Σύλλογος ΟΤΑ ν. Χανίων: Να μην εφαρμοστεί το πιλοτικό πρόγραμμα της υποχρεωτικής προσχολικής αγωγής

Επιστολή προς το δήμαρχο

paidikos-3

Στην Ελλάδα υπάρχει ένα διχοτομημένο σύστημα προσχολικής αγωγής και εκπαίδευσης σε αντίθεση με άλλα κράτη που έχουν θεσπίσει και αγωνίζονται χρόνια τώρα για μια ενιαία προσχολική αγωγή. ( Φιλανδία, Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία κ.λπ.).

Από το 2007-8 τα πεντάχρονα παιδιά (νήπια) φοιτούν υποχρεωτικά στο νηπιαγωγείο με ρύθμιση που προέκυψε ως απάντηση του ΥΠΠΕΘ σε απεργία διαρκείας της ΔΟΕ.

Η εμπειρία της εφαρμογής της υποχρεωτικής φοίτησης των νηπίων με το Ν3518/2006 (ΦΕΚ272/2006 β) δείχνει τις δυσκολίες με τις οποίες εφαρμόστηκε αυτή η ρύθμιση και ως αποτέλεσμα αυτής την ενίσχυση των ιδιωτικών νηπιαγωγείων.

Με το ίδιο ακριβώς τρόπο έρχεται σήμερα ο νόμος Ν 4521/2018 με το ΦΕΚ 38/Α/2-3-2018 να καθιερώσει την υποχρεωτική προσχολική αγωγή για τα παιδιά ηλικίας τεσσάρων ετών.

Ένας νόμος που ψηφίζεται χωρίς κανένα πολιτικό σχεδιασμό με σοβαρά προβλήματα στέγασης των νηπιαγωγείων και ελλείψεις σοβαρές παιδαγωγικού, βοηθητικού προσωπικού και υλικοτεχνικού εξοπλισμού.

Από τα στατιστικά στοιχεία του ΔΟΚΟΙΠΠ του Δήμου Χανίων προκύπτει ότι τα 2/3 των παιδιών ηλικίας τεσσάρων ετών φεύγουν από τους παιδικούς σταθμούς αν εφαρμοστεί ο νόμος.

Συγκεκριμένα από τα 735 παιδιά που είναι εγγεγραμμένα φέτος για το σχολ. έτος 2017-18 στους δεκατέσσερις Δημοτικούς σταθμούς (1 βρεφικός,3 βρεφονηπιακοί, 10 παιδικοί)(συμμετέχουν στο ΕΣΠΑ οι 10), φεύγουν τα 600 παιδιά (165 νήπια και 435 προνήπια) που είναι γεννημένα το 2013 και το 2014 και μένουν μόνο τα 94 που είναι γεννημένα το 2015 και μπορούν να κάνουν επανεγγραφή. Τα δε επιλαχόντα κατά το σχολικό έτος 2017-2018 είναι κατά πολύ λιγότερα από τα κενά που θα δημιουργηθούν.

Μιλάμε για ένα ποσοστό της τάξης του 13% των παιδιών που παραμένουν.

Δεδομένου του γεγονότος ότι οι δώδεκα από τους δεκατέσσερις σταθμούς είναι ενταγμένοι στο πρόγραμμα της ΕΕΤΑΑ, που σημαίνει ότι οι παιδικοί σταθμοί έρχονται με ευρωπαϊκά προγράμματα και οικονομικούς πόρους να αντισταθμίσουν και να βοηθήσουν κοινωνικά και οικονομικά οικογένειες εν έσω οικονομικής κρίσης που βιώνει η χώρα, γίνεται κατανοητό ότι όχι απλά θα υπάρξουν κενές θέσεις για την ένταξη νέων παιδιών, αλλά και ότι αυτές δε θα είναι σε θέση να καλυφθούν από το σύνολο των προσφερόμενων θέσεων με αποτέλεσμα να χαθούν ευρωπαϊκά κονδύλια ,να συρρικνωθούν οι δομές με συνέπεια απόλυση παιδαγωγικού και λοιπού προσωπικού που εργάζονται σε αυτούς. Επίσης συνάδελφοι νηπιαγωγοί δε θα έχουν θέσεις εργασίας στους παιδικούς σταθμούς γιατί τα επαγγελματικά τους δικαιώματα δε θα καλύπτονται πλέον ηλικιακά.

Τίθεται το ερώτημα.

Θα μπορέσουν φέτος να καλυφθούν αν φύγουν όλα τα προνήπια ;

Πού θα βρεθούν αίθουσες, προσωπικό και υλικοτεχνικές υποδομές να στεγάσουν τα προνήπια ιδιαίτερα στους πιλοτικούς Δήμους που ξεκινάει άμεσα το πρόγραμμα;

Έχουν ερωτηθεί οι γονείς αν συμφωνούν με αυτό και αν από απομακρυσμένες περιοχές έχουν τη δυνατότητα να πηγαίνουν τα παιδιά τους το νηπιαγωγείο υποχρεωτικά;

Η δίχρονη υποχρεωτική φοίτηση στο νηπιαγωγείο έχει ψηφιστεί εδώ και 33 χρόνια με το Ν. 1566/85 , ο οποίος δεν εφαρμόστηκε ποτέ γιατί η ίδια η κοινωνία , η πολιτική και η πραγματικότητα τον άφησαν ανενεργό.

Από έγγραφο της ΚΕΔΕ που απεστάλη σε όλους τους δήμους της χώρας και ζητά τις υπογραφές και τη συγκατάθεση των γονέων να έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν τη δομή που θα φιλοξενήσει το παιδί τους στην ηλικία των τεσσάρων ετών, αποδεικνύεται περίτρανα ότι οι γονείς προτιμούν τους παιδικούς σταθμούς γιατί έχουν έμπειρο και καταρτισμένο προσωπικό, ασκούν άριστο παιδαγωγικό έργο, για οικονομικούς λόγους (σίτιση) γιατί λειτουργούν σχεδόν όλο το χρόνο και εξυπηρετούν τους εργαζόμενους γονείς, γιατί οι εγκαταστάσεις πληρούν τις απαραίτητες εκείνες προδιαγραφές που ορίζει ο νόμος ενώ υπόκεινται διαρκώς σε υγειονομικούς οικονομικούς και λοιπούς ελέγχους.

Εφόσον λοιπόν δεν υπάρχουν στα νηπιαγωγεία οι υποδομές που θα φιλοξενήσουν τόσο μεγάλο αριθμό προνηπίων, παίζεται το σενάριο να ζητήσει η Πρωτοβάθμια αίθουσες από τους Δήμους που θα εφαρμοστεί πιλοτικά το πρόγραμμα ένταξης των προνηπίων σε βάθος τριετίας όπως αυτό έχει εξαγγελθεί.

Ποιους κινδύνους όμως εμπεριέχει αυτή η παραχώρηση;

Το θέμα της συστέγασης και συνύπαρξης δύο διαφορετικών κλάδων που εποπτεύονται από δύο διαφορετικά υπουργεία το έχουμε ζήσει και στο παρελθόν και έχουμε δει ότι είναι πρακτικά δυσλειτουργικό και δημιουργεί τεράστια προβλήματα.

Διαφορετικοί κανονισμοί λειτουργίας, ωράρια, φορείς, προγράμματα, διάρκεια, επαγγελματικά δικαιώματα, αναλογία παιδιών – προσωπικού κλπ.

Είναι άδικο ένα τέτοιο διχοτομημένο σύστημα και για τους γονείς και για τα παιδιά και για τους εργαζόμενους και οδηγεί σε κατακερματισμό και υποβάθμιση της προσχολικής εκπαίδευσης.

Ο άλλος κίνδυνος αφορά τις κτιριακές υποδομές και σύμφωνα με το νέο Προεδρικό διάταγμα 99/2017 ΦΕΚ 141/τ. Α΄/28-9-2017 “Καθορισμός προϋποθέσεων αδειοδότησης και λειτουργίας των παιδικών και βρεφονηπιακών σταθμών που λειτουργούν εντός νομικών προσώπων των δήμων ή υπηρεσίας των δήμων” ορίζει κατηγορηματικά τον αριθμό των τετραγωνικών μέτρων των αιθουσών ανά παιδί.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι κάποιοι μικροί κτιριακά παιδικοί σταθμοί θα μειώσουν τον αριθμό των παιδιών που φοιτούσαν μέχρι σήμερα και αυτός ο αριθμός θα προστεθεί σε μεγαλύτερους κτιριακά σταθμούς με την ανάλογη μεταφορά προσωπικού.

Αν δοθούν αίθουσες στην Πρωτοβάθμια, όχι απλά δε θα αυξηθεί ο αριθμός των παιδιών που θα εγγραφούν, αλλά θα οδηγηθούμε πάλι σε συρρίκνωση δομών και απόλυση εργαζομένων.

Θα σας παρακαλούσαμε πολύ κύριε Δήμαρχε λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη σας τα παραπάνω, να μην ενταχθούμε στους πιλοτικούς δήμους γιατί πιστεύουμε ότι αυτός ο νόμος θα αποδειχθεί εν τέλει μη εφαρμόσιμος.