Η αντικανονική κανονικότητα

Από τον Αντώνη Σταυριανό, δάσκαλο, μέλος της Γραμματείας της Πρωτοβουλίας Ανεξάρτητων Εκπαιδευτικών, αντιπρόεδρο του Συλλόγου Δασκάλων, Νηπιαγωγών Νάξου, Αμοργού & Μικρών Κυκλάδων, μέλος του Γενικού Συμβουλίου της ΑΔΕΔΥ

Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή. Το «νομοσχέδιο Γαβρόγλου», είναι ένα νεοφιλελεύθερο μνημονιακό προσοντολόγιο. Το ζήτημα όμως, δεν είναι να αποτελεί η συγκεκριμένη άποψη, κρίση μόνο του γράφοντα, αλλά να αποτελεί βούληση ολόκληρου του Κλάδου της Εκπαίδευσης. Ας το αναλύσουμε, όμως, λίγο.

Πόσο κοντά είμαστε άραγε στο να χαρακτηρίσουμε ένα νομοσχέδιο ως μνημονιακό ; Όταν ανακοινώνεται στις 20/12/2018, σε περίοδο, δηλαδή, μνημονιακής κατοχής, εύλογο είναι να χαρακτηρίζεται έτσι. Και για να προλάβουμε τους όψιμους επαναστάτες κυβερνητικούς, που ευαγγελίζονται ότι η χώρα έχει βγει εδώ και 6 μήνες από τα Μνημόνια (το ότι δεν ισχύει επουδενί αυτή η άποψη, δεν θα αναλυθεί σε αυτό το άρθρο), η δήλωση του κ. Γαβρόγλου στις 8/1/2019 στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων, ήταν σαφής: «Μην μας καταλογίζετε ότι το καταθέτουμε πρόχειρα, διότι ως Κυβέρνηση, το έχουμε ψηλά στην ατζέντα των εσωτερικών μας συζητήσεων, για πάνω από ένα χρόνο». Αποδομούνται από μόνοι τους, δηλαδή. Όταν επιπροσθέτως κινείται στη νεοταξική λογική της «συνθήκης της Μπολόνια» (Ενιαίος Ευρωπαϊκός Χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης) και του «βρετανικού μοντέλου», τα οποία υπακούουν ευλαβικά στο δόγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι «κομμάτι από κέικ» (που λένε και οι φίλοι μας οι Βρετανοί), για να χαρακτηριστεί και ως νεοφιλελεύθερο. Τέλος για το αν αποτελεί προσοντολόγιο, δεν χρήζει ιδιαίτερης επιστημονικής επιχειρηματολογίας. Το ποσοστό του 50%, που αναλογεί στα επιπρόσθετα «κριτήρια», είναι κάτι παραπάνω από εμφανές, άλλωστε.

Η μεγαλύτερη αλήθεια, που πρέπει να παραδεχτούμε όμως και ως Κλάδος και ως Κίνημα, αλλά και ως «Κίνημα» (γιατί το αν και με ποιούς όρους υπάρχει σήμερα Κίνημα, αποτελεί τεράστια συζήτηση, που κάποια στιγμή πρέπει να ανοίξει σοβαρά μέσα στο εργατικό-συνδικαλιστικό πλαίσιο και στο χώρο της Αριστεράς, ή της «Αριστεράς» αν θέλετε), είναι ότι το νομοσχέδιο Γαβρόγλου είναι ένα νομοσχέδιο κλοπής προϋπηρεσίας. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στους 223 εκπαιδευτικούς των κλάδων ΠΕ61 και ΠΕ71 οι οποίοι, σύμφωνα με τον ΣΑΤΕΑ, διαθέτουν πάνω από 120 μήνες προϋπηρεσίας (πλαφόν μετρήσιμης εργασιακής εμπειρίας, σύμφωνα με το Υπουργείο), αλλά σε όλους τους 32.000 αναπληρωτές (συμβασιούχους από εδώ και πέρα, για να ακριβολογούμε όσον αφορά στο επίπεδο της αληθινής ανάγνωσης της εργασιακής τους πραγματικότητας), που θα υπολογίζεται από εδώ και πέρα σε ποσοστό 50%.

Το υπόλοιπο 50%, όπως προείπαμε, θα αφορά στα «επιστημονικά κριτήρια». Κι εδώ ανοίγει μια άλλη κουβέντα. Κατά πόσο αφενός, λογίζονται όντως ως επιστημονικά προσόντα κι αφετέρου, αν θα πρέπει να υπολογίζονται ως κριτήρια διορισμού. Η άποψή μου αρχικά, δεν είναι απέναντι στα Μεταπτυχιακά και στα Διδακτορικά. Το δικαίωμα στην επιμόρφωση, είναι αναφαίρετο για όποιον το επιθυμεί. Είναι δικαίωμα του κάθε εκπαιδευτικού, να συνεχίζει τις σπουδές του σε οποιοδήποτε επίπεδο, είτε για να εξελίσσεται επιστημονικά, είτε ως άνθρωπος. Το δικαίωμα της επιμόρφωσης όμως, θα έπρεπε να παρέχεται δωρεάν από ένα κράτος Δικαίου κι όχι να υπάρχουν δίδακτρα για τον επιμορφώμενο. Γιατί δεν έχουν, με την υπάρχουσα πραγματικότητα, όλοι δικαίωμα στην επιμόρφωση. Κι αυτό διότι, αφενός δεν έχουν όλοι την οικονομική ευχέρεια να πληρώσουν για ένα Μεταπτυχιακό (ή να πληρώσουν… ένα Μεταπτυχιακό… χωρίς το «για»…) κι αφετέρου, όταν ένας συμβασιούχος «οργώνει» όλη την Ελλάδα ως εκπαιδευτικός, δεν έχει τον χρόνο να αφοσιωθεί σε κάτι τόσο δεσμευτικό κι επίπονο πνευματικά (ανοίγει βέβαια εδώ η κουβέντα της εξ’αποστάσεως επιμόρφωσης, που είναι πολύ λεπτή αναφορικά με το επίπεδο παρεχόμενης ποιοτικής γνώσης). Συνεπώς, φρονώ ότι τα «προσόντα» (Μεταπτυχιακά, Διδακτορικά, Σεμινάρια, Ξένες Γλώσσες, Υπολογιστές), δεν είναι ηθικό να προσμετρώνται ως κριτήριο διορισμού-πρόσληψης (γιατί το νομοσχέδιο αυτό, θα αποτελεί πλέον τρόπο πρόσληψης κι όχι διορισμού,όσοι γίνουν κι αν γίνουν ποτέ), αλλά ως κριτήριο αυξημένης ισχύος για μισθολογική αύξηση.

Κλείνοντας, η σελίδα που ανοίγει στο χώρο της Κοινωνίας και της Εκπαίδευσης, είναι μια μαύρη σελίδα. Όχι μόνο γίνεται κανονική κλοπή της προϋπηρεσίας των συμβασιούχων, αλλά εισάγεται με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και η Αξιολόγηση, που δεν ήταν εφικτό να εισαχθεί ούτε καν, με κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ – ΝΔ. Ταυτόχρονα, πρέπει να μιλάμε και για την έννοια της απόλυσης συμβασιούχων συναδέλφων, που ναι μεν δουλεύουν αρκετά χρόνια στο χώρο της Εκπαίδευσης, αλλά δεν έχουν τα προσόντα που πλέον απαιτούνται. Το νομοσχέδιο αυτό, αποτελεί λαιμητόμο για χιλιάδες συμβασιούχους αναπληρωτές και τορπίλη στα εργασιακά δικαιώματα στη Δημόσια Εκπαίδευση. Αν περάσει, τίποτα δε θα είναι ίδιο για τις ζωές όλων των εκπαιδευτικών. Η απαίτηση να αποσυρθεί εδώ και τώρα πρέπει να καταστεί ο μόνος στόχος ενός ανυποχώρητου αγώνα μέχρι τη νίκη! Καμιά υπηρεσία δεν προσφέρουν ομαδοποιήσεις εκπαιδευτικώνκατάπροσόν ή κατά κριτήριο, ούτε προτάσεις για μικροαλλαγές και «βελτιώσεις» ενός σχεδίου που δεν προσφέρει δουλειά, αλλά απολύσεις, ανεργία και διαρκή επισφάλεια.

Τίποτα, πέραν της μονιμοποίησης τώρα όλων των αναπληρωτών που έχουν υπογράψει έστω και μια σύμβαση εργασίας στην εκπαίδευση – αποκλειστικά με βάση το πτυχίο και όλη την προϋπηρεσία, δεν μπορεί να αποτελέσει τη σημαία μάχης του κινήματος απέναντι στο έκτρωμα που πρόκειται να ψηφιστεί, μια μάχη που είναι συνδεδεμένη με την υπεράσπιση του δημόσιου σχολείου και τους μαζικούς διορισμούς για την κάλυψη των κενών και όλων των πραγματικών αναγκών, που είναι πολύ περισσότερες από τον αριθμό των συμβασιούχων που υπηρετούν στα σχολεία σήμερα.

Αυτό αποτελεί για εμάς την ορθή και ηθική κανονικότητα για την εργασία και τις ζωές μας, κύριε Υπουργέ κι όχι η δική σας αντικανονική