Ευρωκοινοβούλιο: Επιχείρηση ωραιοποίησης της αέναης ανακύκλωσης εργαζομένων χωρίς δικαιώματα

Να καλλιεργήσει την αυταπάτη ότι είναι δυνατόν να ληφθούν μέτρα προστασίας των εργαζομένων από την «επισφάλεια», όταν η γενίκευση της εργασιακής «ευελιξίας» βρίσκεται στον πυρήνα της στρατηγικής της ΕΕ για τη στήριξη των κερδών και της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου, επιχειρεί ένα ακόμα ευρωενωσιακό κείμενο, αυτήν τη φορά με τη μορφή ψηφίσματος του Ευρωκοινοβουλίου «σχετικά με την αντιμετώπιση της επισφάλειας και της καταχρηστικής χρησιμοποίησης συμβάσεων ορισμένου χρόνου».

Το κείμενο του ψηφίσματος του Ευρωκοινοβουλίου δημιουργεί πλαστούς διαχωρισμούς, προβάλλει και ωραιοποιεί την αντεργατική νομοθεσία που τάχα στόχο έχει την ασφάλεια των εργαζομένων, ενώ την ίδια στιγμή διευκρινίζει πως όποια μέτρα προτείνει δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιβαρύνουν τους εργοδότες.

Την ώρα που το Ευρωκοινοβούλιο έχει πρωτοστατήσει στη στήριξη της επίθεσης στα δικαιώματα των εργαζομένων σε όλη την ΕΕ, με βάση τις ανάγκες του κεφαλαίου, το ψήφισμα σημειώνει υποκριτικά ότι «ο αριθμός των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και μερικής απασχόλησης έχει αυξηθεί στην ΕΕ κατά τα τελευταία 15 έτη, ως αποτέλεσμα των πολιτικών λιτότητας και της περιστολής των εργασιακών δικαιωμάτων που εφαρμόστηκαν, κάτι που έχει οδηγήσει σε αυξανόμενη επισφάλεια και αστάθεια της εργασίας».

Την ίδια ώρα, καλλιεργεί την αυταπάτη ότι οι εργαζόμενοι με «ευέλικτες» μορφές εργασίας μπορούν να είναι ασφαλείς, αρκεί τα κράτη να πάρουν τα κατάλληλα μέτρα… Προς ενίσχυση αυτής της αυταπάτης, προβάλλει πλαστούς διαχωρισμούς, λέγοντας μεταξύ άλλων, ότι είναι άλλο οι «άτυπες» μορφές εργασίας και άλλο η επισφαλής απασχόληση. Αναφέρει συγκεκριμένα: «Είναι σημαντικό να γίνεται διάκριση μεταξύ της άτυπης εργασίας και της ύπαρξης επισφαλούς απασχόλησης (…) Οι όροι «άτυπη» και «επισφαλής» δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται ως συνώνυμα».

Ομως, «άτυπες» είναι οι «ευέλικτες» μορφές εργασίας οι οποίες είναι από τη φύση τους επισφαλείς λόγω της προσωρινότητας της εργασίας, των πολύ χαμηλών μισθών, της έντασης της εργοδοτικής ασυδοσίας, της ύπαρξης εργαζομένων πολλών ταχυτήτων και των εμποδίων που μπαίνουν στη συλλογική δράση, της δυσκολίας, ακόμα, που έχουν αυτές οι μορφές ακόμα και για ταξικά συνδικάτα να διαπιστώσουν τους όρους εργασίας, πόσοι και ποιοι εργαζόμενοι απασχολούνται με αυτόν τον τρόπο.

Η υποκρισία του Ευρωκοινοβουλίου αναδεικνύεται και από τον όρο που θέτει ότι τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν για να αποφευχθεί η επισφαλής απασχόληση, δεν πρέπει να… «επιβαρύνουν» τους κεφαλαιοκράτες: Το ψήφισμα «αναγνωρίζει τη νέα πρόταση Οδηγίας για διαφανείς και προβλέψιμους όρους εργασίας, που στοχεύει στη θέσπιση νέων δικαιωμάτων για όλους τους εργαζομένους, ιδίως προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες εργασίας των εργαζομένων στις νέες μορφές απασχόλησης και στις μη τυποποιημένες μορφές απασχόλησης, περιορίζοντας ταυτόχρονα τις επιβαρύνσεις στους εργοδότες και διατηρώντας την προσαρμοστικότητα της αγοράς εργασίας». Δηλαδή, θεωρεί ότι οι εργαζόμενοι θα είναι ασφαλείς αρκεί… να ξέρουν με ποιους ακριβώς όρους τους εκμεταλλεύεται το κεφάλαιο («προβλέψιμοι όροι εργασίας»). Ταυτόχρονα, όχι μόνο κατοχυρώνει τις «νέες» και «μη τυποποιημένες μορφές απασχόλησης», αλλά ξεκαθαρίζει ότι η όποια παρέμβαση δεν πρέπει να επιβαρύνει τα κέρδη της εργοδοσίας και τη δυνατότητά της να προσαρμόζει «ευέλικτα» την παραγωγή με βάση αυτό το κριτήριο.

Επίκληση των γνωστών αντεργατικών Οδηγιών της ΕΕ

Αντίστοιχα, οι ευρωενωσιακές Οδηγίες που επικαλείται το Ευρωκοινοβούλιο, δεν είναι τίποτα άλλο παρά το πλαίσιο προώθησης αυτών των «ευέλικτων» μορφών απασχόλησης.

Αναφέρεται, για παράδειγμα, στην Οδηγία 99/70 για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η οποία στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από τις κυβερνήσεις, τις πλειοψηφίες σε ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, τον ΣΥΡΙΖΑ όταν ήταν αντιπολίτευση και διάφορα γνωστά δικηγορικά γραφεία για να καλλιεργήσουν αυταπάτες σε ολόκληρες στρατιές συμβασιούχων ότι τάχα θα τους μονιμοποιήσει. Η αλήθεια όμως είναι ότι η βάση της συγκεκριμένης Οδηγίας, όπως περιγράφεται στο προοίμιό της, ήταν «τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Εσσεν, όπου υπογραμμίστηκε η ανάγκη λήψης μέτρων για την αύξηση σε ένταση της απασχόλησης στα πλαίσια της ανάπτυξης, κυρίως μέσω ελαστικότερης οργάνωσης της εργασίας, η οποία να ικανοποιεί τόσο τις επιθυμίες των εργαζομένων όσο και τις απαιτήσεις του ανταγωνισμού».

Το δήθεν φιλεργατικό περιεχόμενο της Οδηγίας έχει διαψεύσει επανειλημμένως η ίδια η ΕΕ. Απαντώντας σε Ερωτήσεις της Ευρωκοινοβουλευτικής Ομάδας του ΚΚΕ σημειώνει: «Εντούτοις, δεν υπάρχει, βάσει της Οδηγίας, συγκεκριμένη υποχρέωση των κρατών – μελών για τον καθορισμό κανόνων για τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου» (2005). «Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι δεν απαιτείται με βάση την Οδηγία η μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου» (2006). «Επιπλέον, η Οδηγία δεν προβλέπει τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου» (2008).

Το ψήφισμα αναφέρεται ακόμα στην Οδηγία 2003/88 του Ευρωκοινοβουλίου που αφορά στο χρόνο εργασίας, με την οποία εισάγεται για πρώτη φορά ο όρος «opt out», που σε ελεύθερη μετάφραση δηλώνει τη (δήθεν) «εθελούσια» παράταση του μέσου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, σε απευθείας διαπραγμάτευση (επιβολή) με τον εργαζόμενο. Με τη ρήτρα «opt out», ο εργοδότης αποκτά το δικαίωμα να «ζητήσει» από τον εργαζόμενο για ορισμένο χρονικό διάστημα να εργαστεί κατά μέσον όρο περισσότερο από 48 ώρες. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί στην Ελλάδα ο νόμος που ψήφισε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ και επιτρέπει οι νοσοκομειακοί γιατροί να δουλεύουν μέχρι και 60 ώρες τη βδομάδα.

Επίσης, μιλά για την Οδηγία 2008/104, που προωθεί τις εταιρείες «ενοικίασης» εργαζομένων, τα γνωστά δουλεμπορικά, με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ να εμπλουτίζει το 2016 το σχετικό αντεργατικό νομικό οπλοστάσιο, «απελευθερώνοντας» παραπέρα τη δράση των «δουλεμπορικών» γραφείων.