Χαρίσης: Διεκδίκηση των δικαιωμάτων μας όχι με ανάθεση. Αλλά με ενεργή συμμετοχή μας στους αγώνες…

Καλεσμένος της εκπομπής «Στη δουλειά & στον αγώνα» (που μεταδίδεται από το ραδιόφωνο της ΕΡΤopen κάθε Σάββατο και από το διαδικτυακό ραδιοφωνικό σταθμό 2510 κάθε Κυριακή), ήταν στις 29-12-2018 ο γραμματέας του ΜΕΤΑ, Γιώργος Χαρίσης, όπου και σχολίασε τα των εργατικών και συνταξιοδοτικών ζητημάτων που έγιναν κατά τη διάρκεια του 2018 (σ.σ.: οι έντονοι κόκκινοι χαρακτήρες παραπέμπουν στα λεπτά της εκπομπής).

Αναφερόμενος στην πολυδιαφημιζόμενη «έξοδο από τα μνημόνια» εκ μέρους της κυβέρνησης, όπως σημείωσε, αυτό ήταν το τέλος του προγράμματος, του γ’ μνημονίου δηλαδή, όπως έγινε και με τα υπόλοιπα δύο μνημόνια. «Η ουσία όμως είναι πως τα μνημόνια και όλοι συνοδευτικοί νόμοι τους καθόρισαν και θα καθορίζουν το πλαίσιο λειτουργίας του κόσμου της εργασίας για μεγάλο διάστημα (σ.σ.: αφαίρεσαν τα βασικά εργασιακά, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα κτλ.). Η “έξοδος από τα μνημόνια” είναι κάτι που επικαλείται η κυβέρνηση, βαίνοντας προς τις εκλογές, όμως, οι εργαζόμενοι βιώνουν τη σκληρή πραγματικότητα στο πετσί τους, και θα τη νιώθουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, τουλάχιστον μέχρι το 2060» (08.01).

Σχολιάζοντας τη «δίκαιη ανάπτυξη» και την «κανονικότητα» που επίσης εξαγγέλλει η κυβέρνηση, τονίζει πως «είναι φυσικό το κεφάλαιο να επενδύσει, αφού θα έχει φθηνό εργατικό δυναμικό και θεσμικό πλαίσιο τέτοιο, που θα το διευκολύνει, ώστε να αντιμετωπίζει τη χώρα μας σαν μια “Μπανανία”. Το ΜΕΤΑ αγωνίζεται για μια ανάπτυξη που θα είναι σε όφελος των εργαζομένων, και για να γίνει αυτό ο αγώνας των εργαζομένων πρέπει να συνεχιστεί αλλά και επιπλέον θα πρέπει να υπάρξουν αλλαγές σε πολιτικό επίπεδο» (09.41).

Αναφερόμενος σε ένα από τα γεγονότα του Γενάρη 2018, που σημάδεψε το συνδικαλιστικό – εργατικό κίνημα, και αφορά στο νόμο με τα προαπαιτούμενα της γ’ αξιολόγησης και την κατάργηση – περιορισμό της απεργίας, είναι δηκτικός όσον αφορά στη συνδικαλιστική ηγεσία, τόσο σε επίπεδο ΓΣΕΕ όσο και σε επίπεδο ΑΔΕΔΥ. «Δυστυχώς, η ηγεσία του συνδικαλιστικού κινήματος σήμερα, με την τακτική που έχει ακολουθήσει όλα τα προηγούμενα έχει ξεκοπεί από τα προβλήματα και τις ανάγκες των εργαζομένων, σε μια κρίσιμη στιγμή, και η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ -έστω για τα μάτια του κόσμου- δεν προκήρυξαν καμία απεργία, για ένα σημαντικό ζήτημα που αφορά καθαρά το συνδικαλιστικό κίνημα» (11.22).

Συνεχίζοντας, ο Γ. Χαρίσης, αναφέρεται στη λεγόμενη «Κοινωνική Συμμαχία» και στην απεργία που προκήρυξε στις 30 Μάη 2018, σημειώνει πως είναι απόρροια της τακτικής που ακολουθήθηκε τα προηγούμενα χρόνια από την ηγεσία του συνδικαλιστικού κινήματος, αυτής του «κοινωνικού εταιρισμού», της «ταξικής συνεργασίας» με τους εργοδότες. «Είχαμε το πρωτοφανές της προκήρυξης μιας απεργίας, στην οποία συμμετείχαν και εργοδοτικές οργανώσεις με την “ευλογία” του ΣΕΒ, και στην οποία τα αιτήματά της αφορούσαν ουσιαστικά αυτά των εργοδοτών. Ήταν μια απεργία που ενσωματώθηκε στο σύστημα και υπηρέτησε τα συμφέροντα των ταξικών αντιπάλων μας» (16.07).

Κάνοντας ένα γενικό σχόλιο για τη σημερινή ηγεσία του συνδικαλιστικού κινήματος, και ιδιαίτερα αυτή της ΓΣΕΕ, όσον αφορά στη στάση της στους ελαστικά εργαζομένους, που αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια του 2018, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, επισημαίνει ότι «δεν έχει καμία σχέση με αυτούς τους συναδέλφους. Νομίζω πως -για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας- βασικά θα πρέπει οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους. Κανένας δε θα μας σώσει, εάν δεν αποφασίσουμε να σώσουμε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας. Με το δεδομένο πως δεν μπορούν να περιμένουν τίποτε από τη σημερινή ηγεσία της ΓΣΣΕ, οι συνάδελφοι θα πρέπει να οργανωθούν στα Σωματεία τους, ώστε δυναμικά και συλλογικά να υπερασπίσουν τα συμφέροντά τους, αλλά και να μην είναι μόνοι απέναντι στους εργοδότες και στην εργασιακή ζούγκλα. Και τα Σωματεία μπορούν να το κάνουν αυτό, να παλέψουν για τα δικαιώματά τους και να τους προστατέψουν» (19.20).

Με βάση το παραπάνω, σχολιάζει και τη στάση των λεγόμενων ταξικών δυνάμεων. Τονίζει πως «πρέπει να δουν τη σημερινή πραγματικότητα και να δουν τι θα κάνουν. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε με αυτό το συνδικαλιστικό κίνημα, που αναπαράγει τη γραφειοκρατία, ιδιαίτερα στη ΓΣΕΕ, που δεν εκπροσωπεί ουσιαστικά την Εργατική Τάξη. Και το λέω αυτό, με βάση την εικόνα που έχω, στο Συνέδριο της ΓΣΕΕ το Μάρτη του 2019, όχι μόνον δε θα αλλάξουν τα πράγματα, αλλά αντιθέτως θα χειροτερέψουν για τους εργαζομένους. Διότι θα ενισχυθούν αυτές οι δυνάμεις, οι δυνάμεις του εργοδοτικού – κυβερνητικού συνδικαλιστικού, καθώς αναπαράγονται από μια μικρή μερίδα εργαζομένων, που είναι προσδεδεμένη σε αυτή τη γραφειοκρατία» (23.15)

Στο πλαίσιο αυτό, ο Γ. Χαρίσης, και προκειμένου να υπερασπιστούν καλύτερα οι εργαζόμενοι τα συμφέροντά τους, επαναφέρει την πρόταση του ΜΕΤΑ για ενοποίηση της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ. Πρέπει, σημειώνει, «να αρθεί ο διαχωρισμός που υπάρχει ανάμεσα σε εργαζομένους του δημόσιου τομέα και σε εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα, που έγινε με παρέμβαση του κράτους, όταν έγινε, για να μη “μολυνθούν” οι δημόσιοι υπάλληλοι από την ταξική πάλη. Εμείς παλεύουμε για μια Ενιαία Οργάνωση, με εργαζομένους και από τον ιδιωτικό και από το δημόσιο τομέα, και για περιορισμό του κατακερματισμού που υπάρχει, με την ίδρυση μεγάλων κλαδικών συνδικάτων, τα οποία δε θα ρέπουν προς το συντεχνιασμό» (24.15).

Όσον αφορά στην επεκτασιμότητα των συλλογικών συμβάσεων, που… πανηγύρισε η κυβέρνηση και η υπουργός Εργασίας, τονίζει πως «ο τρόπος με τον οποίο γίνεται ουσιαστικά περιορίζει αυτό το γεγονός, καθώς δίνει το δικαίωμα στους εργοδότες να μπλοκάρουν την επεκτασιμότητα μιας συλλογικής σύμβασης σε ένα κλάδο, καθώς στηρίζεται στο εργοδοτικό μητρώο και στο εάν τελικά μέσα από αυτό προκύπτει ότι απασχολείται πάνω από το 50% των εργαζομένων του κλάδου. Εμείς διεκδικούμε την επεκτασιμότητα όλων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και να είναι υποχρεωμένοι όλοι οι εργοδότες, ανεξαρτήτως εργοδοτικού μητρώου, να την εφαρμόσουν» (30.38).

Για την κατάργηση του υποκατάστατου μισθού και την αύξηση του κατώτατου μισθού, υπογραμμίζει ότι «η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την εφαρμογή του νόμου Βρούτση και έχει εγκαταλείψει παντελώς το αίτημα της επαναφοράς του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, με νόμο. Κι από εκεί και πέρα, να καθορίζεται μέσα από τη συλλογική διαπραγμάτευση και τη ΕΣΣΕ καθορισμού του κατώτατου μισθού. Αυτό που διαφαίνεται για το 2019 είναι πως η αύξηση στους πλήρως απασχολούμενους εργαζομένους θα είναι των 20-30 ευρώ. Κατ’ αναλογία, όταν μιλάμε για αυξήσεις στους μερικώς απασχολουμένους, μιλάμε για 5-10 ευρώ. Η αύξηση αυτή είναι πολύ κάτω από τις ανάγκες των εργαζομένων και ουσιαστικά θα εξαφανιστεί με τη μείωση του αφορολόγητου από το 2020. Κι επιπλέον, όσον αφορά στην κατάργηση του υποκατάστατου μισθού, την αύξηση που θα υπάρξει στους νέους κάτω των 25 ετών θα την πληρώσει η κοινωνία, καθώς η κυβέρνηση θα ενισχύει τους εργοδότες, καταβάλλοντας μέρος των ασφαλιστικών εισφορών τους, ενίσχυση που φτάνει μέχρι το 50%» (32.40).

Σχολιάζοντας την ανεργία στους νέους, που και το 2018 παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα, ο γραμματέας του ΜΕΤΑ επισημαίνει πως η μείωση που επικαλείται η κυβέρνηση οφείλεται «στη μετανάστευση 500.000 νέων συμπολιτών μας, στις ελαστικές σχέσεις εργασίας (μερική απασχόληση, εκ περιτροπής εργασία, ενοικιαζόμενοι, εργαζόμενοι μιας ώρας ή μιας ημέρας, απασχολούμενοι – ωφελούμενοι μέσω ΕΣΠΑ και ΟΑΕΔ στους δήμους, στα σχολεία, στα νοσοκομεία κτλ.). Θα έλεγα πως δεν έχουμε μείωση της ανεργίας, αλλά διεύρυνση της φτώχειας. Θέλουμε μείωση της ανεργίας και δημιουργία θέσεων εργασίας, με πλήρη δικαιώματα. Αλλά και για τους ανέργους, εμείς ως ΜΕΤΑ θέλουμε και παλεύουμε για επίδομα ανεργίας, ύψους 600 ευρώ, να δίνεται σε όλους τους άνεργους και για όλη τη διάρκεια κατά την οποία βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας» (37.20).

Για την αναδρομική διεκδίκηση των Δώρων (13ος και 14ος μισθοί) από τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα και τους συνταξιούχους, όσον αφορά στη συζήτηση που έχει αρχίσει να γίνεται και τις διεκδικήσεις μέσω δικηγορικών γραφείων που πλουτίζουν, δικαστικές αίθουσες και το ΣτΕ, όπως επισημαίνει, όλο αυτό «μπορεί να οδηγήσει στο αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα που επιδιώκουμε, πέραν του ότι μπορεί να πλανάται μέχρι να γίνουν οι εκλογές για λόγους ψηφοθηρικούς. Πέραν αυτού, η καταβολή των Δώρων σημαίνει και αλλαγή πολιτικής και κάτι τέτοιο δε διαφαίνεται από την κυβέρνηση, με το δεδομένο πως ο υπουργός Οικονομικών, σε συναντήσεις με εργαζομένους, έχει πει ξεκάθαρα πως δεν υπάρχει δημοσιονομικό κενό για μια τέτοια κίνηση. Ως παράταξη πιστεύουμε πως ο αγώνας για την ανάκτηση για δικαιωμάτων που έχουν απολεσθεί και για την αύξηση των μισθών δε θα γίνει στις δικαστικές αίθουσες. Θα γίνει στους δρόμους, μέσα από τους αγώνες των εργαζομένων και των συνταξιούχων, μέσα από την ανάπτυξη ενός αγωνιστικού – διεκδικητικού κινήματος. Τότε, ενδεχομένως, ακόμη και όσοι προσφύγουν στα δικαστήρια να έχουν καλύτερη τύχη» (43.30).

Για τα αναδρομικά στα ειδικά μισθολόγια (στρατιωτικοί, δικαστικοί, αστυνομικοί, πανεπιστημιακοί, γιατροί του ΕΣΥ), αναφέρει πως «οι πανεπιστημιακοί ή οι ανώτερες κατηγορίες της κρατικής υπαλληλίας, ως ομάδα εργαζομένων, δεν είναι σύμμαχοι της Εργατικής Τάξης» και υπογραμμίζει, σχολιάζοντας το σκοπό αυτής της κίνησης, πως η κυβέρνηση «έδωσε τα αναδρομικά σε αυτές τις κατηγορίες εργαζομένων, διότι ουσιαστικά είναι οι βασικοί στυλοβάτες – πυλώνες του συστήματος σήμερα και παίζουν ένα βασικό ρόλο στη διατήρηση και αναπαραγωγή της μνημονιακής κανονικότητας. Κι επειδή, δεν μπορεί αυτό να το κάνει και να το πει καθαρά, δίνει, για παράδειγμα, στους γιατρούς του ΕΣΥ ή στους εργαζόμενους της Λυρικής για “ξεκάρφωμα”. Αλλά και σε αυτήν την περίπτωση, π.χ., οι γιατροί του ΕΣΥ δεν αντιμετωπίζονται το ίδιο: σε νοσοκομείο της χώρας, με βάση στοιχεία που έχω, το 16% των εργαζομένων που αποτελεί τους διευθυντές της κλινικής παίρνει το 50% των αναδρομικών. Ενώ οι κατώτερες κατηγορίες, γιατροί στα Κέντρα Υγείας, επικουρικοί κτλ. παίρνουν ψίχουλα. Και το κάνει αυτό, διότι θέλει το 16% ως συμμάχους της στις αντεργατικές και αντιλαϊκές πολιτικές που εφαρμόζει στο χώρο της υγείας, την ώρα που εμπαίζει τους “ανθρακωρύχους με τη λευκή στολή” αλλά και τους άλλους εργαζομένους στα νοσοκομεία, φύλαξη, καθαριότητα, σίτιση, που απασχολούνται με ελαστικές σχέσεις εργασίας και με μισθούς των 200-300 ευρώ, και που μάλιστα πληρώνονται με μεγάλη καθυστέρηση» (50.32).

Τέλος, ο γραμματέας του ΜΕΤΑ, Γ. Χαρίσης, σχολιάζοντας στις εξαγγελίες της κυβέρνησης για προσλήψεις στο δημόσιο τομέα, αναφέρει την παράταση της ΠΥΣ 33/2016, βάσει της οποίας απαγορεύονται οι προσλήψεις και οι διορισμοί στο Δημόσιο μέχρι τις 31-12-2019, τονίζει πως οι προσλήψεις που έχει εξαγγείλει υπερβαίνουν τον κοινοβουλευτικό ορίζοντα της κυβέρνησης και πως το κάνει αυτό για καθαρά προεκλογικούς και ψηφοθηρικούς λόγους. «Θα έχουμε πιστεύω και το 2019 συνέχιση των ελαστικών σχέσεων εργασίας. Ήδη, 30.000 χιλιάδες εργαζόμενοι είναι με προγράμματα τέτοια στους δήμους και θα μπουν άλλοι 15.000, το ίδιο σκηνικό υπάρχει στην παιδεία και στην υγεία κτλ. Και επί τη ευκαιρία, να πω πως οι εργαζόμενοι με ελαστικές σχέσεις στους δήμους προγραμματίζουν κινητοποίηση μέσα στο Γενάρη και πρέπει να στηριχθούν από το συνδικαλιστικό κίνημα» (56.20).


Πατήστε εδώ (ηχητικό) και εδώ (βίντεο) για να ακούσετε τι είπε και σχολίασε αναλυτικότερα ο γραμματέας του ΜΕΤΑ, Γ. Χαρίσης, στην εκπομπή «Στη δουλειά & στον αγώνα» (πρώτη μετάδοση 29-12-18).