Τα λυγισμένα κλωνάρια στον ανθό του «Κινήματος»

«Είμαστε ο ανθός της ελληνικής νεολαίας», έλεγε ένα σύνθημα σε ένα πανό της δεκαετίας του ’90 κι είναι ό,τι πιο περιγραφικά κοντινό, για να σκιαγραφήσεις το κινηματικό δεκαήμερο, που «ξέσπασε» το προηγούμενο χρονικό διάστημα, από τους αναπληρωτές, κυρίως, εκπαιδευτικούς Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

Ένα δεκαήμερο, που περιελάμβανε 3 απεργιακές κινητοποιήσεις, 4 πανεκπαιδευτικά συλλαλητήρια και ένα «ζωντανό» κέντρο αγώνα, την κατάληψη της Πρυτανείας του ΕΚΠΑ στα Προπύλαια, το οποίο έδινε τον τόνο με πολυεπίπεδες δράσεις, συνελεύσεις, εκδηλώσεις και συναυλίες. Ένα δεκαήμερο που, κατά την γνώμη μου, είναι ό,τι πιο κινηματικά σπουδαίο έχω προσωπικά βιώσει στον εκπαιδευτικό χώρο, από μαθητής Λυκείου στις καταλήψεις του «νόμου Αρσένη ’98-‘99».

Από την γενιά, δηλαδή, του «κάτσε καλά Γεράσιμε», στην γενιά του «κάτσε καλά, γεράσαμε»…

Όμως, κατά την γνώμη μου, η οποιαδήποτε έκφανση πολιτικής και συνδικαλιστικής πράξης και κριτικής, έχει αξία μόνο αν εμπεριέχει και στοιχεία αυτοκριτικής. Με βάση, λοιπόν, το συγκεκριμένο αξιακό διακύβευμα, φρονώ ότι το σπουδαίο αυτό εγχείρημα, του οποίου η μαγιά θα φέρει με βεβαιότητα πραγματικές νίκες στο μέλλον, έκανε 2 σημαντικά λάθη, τα οποία αν απολογιστούν ορθά, μόνο θετικά αποτελέσματα θα φέρουν, δυνητικά.

Αρχικά, εκτιμώ ότι η ανάγνωση της μεταβαλλόμενης μεν αλλά υπαρκτής πραγματικότητας δε, είναι λάθος όταν υφίσταται με όρους βερμπαλισμού και προβολής των «θέλω» μας, σε αυτό που συμβαίνει αληθινά. Διότι πολλές φορές, η επιθυμία της προβολής των εσωτερικών μας αναγκών σε μια πραγματικότητα η οποία απέχει φανερά από αυτές, δημιουργεί λαθεμένες εκτιμήσεις και ακόμη πιο λαθεμένους προγραμματισμούς δράσης. Το να χρησιμοποιούμε εύκολα στη ρητορική μας, όρους όπως «νίκη», «σύγκρουση», «κίνημα», ενώ αυτό που πραγματικά συμβαίνει απέχει παρασάγγας από την αλήθεια που υπεισέρχεται σε αυτές τις λέξεις, διαπαιδαγωγεί λαθεμένα τον κόσμο που ριζοσπαστικοποιείται τώρα για πρώτη φορά και η συσχέτιση των ερμηνειών αυτών με τα μη νικηφόρα αποτελέσματα που φέρνουν οι αγώνες, τον οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην κατήφεια, στην ηττοπάθεια και στην χωρίς επιστροφή κινηματική αδράνεια και απάθεια. Ενώ αντίθετα, θεωρώ, ότι όταν ερμηνεύεις την πραγματικότητα με όρους αλήθειας, προετοιμάζοντας ουσιαστικά και τον κόσμο στο ενδεχόμενο της μη νίκης, τον διαπαιδαγωγείς στη λογική των μη άμεσων αποτελεσμάτων, τα οποία μπορεί να μην είναι μεν νικηφόρα στο τώρα, αλλά στο μέλλον είναι αρκετά πιθανά να έρθουν, δε, με έναν ορθό στρατηγικά προγραμματισμό. Συμπερασματικά λοιπόν, είναι πολιτικοσυνδικαλιστικά ώριμο, να πατάμε στην πραγματικότητα της κατάστασης, από το να προβάλλουμε τα θέλω μας ως μοναδική αλήθεια και μάλιστα με βαρύγδουπη ρητορική.

Επιπροσθέτως, σε επίπεδο πρακτικής λειτουργίας και συνθηματολογικής διεκδίκησης, το εκπαιδευτικό «κίνημα» της κατειλημμένης Πρυτανείας, υπέπεσε σε δύο σφάλματα. Το ορθό κατά την γνώμη μου αίτημα των «μαζικών μόνιμων διορισμών με βάση το πτυχίο και την προϋπηρεσία», άφησε έξω δύο «ομάδες» συναδέλφων εκπαιδευτικών, οι οποίες αν συνυπήρχαν στις δράσεις του δεκαημέρου, θα τις απογείωναν τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά.

Αναφέρομαι λοιπόν, στους συναδέλφους μηδενικής προϋπηρεσίας και στους συναδέλφους της μονιμότητας.

Είναι ουσιαστικό αλλά και στρατηγικό λάθος, να βλέπουν οι συνάδελφοι μηδενικής προϋπηρεσίας ως λύση στο πρόβλημά της αδιοριστίας τους, το νεοφιλελεύθερο «προσοντολόγιο Γαβρόγλου», αντί τις δικές μας προτάσεις. Το να «φωτογραφίζεται» ως λύση των προβλημάτων τους, το αέναο κυνήγι τίτλων και προσόντων, το οποίο απλά αναπαράγει την αδιοριστία, οικοδομώντας ένα πλασματικό μειδίαμα ελπίδας, είναι κάτι που δεν τους βοηθά ουσιαστικά. Αντίθετα, αν στην κορωνίδα των αιτημάτων του Κινήματος, πλάι στο  ορθό και δίκαιο «μαζικοί μόνιμοι διορισμοί με βάση το πτυχίο και την προϋπηρεσία», υπήρχε ταυτόχρονα και το «μείωση των ορίων συνταξιοδότησης, μείωση του ωραρίου εργασίας, δραστική μείωση των μαθητών ανά τμήμα και επαναλειτουργία όλων των κλειστών σχολείων», τα οποία αιτήματα αυτά λύνουν ουσιαστικά το πρόβλημα του μη ανοίγματος των θέσεων εργασίας, θα έφερναν την πραγματική προοπτική λύσης στο πρόβλημα της αδιοριστίας και μη πρόσληψής τους. Οι άνθρωποι αυτοί, άσχετα με το γεγονός του ότι δεν έχουν υπογράψει ποτέ σύμβαση εργασίας, είναι συνάδελφοί μας και έχουμε ηθικό και συνδικαλιστικό χρέος ως πραγματικό Κίνημα και όχι «Κίνημα», να τους προσφέρουμε εμείς τη λύση κι όχι οι νεοφιλελεύθεροι διοικητικοί ταγοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ.

Παράλληλα, δεν ήταν ορθή η μη έμφαση στη συσχέτιση του «Προσοντολογίου Γαβρόγλου» με την επερχόμενη «Αξιολόγηση», διότι δεν κατέστησε δυνατή την κατανόηση από πλευράς μονίμων, ότι ο νόμος αυτός, μας αφορά όλους στο χώρο της Εκπαίδευσης. Βγήκε προς τα έξω, συνεπώς, ότι ο αγώνας αυτός είναι αγώνας μόνο των Αναπληρωτών, ενώ ουσιαστικά μας αφορούσε όλους, συμβασιούχους και μόνιμους. Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι αν βοηθούσαμε ως Κίνημα, στο να συνειδητοποιήσουν οι μόνιμοι εκπαιδευτικοί ότι το «Προσοντολόγιο» αφορά και σε αυτούς, μέσω της ουσιαστικής ταύτισής του με την Αξιολόγηση, η οποία θα συνεισφέρει με πρόδηλο τρόπο στην περαιτέρω πορεία ιδιωτικοποίησης και διάλυσης της Εκπαίδευσης, θα αποκτούσε μια μαζικότητα ευκταία, που θα οδηγούσε στην ουσιαστική νίκη της οριστικής απόσυρσής του.

Συμπερασματικά, φρονώ ότι ένα ουσιαστικό Κίνημα εκπαιδευτικών κι όχι ένα θεωρητικό «Κίνημα», θα πρέπει αρχικά να πατάει στην πραγματικότητα της ανάγνωσης της κατάστασης με μια ρητορική ρεαλιστική κι όχι βερμπαλιστική. Επιπροσθέτως, οφείλει να έχει στοιχεία αυτοκριτικής και τέλος, να περιλαμβάνει στα αιτήματα του διεκδικητικού πλαισίου, τόσο τους συναδέλφους της μονιμότητας όσο και εκείνους της μηδενικής προϋπηρεσίας.

Με αυτό τον τρόπο, τα λυγισμένα κλωνάρια, θα δυναμώσουν ξανά, κατά την γνώμη μου, ώστε να ανθίσουν και πάλι, με πιο όμορφους και πιο ευωδιαστούς κινηματικούς ανθούς, αυτή τη φορά…