95 χρόνια από την αιματηρή καταστολή της μεγάλης απεργιακής συγκέντρωσης του 1923 στο Πασαλιμάνι

Από το Γιώργο Αλεξάτο, συγγραφέα, ερευνητή, ιστορικό

Το μνημείο για τους 11 νεκρούς εργάτες της 23.8.1923, στην πλατεία στο Πασαλιμάνι. Κάτω δεξιά η επιγραφή στη βάση του μνημείου γράφει: «Τιμούμε τους νεκρούς ήρωες της τάξης μας που έπεσαν σε τούτο εδώ τον τόπο στις 23 Αυγούστου 1923 – Ε.Κ.Π. – 1 Μάη 1996».

Για την επέτειο της πρώτης μεγάλης πανεργατικής απεργίας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη σφαγή των απεργών εργατών στις 23 Αυγούστου 1923, από την «επαναστατική κυβέρνηση» Πλαστήρα-Γονατά, το σχετικό κεφάλαιο από το βιβλίο μου «Η εργατική τάξη στην Ελλάδα. Από την πρώτη συγκρότηση στους ταξικούς αγώνες του Μεσοπολέμου» (β΄ έκδ. Κουκκίδα 2015, σ. 231-235).

«Με τη δολοφονική επίθεση κατά των απεργών εργατών, η Δημοκρατία του Μεσοπολέμου βάφτηκε στο αίμα πριν καν ανακηρυχθεί. Οι βενιζελικοί στρατοκράτες και πολιτικοί (υπουργός Εσωτερικών και προσωπικά υπεύθυνος για τη σφαγή ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου) τη θεμελίωσαν πάνω στα πτώματα ανθρώπων που επί μια δεκαετία γύριζαν με το όπλο στο χέρι τις ρεματιές του Βορρά και τις ερήμους της Ανατολής, για την πραγμάτωση του κάλπικου ονείρου της «Μεγάλης Ιδέας» των Βενιζέλων και των Μπενάκηδων. Γλύτωσαν από τον Κεμάλ, για να σφαχτούν από τους Πλαστήρα-Παπανδρέου».

ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ ΚΑΙ ΗΤΤΑ

Τα συγκλονιστικά γεγονότα του Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 1922 βρήκαν το ΣΕΚΕ(Κ) και τη ΓΣΕΕ σε κατάσταση ημιπαρανομίας και χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειές τους. Η πολιτική της «μακράς νομίμου υπάρξεως» είχε αφοπλίσει, ουσιαστικά, τις οργανώσεις του εργατικού κινήματος, δημιουργώντας ένα κενό το οποίο καλύφθηκε με την παρέμβαση των βενιζελικών στρατιωτικών.

Περισσότερο κι απ’ το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών της βενιζελικής παράταξης με την αντιβενιζελική, το στρατιωτικό κίνημα των Πλαστήρα-Γονατά-Φωκά «είχε ως πρώτο μέλημα τη συγκράτηση των αντιδράσεων των προλεταριοποιημένων προσφυγικών μαζών μέσα στα όρια του συστήματος και στο οικονομικό επίπεδο, κατά πρώτο λόγο, την απόκρουση των μισθολογικών διεκδικήσεων των εργαζομένων» (1). Με τη στρατιωτική παρέμβαση, η βίαιη αντιμετώπιση του εργατικού κινήματος παγιώνεται ως κυρίαρχη πολιτική που θα χαρακτηρίζει όλη τη μεσοπολεμική περίοδο (2).

Τα οξύτατα προβλήματα που προκάλεσε η κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου και ο εξαναγκασμός εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων της Μικράς Ασίας σε εγκατάσταση στην Ελλάδα, επιδιώκεται να αντιμετωπιστούν με μια ολομέτωπη επίθεση κατά του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων, στη βάση της λογικής της κατανομής της φτώχειας μεταξύ γηγενών και προσφύγων. Ο τιμάριθμος στα 1922-24 καλπάζει. Με βάση το 100 για το 1914, οι τιμές το πρώτο εξάμηνο του 1922 βρίσκονταν στο 542,3, για να εξακοντιστούν κατά το δεύτερο εξάμηνο στο 1.014,3. Το πρώτο εξάμηνο του 1924 έφτασαν το 1.332,6, για να πέσουν ελάχιστα στη συνέχεια, στο 1.289,6 (3). Παράλληλα, ασκούνται πιέσεις από τους βιομήχανους και γενικότερα από τους εργοδότες, για δραστική μείωση των εργατικών αποδοχών, με πρόσχημα την αντιμετώπιση της ανεργίας. Η κυβερνητική επιτροπή που συστάθηκε για το ζήτημα αυτό, με επικεφαλής τον προερχόμενο από τους «κοινωνιολόγους» σοσιαλίζοντα βενιζελικό Δημήτριο Καλιτσουνάκη, πρότεινε μείωση των ημερομισθίων κατά 10-30%, ανάλογα με τον κλάδο, ενώ αναστάλθηκε η ισχύς του Ν. 2112 του 1920 που πρόβλεπε την αποζημίωση των απολυόμενων.

Ενδεικτική του κλίματος που διαμορφώθηκε ήταν η συγκατάθεση μιας σειράς σωματείων, ακόμη και μέσω συνελεύσεων των μελών τους, στη μείωση των αποδοχών, για την αντιμετώπιση του κινδύνου των απολύσεων. Αναφέρεται, π.χ., η περίπτωση των αγγειοπλαστών-κεραμουργών της Αθήνας, η συνέλευση των οποίων αποφάσισε τη μείωση του μεροκάματου κατά 25% (4).

Εντούτοις, μετά από ένα πολύμηνο μούδιασμα, και καθώς οι συνθήκες άρχισαν να γίνονται εφιαλτικές, με τις εκατοντάδες χιλιάδες των προσφύγων να κατακλύζουν τις πόλεις ζητώντας δουλειά και τροφή, και ενώ οι τιμές στα είδη λαϊκής κατανάλωσης, όπως και οι απολύσεις, αυξάνονταν με ραγδαίους ρυθμούς, εμφανίστηκαν οι πρώτες αγωνιστικές αντιδράσεις.

Το έναυσμα των εργατικών κινητοποιήσεων το έδωσαν οι μεταλλωρύχοι του Λαυρίου, που κατέβηκαν σε απεργία τον Ιούλιο 1923, διεκδικώντας οχτάωρο και αυξήσεις. Σε λίγες μέρες το απεργιακό κίνημα πήρε μεγάλες διαστάσεις, με την κάθοδο σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις του καπνεργατικού κλάδου, των εργαζόμενων στα επισιτιστικά επαγγέλματα, των σιδηροδρομικών, των τροχιοδρομικών, των αρτεργατών και μυλεργατών, των ραπτεργατών/τριών, των λιμενεργατών κ.ά. Επρόκειτο για το μεγαλύτερο κύμα απεργιακών κινητοποιήσεων που είχε γνωρίσει μέχρι τότε η Ελλάδα και το οποίο, παρά τις αντιδράσεις της στρατιωτικής κυβέρνησης, περιέλαβε το σύνολο, σχεδόν, της γηγενούς εργατικής τάξης και με απόφαση της ΓΣΕΕ επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη χώρα.

Αποκορύφωση του κινήματος στάθηκε η μεγάλη ναυτεργατική απεργία και η πανεργατική συγκέντρωση που διοργάνωσε η ΓΣΕΕ στο Πασαλιμάνι του Πειραιά, στις 23 Αυγούστου. Για τη διάλυσή της κινητοποιήθηκαν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις που πυροβόλησαν «στο ψαχνό». Σκοτώθηκαν έντεκα διαδηλωτές, στο σύνολό τους εργάτες, με εξαίρεση τον Διονύση Θεοδοσιάδη, τον πρώτο φοιτητή που έχασε τη ζωή του αγωνιζόμενος για την υπόθεση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα.

Αξίζει να σημειώσουμε την ιδιαίτερα μαχητική συμμετοχή στη συγκέντρωση και στις οδομαχίες που ακολούθησαν, των μανιατών λιμενεργατών. Φιλοβασιλικοί στην πλειονότητά τους, εκδήλωναν με την αγωνιστικότητά τους και την αντίθεσή τους προς το βενιζελικό στρατιωτικό καθεστώς.

Με τη δολοφονική επίθεση κατά των απεργών εργατών, η Δημοκρατία του Μεσοπολέμου βάφτηκε στο αίμα πριν καν ανακηρυχθεί. Οι βενιζελικοί στρατοκράτες και πολιτικοί (υπουργός Εσωτερικών και προσωπικά υπεύθυνος για τη σφαγή ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου) τη θεμελίωσαν πάνω στα πτώματα ανθρώπων που επί μια δεκαετία γύριζαν με το όπλο στο χέρι τις ρεματιές του Βορρά και τις ερήμους της Ανατολής, για την πραγμάτωση του κάλπικου ονείρου της «Μεγάλης Ιδέας» των Βενιζέλων και των Μπενάκηδων. Γλύτωσαν από τον Κεμάλ, για να σφαχτούν από τους Πλαστήρα-Παπανδρέου.

Τη δολοφονική επίθεση κατά των απεργών ακολούθησε η υποχώρηση του απεργιακού κινήματος και η εξαπόλυση διώξεων που συμπεριέλαβαν ακόμη και «φορείς της αστικής επιρροής εις τας επαγγελματικάς οργανώσεις» (5). Βγήκε, μάλιστα, και διάταγμα απαγόρευσης της λειτουργίας των συνδικαλιστικών οργανώσεων, το οποίο ανακλήθηκε τον Νοέμβριο, γιατί «εξουδετερώθηκε με άλλο που ανακάλυπτε ότι τα σωματεία δεν ηδύναντο να διαλυθούν… συμφώνως της συνθήκης ειρήνης» (6).

Η καταστολή του απεργιακού κύματος του καλοκαιριού του 1923 αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη ήττα του ελληνικού εργατικού κινήματος. Το ΣΕΚΕ(Κ), έχοντας αποδειχτεί αδύναμο να παρέμβει στα γεγονότα του προηγούμενου καλοκαιριού, έδωσε μια μάχη ολομέτωπη, σε συνθήκη σταθεροποίησης του καθεστώτος. Εφαρμόζοντας την πολιτική του «Ενιαίου Εργατικού Μετώπου» με τις άλλες μη επαναστατικές δυνάμεις του συνδικαλιστικού κινήματος (πολιτική που ακολουθούσε η Κομμουνιστική Διεθνής και η Κόκκινη Συνδικαλιστική Διεθνής από το 1921), το ΣΕΚΕ(Κ) και η ΓΣΕΕ έπεσαν ταυτόχρονα σε λάθη «δεξιού» και «αριστερού» χαρακτήρα, που αλλοίωναν στην πράξη αυτή την πολιτική.

Παρασέρνοντας στην απεργία τις διστακτικές ηγεσίες των ρεφορμιστικών και συντηρητικών συνδικάτων, σταμάτησαν κάθε κριτική απέναντί τους, ακόμη κι όταν αυτές διασπούσαν το Ενιαίο Μέτωπο, προσερχόμενες σε χωριστές διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση. Από την άλλη, η απεργία επεκτάθηκε και σε χώρους όπου δεν ήταν δυνατό να ελεγχθεί η εξέλιξή της, ενώ δεν ακολουθήθηκε τακτική αποκλιμάκωσης, όταν είχαν φανεί, πλέον, οι κυβερνητικές προθέσεις και η αδυναμία του κινήματος να τις αποτρέψει.

Πάντως, «αυτό που επιτάχυνε την ήττα των απεργών εκείνου του καλοκαιριού και αυτό που στη συνέχεια εμποδίζει τη διεξαγωγή αποτελεσματικών αγώνων ήταν η πίεση του εφεδρικού στρατού εργασίας των προσφύγων. Υποβιβασμένοι ταξικά και με χαμηλό ηθικό, οι πρόσφυγες είναι πρόθυμοι να εργαστούν με οποιουσδήποτε όρους προκειμένου να επιβιώσουν. Εξ άλλου οι περισσότεροι από αυτούς θεωρούν την ανάληψη εξαρτημένης εργασίας, και μάλιστα στο εργοστάσιο, σαν ένα προσωρινό στάδιο πριν τη μικροαστική τους αποκατάσταση που επιδιώκουν. Μπροστά σ’ αυτά τα βασικά οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα, η οποιαδήποτε πολιτική του ΚΚΕ ήταν καταδικασμένη να έχει οριακές μόνο επιπτώσεις» (7).

Μετά από την ήττα του καλοκαιριού του 1923 το κίνημα μπαίνει σε μια περίοδο κρίσης. Οι μαζικές απολύσεις συνδικαλιστικών στελεχών –πολλά από τα οποία είχαν πλούσια οργανωτική και αγωνιστική εμπειρία, ήδη από τη δεκαετία του 1910- λειτουργούν αποδιοργανωτικά, η συνέχεια σπάει και περιορίζεται η ιστορική μνήμη. Τα αποτελέσματα εκφράστηκαν άμεσα και με την καταβαράθρωση του ΣΕΚΕ(Κ) στις εκλογές του Δεκεμβρίου 1923, όταν δεν συγκέντρωσε παρά 18.000 ψήφους, έναντι των 50.000 του 1920, αν και δεν ήταν η μόνη αιτία, καθώς το κόμμα περνούσε κρίση με την αποχώρηση της σοσιαλδημοκρατικής του πτέρυγας.

Από την άλλη, όμως, οι εξελίξεις αυτές επιταχύνουν τις διαδικασίες επανατοποθέτησης του κόμματος, στην κατεύθυνση της απαλλαγής του από τη σοσιαλδημοκρατίζουσα παράδοση της πολιτικής του. Μέσα από τις οδυνηρές αυτές εμπειρίες, αποφασίζεται η επιτάχυνση των διαδικασιών για τη «μπολσεβικοποίηση» του κόμματος.


  1. Χρήστος Χατζηιωσήφ, Η γηραιά σελήνη. Η βιομηχανία στην ελληνική οικονομία 1830-1930 – Θεμέλιο, Αθήνα 1993, σ. 393.

  2. Αντώνης Λιάκος, Εργασία και πολιτική στο μεσοπόλεμο. Το Διεθνές Γραφείο Εργασίας και η ανάδυση των κοινωνικών θεσμών – Εμπορική Τράπεζα, Αθήνα 1993, σ. 50.
  3. Γεώργιος Αναστασόπουλος, Ιστορία της ελληνικής βιομηχανίας 1840-1940 – Ελληνική Εκδοτική, Αθήνα 1947, τ. Γ, σ. 1127.
  4. Δημήτρης Λιβιεράτος, Το ελληνικό εργατικό κίνημα (1918-1923) – Καρανάσης, Αθήνα 1976, σ. 142.
  5. Αβραάμ Μπεναρόγια, Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου – β΄ έκδ. Κομμούνα, Αθήνα 1986, σ. 164.
  6. Στο ίδιο, σ. 164.
  7. Χρήστος Χατζηιωσήφ, Βενιζελισμός και εκσυγχρονισμός – Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1988, σ. 295-296.