«Δώρον άδωρον» η επεκτασιμότητα των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων

Από τον Παναγιώτη Κυριακούλια, γενικό γραμματέα της ΟΙΥΕ

Το υπουργείο Εργασίας (13/6/2018) ισχυρίζεται ότι επαναφέρει την επεκτασιμότητα των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, τον μηχανισμό δηλαδή της υποχρεωτικής εφαρμογής τους για όλους τους εργαζόμενους ενός κλάδου από το σύνολο των εργοδοτών του κλάδου και ανεξαρτήτως αν οι τελευταίοι είναι μέλη ή όχι της εργοδοτικής οργάνωσης που υπέγραψε τη συλλογική σύμβαση εργασίας. Πρόκειται, ουσιαστικά, για κυβερνητικό επικοινωνιακό τέχνασμα: η ρύθμιση δεν θα έχει κανένα αντίκρισμα για τους εργαζόμενους, αφού με τον τρόπο και τις προϋποθέσεις που αυτή επαναφέρεται δεν πρόκειται να εφαρμοστεί ποτέ από τους εργοδότες. Αλλωστε, καμία εργοδοτική οργάνωση δεν έχει διαμαρτυρηθεί μέχρι σήμερα για την «επαναφορά της επεκτασιμότητας».

Ο μηχανισμός της επέκτασης και της κήρυξης μιας κλαδικής σύμβασης ως υποχρεωτικής από όλους ανεξαιρέτως τους εργοδότες προβλέπεται στον Ν. 1876/90 (άρθρο 11.2) περί συλλογικών διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, με τον μνημονιακό Νόμο 4024/2011 η διάταξη αυτή αναστάλθηκε όσο διαρκεί η εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής (όρος που παρέπεμπε σε επ’ αόριστον αναστολή).

Η σημερινή κυβέρνηση είναι αλήθεια ότι με τους Νόμους 4472 και 4475 του 2017 έβαλε ως όριο λήξης της αναστολής αυτής το τέλος του «προγράμματος οικονομικής προσαρμογής» (δηλαδή, τον Αύγουστο του 2018), οπότε από τότε και μετά υποτίθεται ότι επαναφέρεται η επεκτασιμότητα των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων, όπως προβλεπόταν αρχικά. Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι.

Η κυβέρνηση εκδίδοντας την παραπάνω εγκύκλιο (ισχυριζόμενη μάλιστα ότι πρόκειται για «τεχνικό ζήτημα») κατέστησε με τις προϋποθέσεις που έθεσε πρακτικά αδύνατη την εφαρμογή της επεκτασιμότητας.

Συγκεκριμένα, ο Νόμος 1876/90 αναφέρει απλώς (και χωρίς καμία περαιτέρω εξειδίκευση) ότι ο υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει μια κλαδική σύμβαση, εφόσον βεβαίως τα μέλη της εργοδοτικής οργάνωσης απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου και υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει σύμφωνη γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας (ΑΣΕ), στο οποίο θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκπροσωπούνται ισομερώς κατά 1/3 η κυβέρνηση, οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι.

Το υπουργείο Εργασίας, ισχυριζόμενο ότι επιλύει «τεχνικό ζήτημα» προκειμένου να κηρυχτεί υποχρεωτική μια κλαδική σύμβαση, ζητά από την εργοδοτική οργάνωση που την υπέγραψε να καταθέσει το Μητρώο Μελών της, δηλαδή τις επιχειρήσεις που είναι μέλη της, ώστε μέσω του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ να διαπιστωθεί εάν αυτές απασχολούν το 51% του κλάδου.

Ταυτόχρονα, όμως, η κατάθεση του Μητρώου δεν έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα και εφόσον η εργοδοτική οργάνωση δεν καταθέσει Μητρώο Μελών δεν μπορεί να υπάρξει επέκταση της κλαδικής σύμβασης.

Ασχέτως εάν μια εργοδοτική οργάνωση καλύπτει το κριτήριο του 51%, είναι φανερό με βάση τα παραπάνω ότι: η επέκταση των κλαδικών συμβάσεων εργασίας εναπόκειται (ή επαφίεται) αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια των εργοδοτικών οργανώσεων και στη διάθεσή τους να καταθέσουν το Μητρώο Μελών τους.

Προϋπόθεση η οποία κάνει τελικά την επέκταση των κλαδικών συμβάσεων μη δυνατή να εφαρμοστεί στην πράξη.

Καμία κλαδική ένωση εργοδοτών, ούτε στο παρόν ούτε στο μέλλον, δεν πρόκειται να καταθέτει το Μητρώο Μελών της. Διότι αν το έκανε αυτό, θα αποχωρούσαν από αυτήν μαζικά και εν ριπή οφθαλμού τα μέλη της, με σκοπό βεβαίως να μη δεσμεύονται από κλαδική συλλογική σύμβαση.

Οι εργοδοτικές οργανώσεις θα κατέρρεαν, τότε, με συνοπτικές διαδικασίες· και, φυσικά, δεν είναι διατεθειμένες να αυτοχειριαστούν. Αλλωστε, είναι απολύτως λογικό ένας εργοδότης να μη θέλει να δεσμεύεται από κλαδική σύμβαση, από τη στιγμή μάλιστα που μπορεί να το αποφύγει με απόλυτα νόμιμο τρόπο.

Κατά συνέπεια, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι από δω και πέρα καμία (ή σχεδόν καμία) κλαδική συλλογική σύμβαση δεν θα γίνεται υποχρεωτική, καμία επεκτασιμότητα δεν μπορεί να υπάρξει.

Απαιτείται ισχυρή πολιτική βούληση και νέα νομοθετική ρύθμιση, ικανή να έρθει σε σύγκρουση τόσο με τους δανειστές όσο και με εργοδοτικές οργανώσεις, όπως ο ΣΕΒ, που δεν θέλουν ούτε συμβάσεις ούτε Διαιτησία, και να αποκαταστήσει αδικίες του παρελθόντος σε βάρος των εργαζομένων. Κάτι που αποφεύγει βεβαίως να πράξει η σημερινή κυβέρνηση.