«Κλεισθένης Ι»: Ωδινεν όρος και έτεκεν μυν… ή μεγάλη φασαρία για το τίποτα…

Η ομιλία του αντιπεριφερειάρχη Αττικής και μέλους Δ.Σ. ΕΝΠΕ, Σπύρου Τζόκα, στο έκτακτο Συνέδριο ΕΝΠΕ – ΚΕΔΕ (11 Μάη 2018)

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι… Το σχέδιο νόμου για την Αυτοδιοίκηση που εισάγεται στη Βουλή για διαβούλευση και για ψήφιση με το όνομα ενός σπουδαίου μεταρρυθμιστή της αρχαιότητας δεν εισάγει στην ουσία καμία μεταρρύθμιση. Πρόκειται για μία παρέμβαση πολύ πίσω από τις ανάγκες της κοινωνίας και της αυτοδιοίκησης που δεν αποτολμά τη θεσμική επίλυση ζητημάτων που έχουν ωριμάσει στη συλλογική και δημόσια συζήτηση. Αυτή η ατολμία είναι ορατή ακόμα και στη μοναδική μεταρρύθμιση που επιχειρεί να εισάγει το σχέδιο νόμου με μία νοθευμένη απλή αναλογική δύο γύρων.

Θα λέγαμε ότι «Ωδινεν όρος και έτεκεν μυν..». «Ωδινεν όρος» για μια διαβούλευση και ταλαιπωρία όλων των φορέων για δύο χρόνια και «έτεκεν μυν» για το εξαιρετικά πενιχρό αποτέλεσμα.

Το νομοσχέδιο δεν λύνει κανένα από τα ουσιαστικά προβλήματα που κληροδότησε ο Καλλικράτης στην Αυτοδιοίκηση. Παρουσιάζεται άτολμο να αντιμετωπίσει τα καθημερινά προβλήματα της Αυτοδιοίκησης. Συγκεκριμένα:

1. Όχι μόνον δεν βελτιώνει τον Καλλικράτη, αλλά τον αντιγράφει και τον δικαιώνει ως μοναδική μεταρρύθμιση στην Αυτοδιοίκηση. Τον Καλλικράτη που επιχειρεί να χρησιμοποιήσει την Αυτοδιοίκηση ως ιμάντα μεταφοράς των αντιλαϊκών εκείνων πολιτικών που παράγονται στο εργαστήρι των νεοφιλελεύθερων μνημονιακών πολιτικών.

2. Δεν προχωρεί στην κατάργηση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων της στην Αυτοδιοίκηση, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας. Η θεσμοθέτηση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης παράλληλα με την Αιρετή Περιφέρεια, καταδεικνύει την δυσπιστία του κράτους στην Αυτοδιοίκηση, η οποία επιτείνεται με τις προβλέψεις που αφορούν τον «Επόπτη ΟΤΑ».

3. Δεν αναφέρεται καν στην δέσμευση για την κατάργηση του Παρατηρητηρίου Οικονομικής Αυτοτέλειας, του οποίου η δομή και οι αρμοδιότητες έχουν μονόπλευρη και παρεμβατική λειτουργία και στοχεύουν στην επιτροπεία των Περιφερειών.

4. Δεν αντιμετωπίζει τις πιεστικές ανάγκες του χωροταξικού, παρά τα απεγνωσμένα και δίκαια αιτήματα, όπως αυτό της Μυτιλήνης.

5. Δεν γίνεται καν αναφορά σε αποκέντρωση αρμοδιοτήτων και ενίσχυση των Περιφερειών με πόρους και προσωπικό, που τόσο έχουν ανάγκη προκειμένου να εξυπηρετούν αποτελεσματικά τον πολίτη.

6. Δεν επιλύονται τα γραφειοκρατικά προβλήματα των Περιφερειών και τα ζητήματα αρμοδιότητας, παρά τις συγκεκριμένες προτάσεις που κατατέθηκαν. Αντίθετα αυτά επιδεινώνονται με ακατανόητες διατάξεις, όπως η ΨΗΦΙΣΗ ΤΟΥ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΑΝΑ ΕΡΓΟ!!! (άρθρο 189).

7. Δεν αναφέρεται διόλου στο μέγα ζήτημα της Αυτοδιοίκησης που αφορά σε αρμοδιότητες και πόρους. Να διασφαλίζεται, δηλαδή, η εφαρμογή του Συντάγματος ώστε για τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στην Αυτοδιοίκηση να πρέπει να προηγείται η μεταφορά των απαιτούμενων χρηματοδοτικών πόρων.

8. Δεν προωθεί την περιφερειακή συνείδηση με συγκεκριμένα μέτρα, ούτε την ενδοπεριφερειακή αποκέντρωση. Αντίθετα την αποδυναμώνει με την ουσιαστική κατάργηση των αντιπεριφερειαρχών. Για τους αντιπεριφερειάρχες προτείνεται η ειδική σταυροδότηση σε κάθε περιφερειακή ενότητα από λίστα.

9. Δεν υπάρχουν ρυθμίσεις για την οικονομική αυτοτέλεια και αποτελεσματική λειτουργία των περιφερειών.

10. Αγνοεί πλήρως τις νέες και σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες που έχουν προκύψει (ανθρωπιστική κρίση, προσφυγικό κ.α.) αλλά και τα σύγχρονα αναπτυξιακά εργαλεία (τεχνολογίες πληροφορικής κι επικοινωνιών) διατηρώντας τα κενά αρμοδιοτήτων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε όλα τα προηγούμενα.

Είναι επομένως σαφές ότι το μόνο θετικό που εισάγει η περίφημη αυτή μεταρρύθμιση είναι το, έστω κολοβό, αναλογικό σύστημα στις εκλογές της Αυτοδιοίκησης. Κολοβό γιατί με τις εκλογές σε δυο γύρους  δεν θέτει σε κίνδυνο το σημερινό μοντέλο του Δημαρχοκεντρισμού και του περιφερειαρχοκεντρισμού. Ωστόσο είναι σαφώς καλύτερο από το σημερινό εξόφθαλμα πλειοψηφικό, ως προς τα αποτελέσματά του, εκλογικό σύστημα που οδηγεί σε προφανή αλλοίωση της βούλησης του εκλογικού σώματος και των σχέσεων εκπροσώπησης, με τις πολιτικές, αλλά και συνταγματικές προεκτάσεις που έχει το γεγονός αυτό.

Μία απλή επεξεργασία των αποτελεσμάτων των τελευταίων (2014) Εκλογών, αρκεί για να αποδειχθεί ο ακραία πλειοψηφικός χαρακτήρας του υφιστάμενου εκλογικού συστήματος.

Σε σύνολο 325 Δήμων:

– 4 (1%) από τους σημερινούς Δημάρχους έλαβαν ποσοστό κάτω από 20%,

– 59 (18%) από τους σημερινούς Δημάρχους έλαβαν ποσοστό κάτω από 30% ενώ,

-136 (42%) από τους σημερινούς Δημάρχους έλαβαν ποσοστό κάτω από 40%,

Αντίστοιχα, σε σύνολο13 Περιφερειών:

–4 (31%) από τους σημερινούς Περιφερειάρχες έλαβαν ποσοστό κάτω από 30% ενώ,

–8 (61%) από τους σημερινούς Περιφερειάρχες έλαβαν ποσοστό κάτω από 40%.

Παρόλα αυτά, και οι μεν και οι δε, βάσει του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, ελέγχουν τα 3/5 (60%) των εδρών του αντίστοιχου δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου.

Η δε απάντηση στο ζήτημα της «κυβερνησιμότητας» είναι πρωτίστως πολιτική και δευτερευόντως θεσμική και νομική, αφού ικανός και καλός τοπικός ηγέτης είναι αυτός που καταφέρνει να συνθέτει τις διαφορετικές απόψεις.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Ο χώρος της Αυτοδιοίκησης, είναι ο χώρος που φαίνεται να συμπυκνώνεται το σύνολο των μνημονιακών πολιτικών σε όλα τα πεδία: Εργασιακές σχέσεις, υπονόμευση και αποσάθρωση των κοινωνικών του δομών, γενικευμένη πολιτική ιδιωτικοποιήσεων, πλειστηριασμούς, ιδιωτικοποιήσεις δημόσιας περιουσίας, λιμάνια, αεροδρόμια, φτώχεια, ανεργία, ελαστικές σχέσεις εργασίας, περιορισμός των δημοσίων πόρων και πάει λέγοντας και επειδή παρόμοιοι αποπροσανατολισμοί και αυτοματισμοί είναι επικίνδυνοι, επιβάλλεται ψυχραιμία και υψηλό αίσθημα ευθύνης.

Την κατηφόρα αυτή δεν πρέπει να διευκολύνουμε με πράξεις, παραλείψεις, αστοχίες και ωχαδελφισμό και πολύ περισσότερο με αναχωρητισμούς. Να συνεχίσουμε τον αγώνα μας για την Αυτοδιοίκηση. Η υπέρβαση των όρων υπό τους οποίους διεξάγεται αυτή τη στιγμή ο πολιτικός αγώνας προϋποθέτει την εμπλοκή της κοινωνικής βάσης, την κινητοποίηση των τοπικών, ενδογενών πόρων της και, κυρίως, την ενδυνάμωση και ενότητα των δυο βαθμών.

Το διακύβευμα, επομένως, είναι κρίσιμο και εξαιρετικά επίκαιρο: Η Αυτοδιοίκηση θα λειτουργήσει ως ένας πυλώνας λαϊκής εξουσίας και συμμετοχής των πολιτών ή θα παραμείνει ένας γραφειοκρατικός, αποστεωμένος θεσμός παραγωγής παραγόντων και παραγοντίσκων προθύμων να υπηρετήσουν τις κεντρικές πολιτικές που θα τους υπαγορευτούν;

Η υποτίμηση του θεσμού της Αυτοδιοίκησης που υπάρχει όχι αδικαιολόγητα, εξαιτίας των φαινομένων αναπαράστασης των πολιτικών και της πολιτικής με την κεντρική σκηνή, θα έχει ως φυσικό αποτέλεσμα το τέλος ενός δυνάμει λαϊκού θεσμού. Και αυτό ακριβώς επιδιώκεται.

Ο αγώνας είναι διμέτωπος, στα κινήματα, στη συγκρότηση μετώπων αντίστασης, αλλά  και στην  επεξεργασία εναλλακτικών προτάσεων για το μέλλον της χώρας και της Αυτοδιοίκησης. Στην κατεύθυνση αυτή κινείται και η δομική μας αντίθεση με την πλειοψηφία.

Δυστυχώς, πίσω από τις ανάγκες της κοινωνίας και της Αυτοδιοίκησης εμφανίζονται και οι ηγεσίες των συλλογικών της οργάνων (ΚΕΔΕ – ΕΝΠΕ), όπου αρνούνται πεισματικά να συνεισφέρουν στη δημόσια συζήτηση με ουσιαστικές και πολιτικές προτάσεις για έναν νέο αυτοδιοικητικό νόμο-πλαίσιο. Αμφότερες έχουν επιδοθεί σε μία κεντρικοπολιτικού και μικροκομματικού ή μικροπαραταξιακού χαρακτήρα αντιπαράθεση γύρω από το εκλογικό σύστημα και δεν αρθρώνουν ούτε λέξη για όλα τα υπόλοιπα μείζονα ζητήματα της Αυτοδιοίκησης που το Σχέδιο Νόμου αφήνει στο περιθώριο.

Με βάση τα παραπάνω πιστεύω πως η κατάθεση του Σχεδίου Νόμου μπορεί να ανοίξει, έστω και τώρα, εκ των πραγμάτων μια συζήτηση που ως βάση μπορεί να έχει ΜΟΝΟ τις ανάγκες τις Αυτοδιοίκησης και δεν μπορεί να ολοκληρωθεί παρά μόνο όταν οι εμπλεκόμενοι φορείς αποφασίσουν να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και των αναγκών προκειμένου να διαβουλευτούν και να αποφασίσουν επί της ουσίας.