Υπόθεση Marfin: «Όχι» στις αποζημιώσεις από τον Άρειο Πάγο

Με την υπ’ αριθμ. 473/2018 απόφασή του, ο Άρειος Πάγος επιστρέφει την υπόθεση στο Εφετείο για να συζητηθούν ξανά οι αγωγές των συγγενών των θυμάτων και άλλων υπαλλήλων. Μάλιστα, το δικαστήριο παραλλήλισε τη φονική εμπρηστική επίθεση του 2010 με «ατυχήματα που συμβαίνουν στην καθημερινή πραγματικότητα, με τρόπο εξ ίσου αιφνίδιο και αποτρόπαιο»

Την αναίρεση του αστικού σκέλους που αφορά στην εμπρηστική επίθεση κατά του υποκαταστήματος της τράπεζας Marfin, στην οδό Σταδίου, με αποτέλεσμα το θάνατο της εγκύου, Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, και των δύο συναδέλφων της και τον τραυματισμό δεκάδων άλλων, πριν από περίπου εννέα χρόνια, αποφάσισε ο Άρειος Πάγος. Το Πολιτικό Τμήμα του ανώτατου δικαστηρίου έκρινε πως θα πρέπει να συζητηθούν εκ νέου οι αγωγές συγγενών των θυμάτων και υπαλλήλων.

Κι αυτό γιατί, όπως αναφέρει στο σκεπτικό του, το Μονομελές Εφετείο της Αθήνας με την απόφαση του 2015, με την οποία διέταξε την καταβολή ποσών από 25.000 έως 350.000 ευρώ ως χρηµατική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, «υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά τον προσδιορισµό του ποσού, το οποίο είναι εύλογο στη συγκεκριµένη περίπτωση ως χρηµατική ικανοποίηση, τόσο για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης ενός εκάστου εκ των εναγόντων µελών της οικογένειας της θανούσας σε εργατικό ατύχηµα, Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, όσο και για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ενός εκάστου των λοιπών εναγόντων».

Μάλιστα, το δικαστήριο παραλλήλισε τη φονική εμπρηστική επίθεση του 2010 με «ατυχήματα που συμβαίνουν στην καθημερινή πραγματικότητα, με τρόπο εξ ίσου αιφνίδιο και αποτρόπαιο», καταλήγοντας πως ένα τρομοκρατικό χτύπημα δεν μπορεί να σηματοδοτήσει την αύξηση των ποσών της αποζημίωσης. Λέει χαρακτηριστικά: «αν και οι συνθήκες του θανάτου της πρώτης και του τραυματισμού ή της ψυχικής αναστάτωσης των λοιπών κατά το χρόνο παροχής της εργασίας τους ήσαν, πράγματι, τραγικές και απρόβλεπτες για τραπεζικούς υπαλλήλους, όπως αυτοί, δεν ήσαν περισσότερο έντονες σε σχέση με εκείνες, υπό τις οποίες επέρχεται ο θάνατος ή ο τραυματισμός άλλων προσώπων σε ατυχήματα που συμβαίνουν στην καθημερινή πραγματικότητα, με τρόπο εξ ίσου αιφνίδιο και αποτρόπαιο. Το δε γεγονός ότι στην ένδικη περίπτωση προκαλεί αγανάκτηση στο μέσο κοινωνικό άνθρωπο μια «τυφλή» και παράλογη τρομοκρατική ενέργεια που πλήττει σε ώρα εργασίας απλούς εργαζόμενους, οι οποίοι δεν έχουν δώσει ουδεμία αφορμή στους δράστες της ενέργειας (πλην, ενδεχομένως, του ότι εργάζονταν σε ημέρα γενικής απεργίας), δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εις ύψος εκτίναξη του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, την οποία καλούνται να πληρώσουν ο εργοδότης ή οι προστηθέντες, αλλά όχι οι άγνωστοι τρομοκράτες. Και τούτο, ακόμη περισσότερο στην περίπτωση κατά την οποία η αμέλεια, που αποδίδεται στον εργοδότη ή στους προστηθέντες από αυτόν, μόνο κατά ένα μικρό μέρος συνδέεται με το αποτέλεσμα, διότι την υπερακοντίζει ο δόλος της τρομοκρατικής ενέργειας. Με τις συνέπειες της οποίας, ως κοινωνικού φαινομένου ή πολιτικού συμπτώματος, δεν είναι εύλογο να επιβαρυνθούν υπέρμετρα ο εργοδότης ή οι προστηθέντες, που ούτως ή άλλως πλήττονται από την αυθαιρεσία της τρομοκρατίας μέσα σε ένα κράτος δικαίου».

Και καταλήγει η απόφαση λέγοντας: «τα ποσά που επιδικάσθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι τα ευλόγως επιδικαζόμενα από τα δικαστήρια σε περιπτώσεις θανατώσεως προσώπου ή ελαφρού τραυματισμού από αμέλεια, ακόμη και υπό εξαιρετικά οδυνηρές συνθήκες, αλλά κρίνονται συναισθηματικώς διογκωμένα. Γι’ αυτό διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας ως προς το ύψος των ποσών που επιδικάσθηκαν και ως προς την ισορροπία που η επιδίκασή τους πρέπει να εξασφαλίζει ανάμεσα στο όφελος των δικαιούχων και στο βάρος των υπόχρεων. Η παραβίαση, όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση έγινε υπέρ των αναιρεσειόντων».