Αλλάζει το τοπίο στην υγεία με την είσοδο κερδοσκοπικών fund

Ένα ενδιαφέρον κείμενο του Κώστα Ζαφειρόπουλου και του Τάσου Σαράντη για τις ανακατατάξεις που συντελούνται στο χώρο του ιδιωτικού τομέα υγείας στο οποίο περιγράφεται η “επιχείρηση” διείσδυσης στη χώρα μας κερδοσκοπικών κεφαλαίων με την εξαγορά μεγάλων ιδιωτικών μονάδων υγείας δημοσιεύει στις 4/8/18 η «Εφημερίδα των Συντακτών». Επειδή τα στοιχεία του σχετικού άρθρου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικά για τις εξελίξεις που προδιαγράφονται για τον τομέα της υγείας αναδημοσιεύουμε το σύνολο του χωρίς σχόλια.

Τι γυρεύει η CVC Capital Partners στο ελληνικό παζάρι της Υγείας;

Καταλυτικές ανακατατάξεις καταγράφονται στον κλάδο της ιδιωτικής Υγείας στη χώρα μας, οι οποίες εντείνονται εδώ και περίπου δύο χρόνια και κορυφώνονται με την εξαγορά του ομίλου «Υγεία» από το αμερικανικό κερδοσκοπικό fund CVC Capital Partners, έναν από τους μεγαλύτερους επενδυτικούς οργανισμούς παγκοσμίως.

Πώς όμως προέκυψε το ξαφνικό ενδιαφέρον για έναν κλάδο σε ύφεση επί τέσσερα χρόνια, με υψηλό τραπεζικό δανεισμό, ιδιωτικά χρέη και σημαντικές επιβαρύνσεις από την εφαρμογή της μεθόδου claw back (μηχανισμός επιστροφής ποσού στο Δημόσιο) και rebate (υποχρεωτική έκπτωση ιδιωτών παρόχων στον ΕΟΠΥΥ) στις παροχές του ΕΟΠΥΥ;

Πρόκειται για ένα θέμα αμιγώς επιχειρηματικού ενδιαφέροντος ή, στην πραγματικότητα, η εξελισσόμενη αλλαγή χεριών στα ιδιωτικά θεραπευτήρια μέσω των επιθετικών εξαγορών του CVC με υψηλά τιμήματα φανερώνει κάτι για το δημόσιο σύστημα Υγείας, ενώ παράλληλα δείχνει και τον δρόμο για το τι μέλλει γενέσθαι τα επόμενα χρόνια στον χώρο της Υγείας για ασθενείς και εργαζομένους;

Τα τελευταία δύο χρόνια έχει ανακοπεί η πτωτική πορεία του κλάδου (είχε απώλειες 27% μέσα σε 4 χρόνια), αφού ήδη, από το 2016, το μέγεθος της συνολικής αγοράς των ιδιωτικών υπηρεσιών Υγείας αυξήθηκε κατά 2,5% σε σχέση με το 2015.

Στην αύξηση συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό η στροφή ασφαλισμένων του Δημοσίου προς τα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα.

Η αδυναμία του Δημοσίου να εξυπηρετήσει τις αυξανόμενες ανάγκες, οι μεγάλοι χρόνοι αναμονής και μια σχετική μείωση στις τιμές πολλών εξετάσεων έχει στρέψει περισσότερο κόσμο προς τα ιδιωτικά κέντρα.

«Ο πολλαπλασιασμός των παρεχόμενων υπηρεσιών από τον ιδιωτικό τομέα, ο πολλαπλασιασμός των πελατών, ουσιαστικά, δείχνει ότι ο συνολικός τζίρος είναι μεγαλύτερος, άσχετα αν μειώνεται με το claw back το περιθώριο κέρδους. Οι ιδιωτικές υπηρεσίες έχουν ήδη φτιάξει τις πελατείες τους, ακριβώς λόγω των αδυναμιών του Δημοσίου», εξηγεί ο καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής του ΑΠΘ, Αλέξης Μπένος.

Παράλληλα, όμως, τα οικονομικά της Υγείας δείχνουν πως ο συσχετισμός «δημόσιο – ιδιωτικό» φαίνεται να αλλάζει υπέρ της δημόσιας περίθαλψης ως προς τις δαπάνες.

Ο δημόσιος τομέας, από 58,3% συμμετοχή στη συνολική δαπάνη το 2015, έφτασε στο 61,3% το 2016, ενώ ο ιδιωτικός τομέας αντίστοιχα από 39,9% υποχώρησε στο 38,2%.

Λαμβάνοντας υπόψη πως ο κλάδος της ιδιωτικής ασφάλισης καλύπτει μόλις 12% των ασφαλισμένων, με πτωτικές τάσεις, γίνεται σαφές πως ο καλύτερος πελάτης των ιδιωτικών νοσοκομείων δεν είναι άλλος από το Δημόσιο.

Πάνω από το 30% των εσόδων των ιατρικών κλινικών σήμερα προέρχονται από το άνοιγμα συγκεκριμένων υπηρεσιών Υγείας προς το Δημόσιο.

«Ο μεγάλος παίχτης και στην Ελλάδα είναι το Δημόσιο. Οι δαπάνες του Δημοσίου, μέσω του ΕΟΠΥΥ, πάνε στον ιδιωτικό τομέα, είναι μια εξαιρετική επένδυση απομύζησης δημοσίων δαπανών. Αν ήμουν στην κυβέρνηση, θα σκεφτόμουν το προφανές: Για να θέλουν αυτά τα επιθετικά κεφάλαια τόσο πολύ να μπουν στην ιδιωτική Υγεία και να θεωρούν ότι είναι ευνοϊκή η επένδυση στην Ελλάδα σήμερα, κάτι δεν πάει καλά. Με ανησυχεί η έλευση ενός τέτοιου fund, γιατί δείχνει ότι δεν υπάρχουν πολιτικές μείωσης της κερδοσκοπικής αδηφαγίας», λέει ο Α. Μπένος.

Ισχύει και κάτι ακόμα όμως. Με εξαίρεση κάποιων πολύ ισχυρών εμπορικών ονομάτων στον χώρο της Υγείας, η πλειονότητα των ασθενών συνεχίζει να επιλέγει νοσοκομείο με κριτήριο τον γιατρό. Επομένως, η εφαρμογή στην Ελλάδα της αντίληψης του «νοσοκομείου του γιατρού» (doctor’s hospital), που έχει αναπτύξει επιτυχημένα σε άλλες αγορές το CVC, προϋποθέτει να κατέχεις την ισχυρότερη θέση στην αγορά.

Σε μια περίοδο που οι ιδιωτικές κλινικές επιδεικνύουν βελτίωση στη λειτουργική τους κερδοφορία, μειώνοντας όπου μπορούν το κόστος, το CVC επιχειρεί να αποτελέσει τον «εθνικό επενδυτή» στην Υγεία.

Οι επιθετικές κινήσεις του ήδη πυροδότησαν ανταγωνιστικά αντανακλαστικά, καθώς οι εισηγμένες εταιρείες του συγκεκριμένου κλάδου έχουν τριπλασιάσει τις κεφαλαιοποιήσεις τους μέσα σε λίγους μήνες.

«Η συσσώρευση κεφαλαίων ισχυροποιεί τη θέση αυτών των επιχειρήσεων σε επίπεδο διαπραγμάτευσης με την εκάστοτε κυβέρνηση, η οποία θα είναι πολύ ευάλωτη σε κάθε εκβιασμό. Θα γίνει αυτό που ήδη ζούμε με τα φάρμακα. Κατά καιρούς ένα φάρμακο βγαίνει από την αγορά και, όταν εμφανίζεται εκ νέου, θα έχει τριπλάσια τιμή. Μπορεί να τους πούνε “αν δεν μου δώσετε ό,τι ζητάω, φεύγω και μετά δεν θα έχετε ούτε ακτινογραφίες να κάνετε”. Και φυσικά οι πρώτοι που θα θιγούν θα είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι στις ιδιωτικές κλινικές» ανησυχεί ο Α. Μπένος.

Το χρονικό μιας επιθετικής εισόδου στην αγορά

Της απόκτησης του ομίλου Υγεία είχε προηγηθεί η εξαγορά από το CVC των ιδιωτικών θεραπευτηρίων Metropolitan και Ιασώ General, γεγονός που το καθιστά μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ως τον μεγαλύτερο επενδυτή στον εγχώριο κλάδο Υγείας, έχοντας αποκτήσει κάποια από τα φιλέτα.

Τον Απρίλιο του 2016, το CVC προχώρησε στην απόκτηση της κλινικής Metropolitan, έναντι περίπου 80 εκατ. ευρώ (αν και παράγοντες της αγοράς υποστηρίζουν ότι το τίμημα μπορεί να ήταν μικρότερο), συνάπτοντας συνεργασία με τους βασικούς μετόχους της (Σπυρίδης, Θεοχαράκης) για τις επενδύσεις της στον κλάδο στην Ελλάδα. Ακολούθησε η εξαγορά του 97,2% της Ιασώ General (πρώην Ηρα), έναντι 19,5 εκατ. ευρώ.

Στις 5 Ιουλίου 2018, οριστικοποιήθηκε η εξαγορά του 70,38% του θεραπευτηρίου Υγεία, που ανήκει στη Μarfin Investment Group (MIG), έναντι σχεδόν 204,5 εκατ. ευρώ, γεγονός που χαρακτηρίστηκε το μεγαλύτερο deal στον χώρο της Υγείας και έδωσε στο CVC την απόκτηση μιας ισχυρής θέσης στην αγορά υπηρεσιών παροχής υγείας της Αθήνας, καθώς, μαζί με την απόκτηση του Metropolitan και του Ιασώ General, αναδεικνύεται σε έναν νέο επιχειρηματικό πυρήνα.

Δεδομένου ότι ο κύκλος εργασιών της εγχώριας αγοράς ιδιωτικής Υγείας ανέρχεται σε 1,2 με 1,3 δισ. ευρώ (ιδιωτικές κλινικές και διαγνωστικά κέντρα), το μερίδιο του νέου επιχειρηματικού σχήματος κυμαίνεται γύρω στο 27,5%, στοιχείο που του δίνει την πρωτοκαθεδρία, αφήνοντας αρκετά πίσω τον δεύτερο ισχυρό παράγοντα στον κλάδο, δηλαδή, το «Ιατρικό Κέντρο» του επιχειρηματία Γιώργου Αποστολόπουλου.

Ολες οι επενδυτικές κινήσεις του CVC στον κλάδο της ιδιωτικής Υγείας υλοποιούνται μέσω του επενδυτικού του βραχίονα, την εταιρεία ειδικού σκοπού Hellenic Healthcare, το 60% της οποίας είναι υπό τον έλεγχο του CVC, ενώ το υπόλοιπο 40% βρίσκεται ισομερώς στα χέρια των Δημήτρη Σπυρίδη και Βασίλη Θεοχαράκη, οι οποίοι επανεπένδυσαν στην εταιρεία σημαντικό τμήμα από το τίμημα παραχώρησης του πλειοψηφικού πακέτου που κατείχαν στο Metropolitan.

Σημειώνεται ότι η Hellenic Healthcare είναι διατεθειμένη να αγοράσει τις υπόλοιπες μετοχές του «Υγεία» με την ίδια τιμή που προσέφερε στη MIG.

Επιπλέον, το νέο σχήμα «Metrpolitan» – «Iασώ General» – «Υγεία» της Hellenic Healthcare, όπου απασχολούνται πάνω από 4.000 εργαζόμενοι, αναλαμβάνει και τις καθαρές δανειακές υποχρεώσεις (δάνεια μείον τα ταμειακά διαθέσιμα) που είχαν συσσωρεύσει τα θεραπευτήρια.

Ωστόσο, ο χορός των εξαγορών δεν έχει σταματήσει, καθώς τα funds, όπως το CVC, για να επιτύχουν την προσδοκώμενη απόδοση στον όχι και τόσο μακροπρόθεσμο ορίζοντα που θέτουν για την ολοκλήρωση των επενδύσεών τους επιδιώκουν τον γρήγορο έλεγχο τουλάχιστον του 50% της αγοράς του κλάδου, αποκτώντας μια ισχυρή θέση έναντι των ασφαλιστικών εταιρειών, που αποτελούν βασικό τους πελάτη.

Λόγος για τον οποίο αυτή τη στιγμή στο στόχαστρο της Hellenic Healthcare έχουν μπει ιδιωτικές κλινικές και διαγνωστικά κέντρα στην Κρήτη, τη Θεσσαλονίκη και τη Λάρισα.

Στο πεδίο του ενδιαφέροντος του CVC βρίσκεται και ο ασφαλιστικός κλάδος, όπου πολλές εταιρείες αναζητούν αγοραστή.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι μέχρι πού φτάνουν τα περιθώρια για επενδύσεις του CVC, καθώς εγείρονται θέματα ανταγωνισμού και υπερσυγκέντρωσης του κλάδου.

Ποιο είναι το CVC Capital Partners;

Το CVC διαχειρίζεται παγκοσμίως κεφάλαια περισσοτέρων από 300 θεσμικών και μη επενδυτών. Ιστορικά έχει εξασφαλίσει από τους επενδυτές πάνω των 110 δισ. δολαρίων, ενώ το 2017 διαχειριζόταν 71 δισ. δολάρια.

Εντυπωσιακή είναι και η διαφοροποίηση που παρουσιάζει τόσο σε γεωγραφικό όσο και σε κλαδικό επίπεδο ως προς τα είδη των επενδύσεων.

Με επενδύσεις από τις ΗΠΑ, την Ευρώπη μέχρι τη Μαλαισία, την Ινδονησία και την Ιαπωνία, έχει στο χαρτοφυλάκιό του συμμετοχές σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται, εκτός από τον κλάδο της Υγείας και των φαρμάκων, στο διαδικτυακό στοίχημα (Magnum Corporation στη Μαλαισία), στην ασφάλεια δικτύου (Avast), στις μουσικές παραγωγές (Stage Entertainment), στις επιχειρήσεις ηλεκτρισμού (PKP Energetyka, Πολωνία), σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές, σε ελβετικές ωρολογοποιίες (Breitling SA), ακόμη και σε παραγωγούς ελαιολάδου, όπως η ισπανική Deoleo.

Οι επενδύσεις της CVC στην Υγεία σε άλλες χώρες

◼ Στις αρχές της δεκαετίας του 2010, ο ισπανικός όμιλος Quiron γινόταν η μεγαλύτερη αλυσίδα ιδιωτικών νοσοκομείων στην Ισπανία, ύστερα από μια σειρά εξαγορών και συγχωνεύσεων μικρότερων κλινικών από το βρετανικό επενδυτικό σχήμα Doughty Hanson.

Η πλειοψηφία των μετοχών πουλήθηκε στο CVC το 2014 σε διπλό τίμημα από την αρχική επένδυση. Το CVC συγχώνευσε όλα τα νοσοκομεία της Quiron με όσα δικά του είχε ήδη, δημιουργώντας έναν κολοσσό με την επωνυμία Quironsalud.

Μόλις δύο χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2016, ύστερα από πολύμηνες επαφές με τον γερμανικό όμιλο στον χώρο της Υγείας, Fresenius, πούλησε όλο το «ισπανικό χαρτοφυλάκιο» στη θυγατρική του, Fresenius Helios, έναντι 5,76 δισ. ευρώ.

Η μικτή υπεραξία σε μία εξαετία αποτιμήθηκε σε 4 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα (Preqin report), πλέον, τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια πουλούν τις εταιρείες τους πολύ συντομότερα από ό,τι στο παρελθόν, με τον μέσο όρο να πέφτει στα 5,5 χρόνια. Το CVC χρειάστηκε μόλις 2 χρόνια στην Ισπανία.

◼ Η διείσδυση στην ελληνική αγορά δεν είναι η μοναδική αυτήν την περίοδο, καθώς στις 18 Μαΐου ανακοινώθηκε η εξαγορά από το CVC των μετοχών του αμερικανικού fund KKR στον φινλανδικό όμιλο Mehilainen, έναντι 1,8 δισ. ευρώ.

Ο όμιλος Mehilainen διαχειρίζεται 360 νοσοκομεία/κλινικές στη Φινλανδία και απασχολεί 14.000 εργαζομένους.

Δεκάδες είναι αντίστοιχες εξαγορές της CVC, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την ιταλική φαρμακευτική Doc Generici και τον γαλλικό κολοσσό της Ελσάν, της μεγαλύτερης ιδιωτικής εταιρείας Υγείας στη Γαλλία.

Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, ένα από τα επόμενα χτυπήματα αναμένεται στην Κύπρο, με στόχο μεγάλες νοσοκομειακές μονάδες στη Λευκωσία.

Πώς στρώθηκε το έδαφος για τις μεγάλες εξαγορές

Αν κοιτάξει κανείς το «περιβάλλον» που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στον τομέα της ιδιωτικής Υγείας, θα διαπιστώσει ότι είναι αυτό που άνοιξε τον δρόμο και έστρωσε το χαλί για την εισβολή του CVC στη χώρα μας.

Οι δανειακές υποχρεώσεις συνολικά των ιδιωτικών κλινικών και διαγνωστικών κέντρων υπερβαίνουν το 1 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περισσότερα από 400 εκατ. ευρώ αφορούν τον όμιλο Euromedica.

Την ίδια στιγμή, υπάρχει δέσμευση για αποεπένδυση των τραπεζών από οτιδήποτε μη τραπεζικό.

Την τελευταία πενταετία, έβαλαν λουκέτο με χρεοκοπία ή αναστολή λειτουργίας 35 κλινικές. Σήμερα, ο κλάδος των ιδιωτικών κλινικών αποτελείται από 133 επιχειρήσεις εκ των οποίων οι 100 είναι γενικές κλινικές και οι 33 είναι ψυχιατρικές.

Σε αυτό το κλίμα, οι επενδύσεις στον κλάδο της ιδιωτικής Υγείας έχουν περιοριστεί τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα ο ιατρικός, μηχανολογικός, ξενοδοχειακός και λοιπός εξοπλισμός να παλαιώνει.

Αναπόφευκτα, η συγκέντρωση του κλάδου αλλάζει και τα θέματα του ανταγωνισμού.

Ο επιχειρηματικός όμιλος που χτίζει στη χώρα μας το CVC θα έχει ενισχυμένη διαπραγματευτική ικανότητα, εξαιτίας της ισχύος του, η οποία μπορεί και να ενισχυθεί περαιτέρω εάν το CVC συγχωνεύσει τις ελληνικές εταιρείες με ένα ξένο σχήμα ή εταιρεία.

Οπως έκανε με την εξαγορά της ελληνικής e-Travel, γνωστή από το pamediakopes.gr, την οποία συγχώνευσε με τη σουηδική Etraveli, που επίσης είχε εξαγοράσει, δημιουργώντας έτσι ένα από τα μεγαλύτερα διαδικτυακά ταξιδιωτικά πρακτορεία στην Ευρώπη.

Η αλήθεια είναι ότι το CVC, όπως όλα τα funds αυτού του είδους διεθνώς, ακολουθεί την τακτική «shoot and go», καθώς και ότι ο στόχος του είναι, μετά την εξυγίανση των μονάδων που αγοράζει με την προσθήκη σύγχρονων διαγνωστικών εξετάσεων και την παροχή εξελιγμένων θεραπειών που δεν υπάρχουν στη χώρα μας, να τις πουλήσει.

Ο χρονικός ορίζοντας ωρίμασης της επένδυσής του θα είναι 5, το πολύ 7 χρόνια, πετυχαίνοντας αποδόσεις 100% στα δικά του κεφάλαια.

Και μια «λεπτομέρεια»: στις εξαγορές που έγιναν περιλαμβάνονται και τα ακίνητα των ιδιωτικών θεραπευτηρίων, τα οποία, κατά την αποεπένδυση, το CVC θα μπορούσε να πουλήσει για οποιαδήποτε άλλη χρήση, π.χ. για ξενοδοχεία.

Το φιλέτο τού «Ερρίκος Ντυνάν»

Με στόχο την ταχύτατη εδραίωση της θέσης της στην ιδιωτική Υγεία, η Hellenic Healthcare γλυκοκοιτάζει ένα ακόμη προς πώληση φιλέτο του κλάδου, το «Ερρίκος Ντυνάν».

Σήμερα, μοναδικός μέτοχος του «Ερρίκος Ντυνάν» είναι η εταιρεία Ημιθέα Α.Ε., θυγατρική της Τράπεζας Πειραιώς για την απόκτηση της οποίας, εκτός του CVC, ενδιαφέρονται πρωτίστως ο όμιλος Αποστολόπουλου του «Ιατρικού», το «Ιασώ», η «Ευρωκλινική» σε συνεργασία με fund του εξωτερικού και η Farallon Capital Management που έχει αγοράσει μέρος των δανείων της Euromedica.

Επιπλέον, η δυνατότητα υποβολής και ξεχωριστών προσφορών μόνο για τις υποδομές του νοσοκομείου ανοίγει το ενδιαφέρον και για κοινοπρακτικά σχήματα στα οποία συμμετέχουν εταιρείες από τον χώρο του real estate.

Η διαδικασία πώλησης του «Ερρίκος Ντυνάν» έχει προσελκύσει περίπου 20 υποψήφιους επενδυτές.

Ομως, η διαδικασία πώλησης του «Ερρίκος Ντυνάν» από την Τράπεζα Πειραιώς σε μια τιμή που εκτιμάται γύρω στα 80 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των υποδομών, έχει περιπλακεί, μετά το ενδιαφέρον που έχει εκδηλώσει η κυβέρνηση και την πρόσφατη ανακοίνωση του αναπληρωτή υπουργού Υγείας, Παύλου Πολάκη, για το ενδιαφέρον του Δημοσίου για την εξαγορά του νοσοκομείου και την ένταξή του στο ΕΣΥ.

Μέσα στα σενάρια που έχουν διαρρεύσει, υπάρχει και αυτό της εξαγοράς του «Ντυνάν» από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος και της δωρεάς του, στη συνέχεια, στο Δημόσιο, ενώ παράλληλα έντονο φαίνεται να είναι και το ενδιαφέρον του Ωνασείου.