το ότι συμπιέστηκε ο κατώτατος μισθός είχε ως αποτέλεσμα να συμπαρασύρει και όλους τους άλλους μισθούς αλλά και τα επιδόματα προς τα κάτω. Είναι χαρακτηριστικό πως το 2012 ο κατώτατος μισθός με πλήρη απασχόληση ήταν στα 751 ευρώ και συνολικά ένα ποσοστό 18% των εργαζομένων αμείβονταν με μισθό μέχρι τα 751 ευρώ. Σήμερα, με τη συμπίεση του κατώτατου μισθού, το 49% των εργαζομένων αμείβεται μέχρι τα 751 ευρώ μεικτά. Η αύξηση αυτή, τέλος, θα εξαφανιστεί με τη μείωση του αφορολόγητου, κάτι που θα πρέπει να γίνει, με βάση τις δεσμεύσεις από το 3ο μνημόνιο.

Για τις ελαστικές σχέσεις εργασίας και τη μαύρη εργασία (10:10)

Οι ελαστικές σχέσεις εργασίας το πρώτο που υπηρετούν είναι τη μείωση του εργατικού κόστους. Θεωρούν ότι είναι ένα «εργαλείο» για τη μείωση της ανταγωνιστικότητας. Από ένα σημείο και μετά, όταν τίθεται στο προσκήνιο το θέμα της ανταγωνιστικότητας, περνάει σε δεύτερη μοίρα το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Το νέο δόγμα, δεν είναι το ότι οι επιχειρήσεις καλούνται να καλύψουν κοινωνικές ανάγκες, διότι αυτός είναι ο ρόλος τους, αλλά το ότι έχουμε μια κοινωνία που αφήνει τις ανάγκες της υποβαθμισμένες, αναζητώντας το εάν θα έχουν ανταγωνιστικότητα ή όχι οι επιχειρήσεις μεταξύ τους. Αυτό είναι μια διαστροφή της πραγματικότητας, αλλά είναι το κυρίαρχο δόγμα της εποχής.

Αναφορικά με τη μαύρη και ανασφάλιστη εργασία, τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση δεν είναι αρκετά. Είναι φαινόμενο που έχει να κάνει με το ότι δε γίνονται οι έλεγχοι, στο βαθμό που πρέπει να γίνονται, οι επιθεωρητές είναι λίγοι, η προσφυγή στη δικαιοσύνη για τη δικαίωση ενός εργαζομένου είναι χρονοβόρα και κοστοβόρα κτλ., παράγοντες δηλαδή που αποτρέπουν ένα εργαζόμενο στο να κινηθεί και να διεκδικήσει ό,τι δικαιούται. Επιπλέον, επειδή δεν είναι γρήγορες οι διαδικασίες για απλά ζητήματα εργατικού δικαίου, δεν υπάρχει συνέχεια για τη δημιουργία Εργατοδικείων, όπου θα μπορούσε ο εργαζόμενος να προσφύγει και να βρει άμεσα το δίκιο του.

Και στη μη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του από ένα εργαζόμενο, έχουν ευθύνη και τα συνδικάτα. Το γεγονός ότι μόνον στο 2% των επιχειρήσεων υπάρχει συνδικαλιστική έκφραση είναι κι ένας παράγοντας που δεν ευνοεί την ύπαρξη του συνδικαλιστικού «ματιού» σε κάποια επιχείρηση, ώστε να μπορεί να γίνεται έλεγχος τόσο της εργατικής νομοθεσίας όσο και της εφαρμογής των ΣΣΕ.

Για τα εργατικά ατυχήματα και δυστυχήματα (17:20)

Η εργασιακή ανασφάλεια, η εντατικοποίηση της εργασίας, η εργοδοτική τρομοκρατία κτλ., με λίγα λόγια η υποβάθμιση της εργασίας, η υποβάθμιση του ρόλου των συνδικάτων, η μείωση του ρόλου το κράτους στα όσα συμβαίνουν συντελούν στους επαγγελματικούς κινδύνους, που έχουν να κάνουν και με την αύξηση των εργατικών ατυχημάτων και δυστυχημάτων. Είναι στενά συνδεδεμένα με την αλλαγή στις εργασιακές σχέσεις και την εντατικοποίηση, αλλά και με την ενίσχυση του διευθυντικού δικαιώματος, μέσα στους χώρους εργασίας, που με τη λογική της αύξησης της κερδοφορίας επιβάλλουν εργασιακούς όρους που οδηγούν και στην όξυνση του προβλήματος των ατυχημάτων.

Για τις ομαδικές απολύσεις σε τράπεζες, ΔΕΚΟ, μεγάλες επιχειρήσεις (22:30)

Την περίοδο των μνημονίων έγιναν παρεμβάσεις τόσο σε ομαδικό όσο και σε ατομικό επίπεδο στις απολύσεις. Διευκόλυναν σε μεγάλο βαθμό τις απολύσεις και όξυναν ακόμη περισσότερο το πρόβλημα της ανεργίας. Οι διατάξεις που ψηφίστηκαν το 2017 για τις ομαδικές απολύσεις ενίσχυσαν αυτό το θέμα και απέβλεπαν στις επιχειρήσεις εκείνες που σκόπευαν να κάνουν, όπως τις λένε, αναδιαρθρώσεις και να μειώσουν προσωπικό. Αυτό τελικά που έγινε είναι η πλήρης απελευθέρωση των απολύσεων, σε ό,τι αφορά τις μεγάλες επιχειρήσεις, όπως οι τράπεζες, επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα που κινούνται στην κατεύθυνση της ιδιωτικοποίησης κτλ.

Με το διατάξεις του 2017, υπήρξε κατάργηση του υπουργικού βέτο και της έγκρισης των απολύσεων. Πλέον, για όσους εργοδότες θέλουν να απολύσουν πάνω από το 5%, κάνουν μια τυπική διαβούλευση μαζί τους, κι άσχετα αν είναι βάσιμα ή όχι τα επιχειρήματα της εργοδοσίας, το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας τους δίνει τη δυνατότητα να κάνουν όσες απολύσεις θέλουν, χωρίς να εξετάζει τη βασιμότητα των επιχειρημάτων.

Για την επεκτασιμότητα των ΣΣΕ (26:40)

Το σύστημα των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας υπέστη γύρω στις 15 σημαντικές αλλαγές την περίοδο των μνημονίων. Η αποσπασματική αναφορά για επαναφορά κάποιων από αυτών που έγιναν δεν αρκεί. Ως εκ τούτου, όσον αφορά στην επεκτασιμότητα των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, δεν αρκεί μια απλή υπουργική εγκύκλιος για να την επιβάλλει.

Άλλωστε, τόσο η επεκτασιμότητα των κλαδικών ΣΣΕ, όσο και η επιστροφή της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης είχαν ανασταλεί κι όχι καταργηθεί την περίοδο των μνημονίων. Τώρα, με το τέλος των μνημονίων επανέρχονται. Το ζήτημα, όμως, είναι εάν αυτό θα συνδεθεί και με άλλες παρεμβάσεις που έχουν γίνει στο σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, όπως αυτές της μετενέργειας, του ΟΜΕΔ κτλ.

Είμαι επιφυλακτικός για το πόσο, στην πορεία, η επεκτασιμότητα και η ευνοϊκότερη ρύθμιση δε θα συνδεθούν με διατάξεις, οι οποίες θα καθιστούν τις ρυθμίσεις αυτές σε μικρότερο ποσοστό εφαρμογής. Το λέω αυτό, διότι έχουμε πολλές παρεμβάσεις από πλευράς ΣΕΒ, προκειμένου η αρχή της επέκτασης των ΣΣΕ και η ευνοϊκότερη ρύθμιση να γίνεται με τέτοιο τρόπο και τέτοιους ρυθμούς που ουσιαστικά να καθίστανται ανεφάρμοστη. Κι σε αυτό, υπάρχει ανάλογη ευρωπαϊκή εμπειρία.

Για τα Συνδικάτα και το συνδικαλιστικό κίνημα σήμερα (35:07)

Τα Συνδικάτα έχουν υποστεί μια σημαντική απομαζικοποίηση και προ κρίσης, κι οφείλεται σε μια σειρά από λόγους που έχουν να κάνουν με εξωγενείς παράγοντες (π.χ., οικονομία) αλλά και με εσωγενείς παράγοντες (π.χ., με τον τρόπο που λειτουργούν). Η περίοδος της κρίσης ενέτεινε αυτό το πρόβλημα. Θα έλεγα, πως -παρά τις παθογένειές τους- ακόμα κι αν δεν υπήρχαν τα Συνδικάτα, θα έπρεπε να εφευρεθούν. Είναι ένα εργαλείο για τον κόσμο της εργασίας, πολλώ δε μάλλον σήμερα την περίοδο της κρίσης.

Ωστόσο, είναι αναγκαίο να βρεθούν όροι και υπάρχουν προτάσεις ως προς αυτό για την αναγέννηση των Συνδικάτων, ωστόσο πρέπει να μπουν προς εφαρμογή.

Διότι είναι πραγματικά λυπηρό, στην περίοδο της κρίσης και την ώρα που ισοπεδώθηκε η εργασία, να αναδεικνύουν οι εργαζόμενοι ξανά τις ίδιες ηγεσίες στα Συνδικάτα, αυτές δηλαδή τις ηγεσίες που έχουν σημαντική ευθύνη για την ισοπέδωση της εργασίας και των εργατικών δικαιωμάτων. Είναι, επίσης, υπεύθυνες διότι οι εργαζόμενοι με επισφαλείς σχέσεις εργασίας είναι εκτός συνδικάτων, αλλά και για το ότι αυτό που «εκπέμπεται» απωθεί τους εργαζομένους να αναπτύξουν συνδικαλιστική δράση ή να ενταχθούν σε ένα συνδικάτο.

Αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με ένα ενιαίο μέτωπο εργαζομένων και ανέργων. Θεωρώ πως είναι ξεπερασμένη η διάκριση μεταξύ ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ.


Πατήστε ΕΔΩ (ηχητικό) ή ΕΔΩ (βίντεο) για να ακούσετε τι είπε αναλυτικότερα ο Γ. Κουζής, στην εκπομπή «Στη δουλειά & στον αγώνα», που μεταδόθηκε στις 26-01-19.