Ομιλία του Γιώργου Χαρίση στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο του ΜΑΧΩΜΕ

Με τίτλο «Προϋποθέσεις Υπέρβασης της Λιτότητας και Επιτροπείας», που έγινε στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του ΤΕΕ, στις 12-14 Γενάρη 2018

Σε ό,τι αφορά στους αγώνες της περιόδου 2010-2015 και τα χαρακτηριστικά αυτών των αγώνων θα ήθελα να πω μια κουβέντα μόνο. Αυτό που κυριάρχησε εκείνη την περίοδο είναι κυρίως τα πολιτικά ζητήματα και η ανάγκη της εναλλακτικής λύσης για τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι εργαζόμενοι και η ελληνική κοινωνία λόγω των βίαιων μέτρων που πάρθηκαν σε ένα σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα. Οι αγώνες εκείνης της περιόδου κυρίως προτάσσανε το θέμα της εναλλακτικής πολιτικής διεξόδου που διαφαινόταν, ιδιαίτερα από 2012 και μετά,

Αυτό πρέπει να το πάρουμε σοβαρά υπόψη διότι η ανάπτυξη των αγώνων τότε θα σηματοδοτούσε ίσως και μια διαφορετική πορεία στα πράγματα, αλλά ενδεχομένως να δημιουργούσε και διαφορετικές αντιστάσεις την περίοδο μετά το δημοψήφισμα του 2015 και την πλήρη εγκατάλειψη κάθε εναλλακτικής προσπάθειας από τη μεριά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Αυτό που κυριάρχησε από το καλοκαίρι του 2015 και μετά είναι η απογοήτευση σε ευρύτερα λαϊκά και εργατικά στρώματα, ενώ ενισχύθηκε η αντίληψη ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση, ότι είναι παντοδύναμος ο αντίπαλος. Το κλίμα ηττοπάθειας το οποίο επικράτησε έχει επηρεάσει τους αγώνες της επόμενης, μετά το 2015, περιόδου. Έχουμε κάμψη ουσιαστικά των κεντρικών εργατικών και λαϊκών αγώνων, γιατί οι αγώνες αυτοί για να αναπτυχθούν χρειάζονται να υπάρχει ελπίδα και πίστη ότι μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα και σε πολιτικό επίπεδο.

Αντίστροφα την περίοδο αυτή, επειδή οι εφαρμοζόμενες μνημονιακές πολιτικές οξύνουν τα προβλήματα, παρατηρείται μία σχετική ανάκαμψη των κλαδικών, τοπικών και επιχειρησιακών αγώνων, που εκδηλώνονται κυρίως ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, την απλήρωτη εργασία, τις απολύσεις, την αλλαγή των εργασιακών σχέσεων και τη μετατροπή της πλήρους σε μερική απασχόληση, τις συνθήκες και την εντατικοποίηση της εργασίας κλπ.

Είναι ανάγκη λοιπόν να επικεντρώσουμε την προσοχή μας σ’ αυτά τα προβλήματα, στους κλάδους και τους χώρους δουλειάς, να ρίξουμε ιδιαίτερο βάρος και να εργαστούμε για τη μαζικοποίηση, την ενεργοποίηση και την ενότητα των εργαζομένων στη βάση και τα πρωτοβάθμια σωματεία.

Αυτή την περίοδο πρέπει να υπάρξει στροφή από τα γενικά πολιτικά ζητήματα που προτάσσονταν την προηγούμενη περίοδο στα ιδιαίτερα προβλήματα που απασχολούν τους εργαζόμενους σε κάθε χώρο δουλειάς. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα εγκαταλείψουμε την αντιμνημονιακή πάλη και την ανάγκη της προβολής της εναλλακτικής πολιτικής διεξόδου που είναι αναγκαία για τη χώρα.

Πρέπει ξανά να πιάσουμε το νήμα των αγώνων από τα προβλήματα αυτά έτσι ώστε να αναδείξουμε τις γενικότερες αιτίες που τα δημιουργούν, γιατί είναι φανερό ότι στα πλαίσια των μνημονιακών πολιτικών δεν μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα και οι επιμέρους κατακτήσεις είναι επισφαλείς. Η πάλη για την επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι και οι συνταξιούχοι μπορεί να κινητοποιήσει περισσότερο κόσμο, η σωστή σχέση και σύνδεσή τους όμως με τις αιτίες που τα δημιουργούν και με την ανάγκη επίλυσης και αυτών των αιτιών, μπορεί να δώσει συνέχεια και προοπτική στους αγώνες και να μην αναπαράγει το κλίμα της ηττοπάθειας, της αναποτελεσματικότητας και του μάταιου του αγώνα.

Πρέπει να πούμε στους εργαζόμενους ότι με το υπάρχον ασφυκτικό μνημονιακό πλαίσιο και την επιτροπεία που έχει επιβληθεί στη χώρα μας τίποτα που μπορεί να γίνει δεν θα έχει προοπτική, αν αυτό το πλαίσιο δεν ανατραπεί. Είναι χαρακτηριστικό πχ ότι στις διαπραγματεύσεις των συνδικάτων που γίνονται με την κυβέρνηση, ακόμα και για επιμέρους ζητήματα, δεν μπορούν να δοθούν απαντήσεις, γιατί πρέπει οτιδήποτε να τεθεί για έγκριση στους δανειστές και τους επιτρόπους που έχουν σε κάθε υπουργείο και που παρακολουθούν την εφαρμογή των μνημονιακών δεσμεύσεων!

Ταυτόχρονα έχουμε την κατάργηση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ) οι οποίες είναι ένα από τα βασικά εργαλεία του συνδικαλιστικού κινήματος για τη διαπραγμάτευση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων και αυτό είναι ένα από τα πρώτα μέτρα τα οποία πήραν οι μνημονιακές κυβερνήσεις, γιατί ήθελαν ακριβώς να χτυπήσουν σε αυτό το σημείο, δηλαδή στην καρδιά και στο βασικό λόγο ύπαρξης του συνδικαλιστικού κινήματος. Το επόμενο βήμα, που είχε βέβαια ξεκινήσει από τα προηγούμενα χρόνια, αλλά λόγω των αντιστάσεων των εργαζομένων και του ελληνικού λαού δεν είχε περάσει, είναι το δικαίωμα στην απεργία.

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι δανειστές και το ντόπιο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, αφού υπονόμευσε το δικαίωμα της διαπραγμάτευσης, θέλει να καταργήσει ή να δυσκολέψει και το δικαίωμα της αντίστασης των εργαζομένων, το δικαίωμα δηλαδή της απεργίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι ξεκινάνε από τα πρωτοβάθμια σωματεία που είναι το βασικό κύτταρο της συλλογικής οργάνωσης, έκφρασης και συμμετοχής των εργαζομένων με προφανείς άμεσους στόχους που είναι να αφαιρέσουν κάθε δυνατότητα αντίδρασης στα συνδικάτα της ενέργειας, των μεταφορών και των τέως ΔΕΚΟ που είναι προς άμεση ιδιωτικοποίηση, αλλά και την προφύλαξη από μελλοντικές αντιστάσεις επιχειρησιακών και κλαδικών συνδικάτων κυρίως του ιδιωτικού, αλλά και δημόσιου τομέα.

Το επόμενο βήμα θα είναι η φαλκίδευση αυτού του δικαιώματος και στις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες οργανώσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα προηγούμενα χρόνια πολλές απεργίες κρίθηκαν παράνομες και καταχρηστικές, γιατί οι αποφάσεις ελήφθησαν από τις διοικήσεις των δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων και όχι από τα συνέδριά τους!

Αν γίνει αυτό καταλαβαίνετε ότι θα να είναι πολύ δύσκολη η πιθανότητα προκήρυξης μιας κλαδικής ή γενικής απεργίας.

Έχοντας υπόψη μας αυτά, πρέπει να δούμε πώς θα αντιμετωπίσουμε τα πράγματα, παίρνοντας ταυτόχρονα υπόψη και τη σημερινή κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος. Από το 2010, με την έναρξη εφαρμογής των ακραίων νεοφιλελεύθερων μνημονιακών πολιτικών έχουμε την εκδήλωση μέχρι το 2012 ιδιαίτερα, αλλά και μετά, μέχρι το 2015, μεγάλων εργατικών κινητοποιήσεων που δεν οφείλονταν τόσο στην καλύτερη οργάνωσή τους από το συνδικαλιστικό κίνημα, όσο στο γιατί οι εργαζόμενοι έβλεπαν, αλλά και άρχισαν να βιώνουν, τις βίαιες ανατροπές που επέρχονταν στη ζωής τους και τις συνήθειες που είχαν δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια.

Οι μεγάλες απεργιακές συγκεντρώσεις των ετών 2010-2012, η πρωτοφανής συμμετοχή του κόσμου στις πλατείες των λεγόμενων «αγανακτισμένων», η αντοχή και η διάρκειά τους, οφείλονται σ’ αυτά κυρίως τα στοιχεία και όχι σε μια διαφορετική κατεύθυνση των συνδικάτων. Στο περιβάλλον αυτό που διαμορφώθηκε βρήκαν βέβαια πιο πρόσφορο έδαφος και ακούστηκαν οι φωνές των ταξικών συνδικάτων και της Αριστεράς και γι’ αυτό οι αγώνες αυτής της περιόδου αποσάθρωσαν τις κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις και δρομολόγησαν πολιτικές ανακατατάξεις που οδήγησαν το ΣΥΡΙΖΑ στην αξιωματική αντιπολίτευση το 2012 και στην κυβέρνηση το 2015.

Και ενώ συντελούνταν ανακατατάξεις στο πολιτικό σκηνικό και ενώ είχαμε μεγάλες κινητοποιήσεις και απεργίες και πρωτοφανή ένταση και διάρκεια στους αγώνες, οι παράγοντες αυτοί δεν μαζικοποίησαν τα συνδικάτα ούτε επηρέασαν τους συσχετισμούς και κατά συνέπεια και τον προσανατολισμό τους. Ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα που η συμμετοχή στα συνδικάτα είναι πολύ μικρή και που η εξωνημένη ηγεσία του σύρθηκε, όταν δεν υπονόμευε αυτούς τους αγώνες, που ταυτίστηκε με τους ταξικούς μας αντιπάλους και τις δυνάμεις του ΝΑΙ και «Μένουμε Ευρώπη» στο δημοψήφισμα του Ιούλη του 2015, αυτή η ηγεσία διατήρησε τις δυνάμεις της και την κυριαρχία στο συνδικαλιστικό κίνημα στο 36ο συνέδριο της ΓΣΕΕ τον Μάρτη του 2016. Μια βασική παράμετρος σ’ αυτό είναι ότι έχουμε ένα συνδικαλιστικό κίνημα γραφειοκρατικοποιημένο, με μικρή συνδικαλιστική πυκνότητα και με ευρεία νόθευση ακόμα και στις διαδικασίες και στις αρχαιρεσίες.

Στην ΑΔΕΔΥ υπήρξαν κάποιες αλλαγές στην ηγεσία της και στους συσχετισμούς, όμως θα έλεγα όχι τόσο καθοριστικές που να αλλάζουν τον προσανατολισμό της. Κυρίως εκφράστηκε με τη διάσπαση των συνδικαλιστικών παρατάξεων του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού και με μία μικρή άνοδο συνολικά των δυνάμεων της συνδικαλιστικής Αριστεράς, χωρίς όμως να υπάρξει και μία διαφορετική ταξική κατεύθυνση και προσανατολισμός που θα ξέκοβε από τις κυρίαρχες ρεφορμιστικές, συμβιβαστικές αντιλήψεις της ταξικής συνεργασίας και του κοινωνικού εταιρισμού.

Οι παραπάνω εκτιμήσεις, αλλά και η ανάγκη στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται, όπου για την Εργατική Τάξη της χώρας προβλέπεται μια μακροχρόνια λιτότητα, χωρίς δικαιώματα και με κοινωνικές παροχές που προσομοιάζουν εργαζόμενους χωρών του τρίτου κόσμου και όχι της Ευρώπης, απαιτείται το άνοιγμα μιας ειλικρινούς συζήτησης σε όλες τις ταξικές αγωνιστικές δυνάμεις και τα συνδικάτα που θα στοχεύει στην ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος, στην υπέρβαση της διάσπασης σε συνδικάτα ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, μικρά, πολυκερματισμένα και αδύναμα να αντιπαρατεθούν αποφασιστικά με την εργοδοσία και το κράτος.

Εμείς σαν ΜΕΤΑ προτείνουμε την ενοποίηση της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, την άμεση ένταξη όλων των εργαζομένων, ελλήνων και ξένων, στα συνδικάτα, ανεξάρτητα από σχέση εργασία, καθώς και την αλλαγή της σημερινής δομής τους. Η τωρινή δομή του οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος που είναι σε τρία επίπεδα, βοηθάει στην αναπαραγωγή της γραφειοκρατίας και της αποξένωσης των εργαζομένων από τη ζωή και τη δράση των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων, πράγμα το οποίο πρέπει να αντιπαλέψουμε.

Και ένα τελευταίο. Σαν ΜΕΤΑ, επίσης έχουμε εκτιμήσει ότι αυτό που διακρίνει την τακτική της ηγεσίας των συνδικαλιστικών οργανώσεων, είναι μια αμυντική τακτική απέναντι στην κυβέρνηση και την εργοδοσία, χωρίς σχέδιο και πρόγραμμα και χωρίς να προβάλει το συνδικαλιστικό κίνημα τα δικά του αιτήματα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σχεδόν όλες οι απεργίες, ιδιαίτερα οι γενικές – πανεργατικές, έγιναν με αφορμή την αντίθεση σε νομοσχέδια που εισάγονταν στη βουλή, την ημέρα ψήφισής τους.

Η τακτική αυτή καθ’ αυτή είναι αμυντική και ηττοπαθής, αφού από τη μια μεριά την πρωτοβουλία των κινήσεων την έχουν οι κυβερνήσεις και από την άλλη οι εργαζόμενοι καταλαβαίνουν ότι όταν ένα νομοσχέδιο έχει προωθηθεί στη βουλή δεν αλλάζει ή είναι δύσκολο να αλλάξει και άρα γίνεται μια απεργία για την τιμή των όπλων. Εμείς δεν παραγνωρίζουμε την ανάγκη πολιτικής παρέμβασης του συνδικαλιστικού και ευρύτερα του λαϊκού κινήματος, ιδιαίτερα όταν εισάγονται προς ψήφιση στη βουλή κρίσιμα νομοσχέδια. Αυτή όμως μπορεί να γίνεται και με άλλες μορφές δηλ. με συγκεντρώσεις και συλλαλητήρια.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περισσότερες γενικές απεργίες αποφασίστηκαν την τελευταία στιγμή, όταν ανακοινώθηκε το πρόγραμμα συζήτησης και ψήφισης κάποιου νομοσχεδίου στη βουλή, με αποτέλεσμα και να είναι απροετοίμαστες αλλά και να είναι η κυβέρνηση αυτή που ουσιαστικά καθορίζει ακόμη και την ημέρα της απεργίας. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της 48ωρης απεργίας για το ασφαλιστικό – φορολογικό (νόμος Κατρούγκαλου), που επί 2-3 μήνες είχε εξαγγελθεί, έγραφε κάθε μέρα ο Ριζοσπάστης για την απεργία και η απεργία έγινε, τη βδομάδα μετά το Πάσχα, την παραμονή του Θωμά, γιατί τότε επέλεξε η κυβέρνηση να φέρει προς ψήφιση ένα κρίσιμο νομοσχέδιο, που ξεκίνησε με τις μαζικές κινητοποιήσεις του Νοέμβρη – Δεκέμβρη του 2015, ιδιαίτερα από τα μεσαία στρώματα, τους αγρότες, τους επιστήμονες και τους αυτοαπασχολούμενους, κορυφώθηκε με τη μεγάλη συμμετοχή στην απεργία στις 4 του Φλεβάρη του 2016 και εκφυλίστηκε στην κρίσιμη στιγμή όταν ψηφίζονταν στη βουλή αμέσως μετά το Πάσχα.

Δυστυχώς αυτής της αντίληψης είναι και το ΠΑΜΕ, το οποίο επιλέγει να κάνει τις στενά δικές του κινητοποιήσεις, που παίρνουν πολλές φορές το χαρακτήρα μιας τυπικής κομματικής συγκέντρωσης, ενώ στα συνδικάτα και ιδιαίτερα στη ΓΣΕΕ υπεραμύνονταν της άποψης για απεργία την ημέρα ψήφισης των νομοσχεδίων, πράγμα που επαναλαμβάνεται και τώρα με την απεργία με αφορμή το πολυνομοσχέδιο για την 3η αξιολόγηση της κυβέρνησης από τους δανειστές και την περιστολή του δικαιώματος της απεργίας.