9.9 C
Athens
Κυριακή, 29 Ιανουαρίου, 2023

Α.Π.: Αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών – Αποδοχές επιδόματος αδείας αμειβόμενων κατ’ αποκοπή

Αμοιβές δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν τακτικές | 972/2018 Απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος

Περίληψη. Αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών. Οι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων, εφαρμόζεται όχι μόνο στην σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στην σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 5/2011, ΟλΑΠ 26/2007).

Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση συλλογικής σύμβασης εργασίας ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντα της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα κατά την συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή ή επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή ή σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών (τούτο ειδικά ως προς την συσχέτιση περισσοτέρων συλλογικών συμβάσεων εργασίας αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 1876/1990).

Κατά την συσχέτιση δε περισσοτέρων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδας δεν εφαρμόζεται η ως άνω αρχή της εύνοιας, ούτε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (που ρυθμίζει την σχέση νόμου και συλλογικής σύμβασης εργασίας), αλλά οι νεότεροι και ειδικοί κανόνες αποκλείουν την εφαρμογή των παλαιότερων και γενικών και αυτοί εφαρμόζονται, όταν ρυθμίζουν το ίδιο γενικά θέμα κατά τρόπο αντίθετο και σε κάθε περίπτωση διαφορετικό και ασυμβίβαστο προς τη ρύθμιση των παλαιοτέρων κανόνων, είτε κατά τρόπο ευνοϊκότερο είτε κατά τρόπο δυσμενέστερο σε σχέση με αυτούς (άρθρο 2 ΑΚ).

Σε σχέση και συνάφεια προς τα προαναφερθέντα για την συσχέτιση διαφόρων πηγών, ως προς τους Κανονισμούς Εργασίας που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και με τη διαδικασία του Ν.Δ/τος 3789/1957, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής νομοθεσίας υπερισχύουν, εφόσον περιέχουν ρυθμίσεις, στο σύνολο τους λαμβανόμενες, ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους ως διατάξεις ανώτερης βαθμίδας, των διατάξεων των εχόντων ισχύ ουσιαστικού νόμου διατάξεων Κανονισμών Εργασίας, που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και κατά τη διαδικασία του Ν.Δ/τος 3789/1957.

Αντίθετα, υπερισχύουν οι διατάξεις των Κανονισμών Εργασίας εάν, με την αυτή προϋπόθεση, είναι ευνοϊκότερες των αντίστοιχων της κοινής εργατικής νομοθεσίας.

Αποδοχές επιδόματος αδείας αμειβόμενων κατ’ αποκοπή. Σε σχέση με τις αποδοχές και το επίδομα αδείας των εργαζομένων γενικά και ως προς όλους καταρχήν τους εργαζόμενους, τον κεντρικό κορμό και τον πυρήνα του ρυθμιστικού καθεστώτος του θεσμού των αδειών αποτελεί ο Α.Ν 539/1945 “περί χορηγήσεως κατ’ έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ’ αποδοχών”, όπως έχει κατά καιρούς τροποποιηθεί.

Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνει ο νόμος αυτός διασφαλίζουν τις ελάχιστες υπέρ όλων των εργαζομένων εγγυήσεις, λόγω δε του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσμού τους με την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος να εξασφαλισθεί με τη χορήγηση της ετήσιας άδειας και την καταβολή των αντιστοιχούντων σε αυτήν αποδοχών η περιοδική ανάπαυση και η ανανέωση των σωματικών και ψυχικών δυνάμεων του εργαζομένου για τη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής του υγείας κατά τρόπο απρόσκοπτο, αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές διατάξεις αυτού επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή ευμενέστερων για τον εργαζόμενο διατάξεων άλλων πηγών, με την προαναφερθείσα έννοια της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών.

Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του ως άνω Α.Ν. 539/1945 ορίζεται ότι κατά τη διάρκεια της αδείας ο μισθωτός δικαιούται των συνήθων αποδοχών, τις οποίες θα εδικαιούτο, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη [αρχική διατύπωση: υποκειμένη] επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο ή των τυχόν για την περίπτωση αυτή καθοριζομένων διά συλλογικής συμβάσεως αποδοχών, με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι για τον μισθωτό που αμείβεται κατ’ αποκοπή ή κατ’ άλλο σύστημα κυμαινόμενων αποδοχών, οι αποδοχές, τις οποίες δικαιούται κατά την διάρκεια της αδείας του, εξευρίσκονται πολλαπλασιαζομένων των κατά μέσο όρο ημερησίων αποδοχών του, από τη λήξη της αδείας του προηγουμένου έτους […] μέχρι την έναρξη της αδείας, επί τον αριθμό των εργασίμων ημερών, οι οποίες περιλαμβάνοντα, στην χορηγηθείσα σε αυτόν άδεια και με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και οι παντός είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κλπ).

Εξάλλου, ο νομοθέτης, με πρόθεση να ενισχυθεί ο σκοπός της αναψυχής του εργαζόμενου που επιδιώκεται με το θεσμό της άδειας, θέσπισε, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, ένα πρόσθετο ποσό, το επίδομα αδείας, το οποίο ισούται με το σύνολο των αποδοχών αδείας, με τον διαλαμβανόμενο σε αυτή χρονικό περιορισμό, κατά την οποία (διάταξη) “οι επί σχεσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ’ οιωδήποτε εργοδότη μισθωτοί, δικαιούνται κατ’ έτος “επιδόματος αδείας” ίσου προς το σύνολο των αποδοχών των υπό του α.ν. 539/1945 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών αδείας αναπαύσεως μετ’ αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνει τας αποδοχάς ενός 15νθημέρου διά τους επί μηνιαίω μισθώ αμειβομένους, των 13 δε εργασίμων ημερών δια τους επί ημερομίσθιω ή κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ’ άλλον τρόπον αμειβομένους μισθωτούς.

Το ως άνω επίδομα καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών της αδείας αναπαύσεως του μισθωτού…”. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 666, 679 του ΑΚ, της κυρωθείσας με το Ν. 3248/1955 με αριθμ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης “περί προστασίας του ημερομισθίου”, 2 της κυρωθείσας με το Ν. 133/1975 από 26- 2-1975 ε.γ.σ.σ.ε., 1 παρ.1 του Ν. 435/1976, 1 παρ. 2 του ν. 1082/1980 και 3 της υπ’ αριθ. 19040/1981 Υπουργικής Απόφασης “χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου” (ΦΕΚ Β’ 742) προκύπτει ότι ως “συνήθεις αποδοχές”, με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το ισούμενο προς αυτές, υπό τον ως άνω χρονικό περιορισμό, επίδομα αδείας, ταυτιζόμενες προς τις “τακτικές αποδοχές”, που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων (άρθ. 3 παρ.2 της ΥΑ 19040/1981), και οι οποίες είναι ίσες με τις αποδοχές που θα εδικαιούτο ο μισθωτός, αν είχε απασχοληθεί κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του και όμοιες με τις αποδοχές των αμειβομένων με το σύστημα των κυμαινόμενων αποδοχών, νοούνται ο συμβατικός ή ο νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις συνήθεις αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, η κατά 75% και 25% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού με βάση τις υπ’ αριθ. 8900/1946, 18310/1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και κατά τις από το νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους (αργίες) και για εργασία κατά τη διάρκεια της νύκτας, εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα (ΟλΑΠ 5/2001). Δεν περιλαμβάνονται, όμως, στις ανωτέρω αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για μη νόμιμη (παράνομη) υπερωριακή απασχόληση, ακόμη και όταν η εν λόγω υπερωριακή απασχόληση παρέχεται σταθερά και μόνιμα, ακριβώς διότι αυτή δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού, τα έξοδα κίνησης, η αμοιβή για εργασία εκτός έδρας και τα επιδόματα εορτών (ΑΠ 415/2017) και γενικότερα οι αποδοχές που οφείλονται σε έκτακτες διακυμάνσεις του χρόνου εργασίας (έκτακτη απασχόληση), αφού αυτές δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν τακτικές (ΑΠ 1173/2014). Αν ο. εν λόγω τακτικές εργοδοτικές παροχές δεν είναι σταθερές κατά ποσό, αλλά διαφέρουν από μήνα σε μήνα, λαμβάνεται υπόψη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 παρ.2 του Α.Ν. 539/1945, ο μέσος όρος του προηγούμενου χρονικού διαστήματος, το οποίο μεσολάβησε από τη λήξη της προηγούμενης αδείας του μέχρι την έναρξη της νέας άδειας.


ΕΔΩ το πλήρες κείμενο της 972/2018 Απόφασης του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Παρόμοια Άρθρα