6.7 C
Athens
Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου, 2023

Α.Π.: Για την ισχύ των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας

874/2018 Απόφαση Β2 Πολιτικού Τμήματος: Ισχύς Συλλογικών Συμβάσεων - Είναι έγκυρη η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, ρητή ή σιωπηρή, συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει για την παρεχόμενη στον πρώτο εργασία την αμοιβή που προβλέπεται από ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ, η οποία καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν τη συλλογική ή θέτει προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός

Πρόσφατα

Περίληψη: Από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 11, 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας ισχύει µόνο έναντι των µελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, εκτός εάν επεκτάθηκε µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, οπότε η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά, δηλαδή πέραν από τους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά και οι οποίοι θα μπορούσαν µε τις δραστηριότητές τους να είναι µέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της.

Ενόψει τούτων, η ιδιότητα του µέλους των συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των ως άνω Σ.Σ.Ε., αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής. Το στοιχείο όμως αυτό, ενόψει της κανονιστικής φύσεως των Σ.Σ.Ε., δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής αλλ` αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του. Τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική η ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε., που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του (ΑΠ 1561/2011).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι “για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά”, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ’ ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, η “αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων”. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από τον νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (Ολ ΑΠ 1/2007, ΑΠ 692/2014).

Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, ρητή ή σιωπηρή, συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει για την παρεχόμενη στον πρώτο εργασία την αμοιβή που προβλέπεται από ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ, η οποία καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν τη συλλογική ή θέτει προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός. Για το κύρος δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου (ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 773/2017, ΑΠ 567/2004).

Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 692/2014).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής συνδέεται µε τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί δε παράβαση που ελέγχεται µε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή, αξίωσε στοιχεία περισσότερα από τα απαιτούμενα από τον νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.


ΕΔΩ για να διαβάσετε αναλυτικά την 874/2018 Απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Παρόμοια Άρθρα

Παρατάξεις